Select Page

Ρουβικώνας ο Απέθαντος Εραστής

Ρουβικώνας ο Απέθαντος Εραστής

_

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2
ΣΟΦΙ (Αίμα και Πάθος)

Γαλλία,
Μονμάρτη.
Πέντε χρόνια πριν,
Απόγευμα.

Όμοια με διάφανο κρασί, η βροχή χάιδευε το πλακόστρωτο και γυάλιζε τα φύλλα των δέντρων. Η Μονμάρτη ξεπλυμένη τις χθεσινές αμαρτίες της, ετοιμαζόταν να φορέσει το βραδινό της.
Στο δεύτερο όροφο ενός παλιού αρχοντικού, ο ήχος του πιάνου γλύκαινε την  ψυχή και χρωμάτιζε απαλά το Παρισινό γκρίζο. Πίσω από το θαμπό παράθυρο του σαλονιού, μια λυγερόκορμη μορφή άγγιζε με ντελικάτα μακριά δάχτυλα τα ασπρόμαυρα πλήκτρα κι έστελνε υπέροχα τονισμένες νότες, να συνθέσουν μια θεσπέσια μελωδία.
Η Σοφί.
Μια υπέροχη γυναίκα με κατακόκκινα μαλλιά, λευκό δέρμα και δυο όμοιες πράσινες λίμνες για μάτια, στεκόταν περήφανα πάνω σ΄ ένα πορφυρό βελούδινο σκαμπό, με το χρυσοκέντητο μπεζ φόρεμα της να χύνεται στο πάτωμα.
Ο Ρουβικώνας, όρθιος στ αριστερά της παρατηρούσε, τη σα σε πορτραίτο ομορφιά της δασκάλας του, υπό τη μουσική υπόκρουση των ήχων που το μυαλό και η καρδιά της έστελναν στα απαλά της ακροδάχτυλα.
Ήταν τρελά ερωτευμένη μαζί του και το ‘κρυβε όπως μπορούσε. Από την πρώτη μέρα, από την πρώτη στιγμή που διάβηκε το κατώφλι της και δίνοντας τις συστάσεις του, ζήτησε να παρακολουθήσει μαθήματα πιάνου. Η αρρενωπότητα και η ομορφιά του, της έκοψαν την ανάσα. Εκείνος, διέγνωσε το πάθος στο βλέμμα της και κατέβαλε μεγάλη προσπάθεια να συγκρατήσει και τις δικές του ορμές του. Και να μην προσπαθούσε όμως …δεν θα ήξερε τι να κάνει. Παρθένος από έρωτα στα δεκαέξι του, με τον ανδρισμό του να ασφυκτιά, από την στιγμή που την αντίκρισε γνώριζε πως το μόνο που ήθελε να μάθει μαζί της ήταν … το μόνο που αγνοούσε κι επιθυμούσε διακαώς….Έρωτα.
Ήξερε να φιλά και να χαϊδεύει μα ποτέ πριν δεν είχε ολοκληρώσει κάτι που ένοιωθε πια ότι τον καλούσε… να γνωρίσει και να κατακτήσει…
Παρ όλα αυτά η αφόρητη γοητεία και η ζέση της προσμονής συγκρατούσαν την έμπειρη Σοφί κάνοντας τη μεταξύ τους έκρηξη να προμηνύεται ακόμα μεγαλύτερη , με διαστάσεις που θ άγγιζαν το ...βλάσφημο.
Οι εβδομάδες κυλούσαν και γεννούσαν μήνες.
Το ήθελαν κι οι δυο τους σα τρελοί.
Τα υπέροχα μακριά του δάχτυλα άρχισαν να λύνονται με τις ασκήσεις και πάντα στο τέλος του μαθήματος την παρακαλούσε να παίζει. Να παίζει μόνο για ..Κείνον…
Εκείνο το απόγευμα, οι αστραπές σκέπαζαν με την έντασή τους κάποιες από τις νότες του κομματιού που εκτελούσε. Την κοιτούσε μαγεμένος με το ένα του χέρι να χαϊδεύει αμήχανα το λαιμό του, σα να δυσκολευόταν ν ανασάνει. Ένοιωθε τον παλμό του δυνατό και το αίμα ν ανεβαίνει στο κεφάλι του προσφέροντάς του χαύνωση, όμοια μ αυτή που του ‘δωσε το αψέντι όταν το πρωτοδοκίμασε πριν από καιρό.
Με την περιφερειακή της όραση τον έβλεπε να την καρφώνει με τρόπο έντονο, κι ίσως λίγο …πρόστυχο και λάγνο. Κοκκίνισε… και σταμάτησε να παίζει… έκανε να στρέψει αριστερά το κεφάλι της καθώς είχε την πεποίθηση ότι ο όγκος του σώματός του μεγάλωνε δίπλα της… μάλλον την πλησίαζε σκύβοντας. Ένοιωσε μια ξαφνική θέρμη όταν τα χείλη του σφράγισαν απότομα τα δικά της. Έκανε να τραβηχτεί μα ήταν πλέον αργά.
Δε μίλησε κανείς.
Τη σήκωσε και την πήγε φιλώντας στο κρεβάτι παραμερίζοντας με το σώμα της το τούλι που κρεμόταν από τον ξύλινο ουρανό. Το διάστικτο από μικρές φακίδες ολόλευκο πρόσωπο της κοκκίνισε κι άρχισε ν ανασαίνει ολοένα και πιο γρήγορα. Άνοιξε το στόμα κι άφησε τη γλώσσα του να χαϊδεύει κυκλικά τη δική της. Τον γευόταν επιτέλους και η γεύση του ήταν πιο γλυκιά και καυτή από κάθε προσδοκία κι ονείρωξή της.
Άρχισαν να γδύνουν ο ένας τον άλλο με βιασύνη και μόνο με την αφή, καθώς και οι δυο τους με μάτια κλειστά απολάμβαναν αυτό το παρατεταμένο υγρό φιλί. Έλυσε τα κορδόνια του στενού κορσέ της και τα αλαβάστρινα στήθη της με τις μικρές ροζ θηλές ανέπνευσαν επιτέλους ελεύθερα και πανέμορφα. Έτριψαν τα γυμνά τους κορμιά χαϊδεύοντας ο ένας το σώμα του άλλου παντού… Η φύση τον οδηγούσε σε πρωτόγνωρα για αυτόν μονοπάτια που όμως, έδειχνε να περπατά με εμπειρία φλογερού εραστή. Ίσως να ήταν εκείνη …η γλυκιά του Δασκάλα…που τον οδηγούσε με τρόπο αόρατο… Άρχισε να φιλά το λαιμό της και να φτιάχνει μαγικά σύμβολα με τη γλώσσα του γύρω από τα στήθη της, γύρω από τις ρώγες της …που είχαν σκληρύνει και σκούραιναν… έφτασε στην επίπεδη κοιλιά της που ανεβοκατέβαινε βοηθώντας την γρήγορη αναπνοή και έφτασε στο καστανοκόκκινο περιποιημένο τρίχωμα του εφηβαίου της.
Εκεί η ανάσα της έγινε βογκητό.
Δεν άντεχε άλλο.
Καθώς κατέβηκε στη μικρή της πηγή, τα πόδια της σφίχτηκαν τόσο δυνατά γύρω από το κεφάλι του που για μερικές στιγμές έπαψε να την ακούει… έπαψε ν ακούει τα πάντα παρά μόνο το σφυγμό του… Με το χέρι της να τρίβει και να τραβά τα μακριά του μαλλιά τον κατεύθυνε εκεί που έπρεπε και πίεζε επιδοκιμαστικά όταν η γλώσσα κι η ανάσα του, έβρισκαν τα μυστικά, ερωτικά της σημεία.
Σιγά σιγά, άρχισε μια περιδίνηση που την ζάλιζε από χαύνωση και πόθο. Έβλεπε θολά τον ουρανό του κρεβατιού να περιστρέφεται αρχικά αργά και κατόπιν με μεγαλύτερη ταχύτητα.
Πλησίαζε σε έναν οργασμό όπως δεν τον είχε νοιώσει ποτέ όταν πειραματιζόταν κρυφά μόνη της… όπως δεν της χάρισε ποτέ κανένας από τους έμπειρους και μεγαλύτερους σε ηλικία εραστές της στο παρελθόν… κύρτωσε την πλάτη της σαν τόξο κι ανοίγοντας το στόμα της διάπλατα έβγαλε μια κραυγή ολοκλήρωσης που συντάραξε σαν αστραπή το ημίφως του δωματίου. Εκείνος, έβαλε τα δάχτυλά του πάνω στο πρόσωπό της θέλοντας θαρρείς να την κάνει να σιωπήσει και η Σοφί πήρε μέσα στο στόμα της τον δείκτη και τον μέσο του, ρουφώντας τους λαίμαργα. Έκανε σαν άγριο ζώο που πρωτόγονα πάθη το καλούσαν από τα κατώτερα φυσικά του ένστικτα. Τον δάγκωσε και λίγο έλειψε να του κόψει βαθιά τη σάρκα.
Γεύτηκε αίμα.
Άνοιξε τα μάτια της και τον είδε να της χαμογελά. Τον πήρε στο χέρι της και τον χάιδεψε απλά καθώς παλλόταν ασυγκράτητος και σκληρός. Του χάρισε μια υπέροχη ζεστή και υγρή αγκαλιά με τα χείλη και τη γλώσσα της που τον έκανε να βογκήξει.
Εκεί ακριβώς ήταν που σταμάτησε… δεν ήθελε να τον κάνει να τελειώσει…
όχι ακόμα.
Του χάιδεψε την πλάτη και έπαιξε γύρω από το λοβό του αυτιού του με τη γλώσσα της. Ενώ του ψιθύριζε… «Ηρέμησε ξανθέ μου Άγγελε, κι όλη η Νύχτα είναι μπροστά μας …όλη η Νύχτα …όπως κι άλλες που θα ‘ρθουν …κι άλλες …κι άλλες»…
Μόλις χαλάρωσε λίγο και η αναπνοή του επανήλθε στο φυσιολογικό της ρυθμό, η Σοφί ξάπλωσε ανάσκελα κι έβαλε δυο μεγάλα μαξιλάρια κάτω από τη μέση της. Άνοιξε τα όμορφα λευκά πόδια της απέναντί του και του χάρισε το μικρό της μονάκριβο, μυστικό…
Τον έπιασε και τον οδήγησε μέσα της… αργά.
Έδεσε τα πόδια της γύρω από την πλάτη του και τον κράτησε μέσα της ακίνητο. Τον ένοιωθε να πάλλεται μανιασμένος σα να μην άντεχε την υγρή της φωτιά. Του φάνηκε σαν το πιο γλυκό πράγμα στον κόσμο… σαν το απόλυτο συναίσθημα ολοκλήρωσης… σαν τα Πάντα...
Με επιδέξιες κινήσεις και πάντοτε κρατώντας τον φυλακισμένο πάνω της, κουνούσε απλά τη μέση της με τέτοιο τρόπο ώστε να εισχωρεί ηδονικά κι απαλά μέσα της. Εκείνος, ήρθε από πάνω της και την κοίταξε με βλέμμα θολό από πόθο … μια ριπή καυτού σάλιου έπεσε από τα χείλη του στο λαιμό της και την έκαψε…
Έβαλε το χέρι ένα του χέρι κάτω από τη μέση της και με το άλλο πίεσε την γυμνασμένη κοιλιά της στο ύψος του αφαλού… ανέλαβε την πρωτοβουλία των κινήσεων και αφού τη σήκωσε πιο ψηλά έκανε πλέον αυτός τις διεισδύσεις …αρχικά όσο μαλακά του έδειξε εκείνη και σιγά σιγά ξέφυγε… σε ένταση και δύναμη… ξαφνικά… τη σφυροκοπούσε με όλη του τη δύναμη, ζωωδώς… βρισκόταν αλλού και …τον επανέφεραν σ αυτό τον κόσμο οι φωνές της οι γεμάτες από καύλα και ηδονή. Αδιάντροπα, εκείνη… μάλαζε τα στήθη της με ολοένα αυξανόμενη πίεση, αφήνοντας πάνω τους κόκκινα σημάδια από τα μακριά της δάχτυλα…και έγλειφε τα χείλη της με τη γλώσσα της σα διψασμένη …μια βογκώντας και μια ουρλιάζοντας…
ήταν κοντά…
Σταμάτησε ν αναπνέει και άρχισε με μικρές, κοφτές κραυγές, να οδηγείται στο μεγαλύτερο ουρλιαχτό που άντεχαν τα πνευμόνια της… έκλεισε τα μάτια της και χάθηκε στη δίνη του οργασμού φωνάζοντας ξανά και ξανά το όνομά του… «Ρουβικώνα…Ρουβικώνα…Ρουβικώνααααααα …..»
κι εκείνος δεν άντεξε άλλο …
Μια ξαφνική ριπή ανέμου από το παράθυρο που άνοιξε βίαια, έστειλε το τούλι της κουρτίνας από τον ουρανό να του καλύψει λάγνα το πρόσωπο… άνοιξε διάπλατα τα μάτια της και τον κοίταξε να φτάνει …ο Ρουβικώνας και συνάμα κάποιος… άλλος… ένας όμορφος άνδρας …το απόλυτο αρσενικό πίσω από ένα πέπλο μυστηρίου τεντώθηκε κι άνοιξε διάπλατα το στόμα του….ρουφώντας αχόρταγα τον αέρα μέσα απο το βρεγμένο πια τουλι που εισχορουσε μέσα του…
Κάθε μυς στο κορμί του συσπάστηκε και σφίχτηκε κατακόκκινος. Το πρόσωπό του κοκκίνισε και τα μπράτσα, ο λαιμός και το στέρνο του γέμισαν φλέβες που αντλούσαν σαν τρελές το αίμα του…. Βγήκε μ ένα ζωώδες μούγκρισμα από μέσα της και ράντισε το κορμί, τα μαλλιά και τα σεντόνια της με τους καυτούς του χυμούς… Τέλειωσε και κατέρρευσε μπρούμυτα δίπλα της… ενώ εκείνη σχεδίαζε με τη φαντασία της στον ξύλινο ουρανό, μαγικούς ρούνους αιώνιου δεσμού… «Είσαι δικός μου τώρα… δικός μου για πάντα» …ψιθύρισε και τα μάτια της έλαμψαν παράξενα και σκοτεινά.
Έκαναν έρωτα όλη τη Νύχτα, ξανά και ξανά, του ‘μαθε τον Έρωτα όπως δεν θα μπορούσε ποτέ του να φανταστεί…πράγματα ανομολόγητα όπου η διαχωριστική γραμμή μεταξύ του όμορφου και του πρόστυχου γίνονταν αδιόρατη.
Κοιμήθηκαν αποκαμωμένοι, όταν μαζί με το ερωτικό τους πάθος, κατένευσε και η αγριάδα του Καιρού. Τα κεριά που φώτιζαν το υπνοδωμάτιο, κάηκαν μέχρι τέλους και χύθηκαν σε μικρές, στέρεες πια, λίμνες στο πάτωμα.
………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………..
Παρίσι,
Δυο χρόνια πριν.
Αγρόκτημα Ρουβικώνα,
Πρωί.

Ο Ρουβικώνας καταγόταν από οικογένεια ευγενών. Το γενεαλογικό του δέντρο στόλιζαν Πρίγκιπες, Κόμηδες και Μαρκησίες. Οι γονείς του δολοφονήθηκαν κτηνωδώς από ληστές, μέσα στην άμαξα που τους μετέφερε στη Λυών για μια μεγάλη γιορτή.
Μεγάλωσε με τη γιαγιά του ορφανός, μα με τεράστιες οικονομικές δυνατότητες σε μια εποχή φτώχιας, μιζέριας και σκοταδιού για ολόκληρη την Ευρώπη.
Μεγαλώνοντας ανακοίνωσε στη γιαγιά του, που υπεραγαπούσε καθώς ήταν για κείνον μάνα και πατέρας που ελάχιστα θυμόταν, ότι παρά την μεγάλη του για την εποχή μόρφωση, δεν ήθελε να συνεχίσει τις σπουδές του κι επιθυμούσε να ζήσει στο αγρόκτημα του πατέρα του εκτρέφοντας άλογα. Λάτρευε τη φύση και την ελευθερία, πνεύμα ελεύθερο και ο ίδιος…δεν ήθελε να την αποχωριστεί ποτέ. Η γιαγιά του που κρυφά φοβόταν να τον αποχωριστεί νωρίς ειδικά μετά από τον τραγικό θάνατο των γονιών του, δέχτηκε με πατρική στοργή την απόφασή του.
Γυμναζόταν καθημερινά, ίππευε δύο με τρεις ώρες, έτρωγε όταν ήταν απαραίτητο και προσεχτικά, και φρόντιζε, με κόπο είναι αλήθεια, τα άλογα και τη βλάστηση του αγροκτήματος με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.
Η σχέση του με την μεγαλύτερή του σε ηλικία κι εμπειρίες δασκάλα του στο πιάνο , τη Σοφί…κρατούσε ακόμα, με μεγάλες προσδοκίες για δημιουργία οικογένειας, τουλάχιστον από τη δική της πλευρά. Εκείνος ανταπέδιδε με ειλικρίνεια και πάθος τον έρωτά της, όμως κάτι μέσα του, του ψιθύριζε ότι το δικό του παντοτινό ταίρι δεν ήταν η πανέμορφη Σοφί…και ότι σύντομα θα είχε την τύχη να γνωρίσει τη γυναίκα που θα τον συγκινούσε ως τα τρίσβαθα του είναι του.
Έπαιζε, κρυφά από τη Σοφί, με καμαριέρες, υπηρέτριες κι εργάτριες του αγροκτήματος οι οποίες τον λάτρευαν όλες τους. Δεν είχε αναστολές κι αιδώ…δεν κοιτούσε ηλικίες, δεσμεύσεις και κοινωνικές διαφορές. Έμαθε τον Έρωτα σε όλες του τις εκφάνσεις και τον χάριζε αφειδώς και παντού σε κάθε ευκαιρία. Ήταν ετοιμοπόλεμος σε κάθε ερωτική προσταγή των παθών και της Καρδιάς του.
“Ο Έρωτας δεν έχει εγκέφαλο μόνο καρδιά…” έμαθε να λέει, κάθε φορά που βρισκόταν με το μοναδικό του φίλο τον Φαέθωνα κι έπιναν διαβάζοντας ποίηση .
Ο Φαέθωνας Γιαμπόρωφ …μια αμφιλεγόμενη προσωπικότητα με καταγωγή από τα σκοτεινά Βαλκάνια…ένας πενηντάρης που ανάλογα με τις ώρες και τη διάθεσή του κυμαίνονταν και οι εκτιμήσεις των άλλων για την ηλικία του..ψηλός κι ευθυτενής, οστεώδης με κατάλευκο δέρμα, μακριά σκούρα μαλλιά και μαύρα σαν κάρβουνα, μάτια…σε τρόμαζε μόνο με την εμφάνισή του που είχε κάτι το απόκοσμο, το βάρβαρο και Σατανικό.
Ο Φαέθωνας του έδωσε να πιει το πρώτο του αψέντι, αυτόν τον πράσινο διάολο όπως τον ονόμαζε… κι εκείνος ήταν που τον καθοδήγησε στα δύσβατα μονοπάτια των παραισθήσεων, οδηγώντας τον σε ασφαλή επιστροφή. Ήταν σαν αδέρφια και αν και δεν το είχαν ομολογήσει ποτέ ο ένας στον άλλο …τα βλέμματά τους σπινθήριζαν όποτε συναντιόντουσαν και θα έδιναν ακόμη και τη Ζωή τους ο ένας για τον άλλο, αν οι καταστάσεις το απαιτούσαν.
Για να δώσεις όμως Ζωή…πρέπει να έχεις…
και ο Γιαμπόρωβ την είχε χάσει πριν από δυο αιώνες σε μια εμφύλια σύρραξη, Βόρεια της Ρουμανίας…Εκεί, ένας Ρουμάνος Βρικόλακας κόρεσε τη δίψα του με το αίμα του Φαέθωνα και τον έκανε κι εκείνον ένα ζωντανό – νεκρό να περιφέρεται αέναα στου Αιώνες των Αιώνων.
Δεν αποκάλυψε ποτέ το μεγάλο του ζοφερό μυστικό στο Ρουβικώνα, αντίθετα η παρέα του νεώτερου και πολύ ευχάριστου νέου, του γαλήνευε την ψυχή κι έκανε πιο ανεκτή την μη ανθρώπινη καθημερινότητα του. Σιγά – σιγά δέθηκαν (κάτι που ο Φαέθωνας σπανίως επέτρεπε στον εαυτό του), κι έγιναν αχώριστοι.
Οι μέρες κυλούσαν ανέμελα για το Ρουβικώνα και οι εποχές διαδέχονταν η μία την άλλη μεταξύ εργασίας κι Έρωτα, δουλειάς και διασκέδασης…Ώσπου εντελώς αναπάντεχα για την ανημέρευτη καρδιά του, ένα πρωί του ανακοίνωσαν ότι μια λεπτοκαμωμένη δεσποινίδα είχε έρθει να τον βρει και να ζητήσει να εργαστεί στους στάβλους του…αυτή την κοπιαστική και δύσκολη δουλειά που συνήθως επέλεγαν οι άνδρες.
Μια μελαχρινή νεαρή γυναίκα γύρω στα είκοσι τρία με μαύρα μακριά μέχρι τη μέση της μαλλιά κι ηλιοκαμένο πρόσωπο…μια Ιταλίδα από το Βορρά η Ντονατέλα …ένα βλέμμα που έσταζε ζωή κι εμπειρία, δυο αμυγδαλωτά, μελιά μάτια που χάραξαν τ όνομά της μια για πάντα στην μποέμικη καρδιά του από την πρώτη στιγμή …το πρώτο τους βλέμμα στην είσοδο του αρχοντικού του.
Της έδωσε αμέσως τη δουλειά και βασανιζόταν από τη μη ανταπόκρισή της στο φλερτ του. Κάτι που του συνέβαινε για πρώτη φορά…Του είχε γίνει πλέον εμμονή…πολλά βράδια ψιθύριζε κάθιδρος τ όνομά της “Ντόνααααα Ντονατέλλλααααααααα”
Σε λίγο καιρό η παράνοια του έρωτα τύλιξε σφιχτά το Ρουβικώνα στη γλυκιά της μέγγενη. Η έμπειρη Σοφί το κατάλαβε απ το βλέμμα του ότι ήταν “αλλού” κι αμέσως μόλις ένοιωσε να απειλείται, μια μαχαιριά ξέσχισε την καρδιά της στα δύο.
Αυτό δεν θα το άντεχε…δεν θα το άφηνε να ολοκληρωθεί.
Ήταν δικός της.
…………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………
Από τη στιγμή που η Ντονατέλα ανέλαβε ιπποκόμος στους στάβλους του Ρουβικώνα, σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα έγινε επιστάτης όλου του αγροκτήματος.
Ανύπαντρη, όμορφη κι οικονομικά ανεξάρτητη, με γνώσεις κτηνιάτρου και ειδίκευση στους σπάνιους και πανάκριβους Αραβικούς επιβήτορες, αγοροκόριτσο και λίγο αντράκι όταν οι καταστάσεις το απαιτούσαν, πρόσεχε το ζευγάρι των αραβικών του αλόγων σα να ήταν δικά της. Ιδιαίτερο θέαμα στ αλήθεια να τη βλέπεις σαν το θεό Έρωτα με τη εβένινη βροχή που είχε για μαλλιά να παλεύει με τη λάσπη, τις καβαλίνες, το σανό και τις σέλλες.
Κι η Ντόνα όμως, κάθε άλλο παρά αδιαφόρησε στη θέα του αφεντικού της… όταν τον πρωτοαντίκρισε με τα ίσια και μακριά ξανθά του μαλλιά, να στέκει αγέρωχος κι ευθυτενής με το ολόλευκο πουκάμισο και το στενό παντελόνι ιππασίας, υγράνθηκε τόσο πολύ που κοκκίνισε νοιώθοντας άβολα, εκεί μπροστά του. Τον πόθησε από το πρώτο λεπτό αλλά είχε τη δύναμη να το κρύβει… ήθελε να τον τρελάνει …ήθελε να τον κάνει να τη βλέπει σαν ΤΗ ΓΥΝΑΙΚΑ… την ΜΙΑ και ΜΟΝΑΔΙΚΗ …δεν της έφταναν τα εφήμερα παιχνίδια που είχαν δημιουργήσει γύρω του, τη φήμη του ποθητού και περιζήτητου αρσενικού.
…………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………
Ένα απόγευμα είχε μόλις τελειώσει τη δουλειά. Ο Ήλιος δυνατός χάιδευε τη μέρα με στοργή. Η αυλή γεμάτη με δέντρα κάθε είδους, χάριζε τη δροσερή σκιά της αν αποφάσιζες να ξαποστάσεις για λίγο κάτω από το φύλλωμα τους.
Είχε μόλις τελειώσει με τις καθαριότητες και πεινούσε. Θα έκανε ένα κρύο ντους και θα ανέβαινε να τσιμπήσει κάτι πρόχειρο. Χάιδευε τη χαίτη της θηλυκής και με το άλλο της χέρι, χτένιζε το τρίχωμα του αρσενικού. Δεν είχε καταλάβει πως το ανοιξιάτικο κάλεσμα επηρέασε τα πανέμορφα άλογα παρά μόνο όταν ένοιωσε μια ελαφρά πίεση στου ώμους. Το αρσενικό πίεζε πλησιάζοντας το θηλυκό, το οποίο με τη σειρά του είχε στυλώσει τα πόδια κι αρνούνταν να μετακινηθεί θέλοντας να δεχτεί τα χάδια του. Ένοιωσε τη ζέστη από τα στομάχια τους και την ασφυξία που της προκαλούσε η επιμονή του αρσενικού να πλησιάσει κι άλλο. Γύρισε στο πλάι , έσκυψε και πέρασε από κάτω. Είχαν ενωθεί το ένα πλάι στο άλλο. Το αρσενικό μαύρο και γυαλιστερό έστριψε αργά το κεφάλι του και ρουθούνισε κάτι στ αυτί του θηλυκού. Ένα μήνυμα. Η Ντόνα, χαμογέλασε και τράβηξε το λερωμένο της πουκάμισο μέχρι που το έβγαλε από τη φόρμα της. Πήγε λίγο πιο πέρα στο αυτοσχέδιο ντους που είχε φτιάξει ο Ρουβικώνας, πλάι στις ταΐστρες. Ήταν μόνη και η ζέστη μεγάλη δεν είχε κανέναν να ντραπεί. Με μια κίνηση πέταξε από πάνω της τη λερωμένη πουκαμίσα και τα στήθη της πλούσια και στρογγυλά με σκούρες καφέ θηλές και ρώγες, χόρεψαν για λίγο μεστά και ιδρωμένα από τη ζέστη και τον κάματο.
Το πανέμορφο θηλυκό άλογο έσκυψε το κεφάλι σα να ντράπηκε αρχικά άλλα αμέσως το έστριψε συναντώντας αυτό του αρσενικού, και το κούνησε πάνω – κάτω σ ένα πανέμορφο ζωώδες χάδι στο λαιμό του αρσενικού.
Πέταξε τη φαρδιά φόρμα και το βαμβακερό της εσώρουχο, σε μια ξύλινη δέστρα. Η ήβη της με ένα σκούρο μωβ χρώμα, κι επιμελώς περιποιημένη, με τα κάτω της χείλη να κρέμονται σαν ώριμα φρούτα, στεκόταν ηδονική, έχοντας την όψη και την υφή της χνουδωτής σάρκας του ροδάκινου. Τράβηξε δυο τρεις φορές το έμβολο σηκώνοντας ένα μεγάλο μεταλλικό λεκανάκι που έκανε το αποθηκευμένο νερό να κυλήσει σ ένα ξύλινο αυλάκι και να πέσει στα μαλλιά και στο κορμί της κρύο και αναζωογονητικό.
Ανατρίχιασε.
Το κρύο νερό έσφιξε κι άλλο το κορμί της και πήρε από πάνω της τη βρωμιά και τον ιδρώτα. Κοιτούσε τα ζώα να ερωτοτροπούν απολαμβάνοντας παράλληλα το ντους.
Της ξέφυγε ένα γελάκι από το ξάφνιασμα καθώς είδε το μόριο του αρσενικού να κρέμεται πελώριο μπροστά από τα πισινά του πόδια, και να πάλλεται με τους σφυγμούς του, προς τα εμπρός με ρυθμό. Κινήθηκε αργά προς τα πίσω φέρνοντας το πρόσωπό του στα οπίσθια του θηλυκού.
Τη μύρισε κι ο φαλλός του έφτασε σχεδόν οριζόντιος παράλληλος με το χορτάρι. Το θηλυκό ακίνητο περίμενε ανήσυχο ενώ η ανάσα του γινόταν πιο γρήγορη. Ρουθούνισε δυνατά.
Η Ντόνα, είχε δει κι άλλες φορές ζώα να το κάνουν. Η εικόνα όμως που είχε μπροστά της ήταν τόσο ειδυλλιακή. Η φύση γιόρταζε και το έδειχνε απροκάλυπτα χωρίς τις δικές μας ανθρώπινες, κατασκευασμένες ντροπές. Πέρασε το δεξί της στήθος με το σφουγγάρι και χωρίς να το καταλάβει το μάλαζε πιο δυνατά τσαλακώνοντας τη ρώγα της που σκληρή και σκούρα αντιστεκόταν στο λύγισμα πεισματικά. Το άλλο της χέρι κατευθύνθηκε δειλά στο βρυσάκι της και το χάιδεψε. Ρίγη διαπέρασαν το κορμί της κι έκλεισε τα μάτια της. Παρά το παγωμένο νερό, εκεί κάτω καιγόταν και τα πρώτα υγρά της ήταν ζεστά και κολλούσαν. Έφερε χωρίς να ντραπεί τα δάχτυλά της στο στόμα της και τα έγλειψε ανοίγοντας τα μάτια της.
Ο αρσενικός σηκώθηκε στα μπροστινά του πόδια με το όργανό του να πάλλεται πιο έντονα και προσπαθούσε να κεντράρει στο φύλλο της θηλυκής η οποία συνέχιζε με τον τρόπο της να τον βοηθά μένοντας ακίνητη. Βρήκε εύκολα το στόχο του και χώθηκε μέσα της, αρχικά μέχρι τη μέση. Εκείνη χλιμίντρησε από τη ζωώδη ηδονή που ένοιωσε κι έκανε ένα μικρό βήμα πίσω. Μπήκε ολόκληρος μέσα της κι άρχισε να κινείται με ένταση. Όλες του οι φλέβες ήταν τεντωμένες με τους μύες του να διαγράφονται από ερωτική ένταση. Η θηλυκή κούνησε δυο φορές το κεφάλι της πάνω κάτω σα να ενέκρινε τη διείσδυση.
Η Ντόνα γλίστρησε το μεσαίο δάχτυλο στην σχισμή της κι ένοιωσε τα πόδια της να κόβονται. Σαν αντίμετρο βύθισε μέσα της κι άλλο. Μετά και τρίτο. Ασυγκράτητη έβαζε κι έβγαζε τα δάχτυλά της μέσα της κι έγλυφε με τη γλώσσα της τα χείλη της, με μάτια λάγνα μισόκλειστα.
Το τέλος δεν άργησε να έρθει .
Το αρσενικό έβγαλε ένα δυνατό χλιμίντρισμα και βγήκε από τα οπίσθια του θηλυκού ραντίζοντας με τους χυμούς του το χορτάρι από κάτω. Η Ντόνα, πιάστηκε από τις δέστρες να μην πέσει. Δεν άντεχε άλλο. Κόντευε… Έκλεισε τα μάτια της κι άρχισε να βγάζει μια ψιλή φωνούλα που αυξήθηκε σε ένταση ώσπου έγινε ένα μικρό ουρλιαχτό. Συνέχισε να γονατίζει και ήρθε σε ένα πολύ δυνατό οργασμό πέφτοντας πίσω στο χορτάρι. Ήταν κι αυτή μούσκεμα και μια ατελείωτη γλύκα κι αδυναμία συνάμα, την τύλιξε από το λαιμό και κάτω. Για μια στιγμή ένοιωσε να μην ακουμπάει στη Γη. Την άλλη στιγμή προσπαθούσε να σηκωθεί μετά βίας μ ένα έντονο χαμόγελο ευτυχίας και πληρότητας σχηματισμένο στο πανέμορφο της πρόσωπο. Γύρισε και πήρε τα ρούχα της από την ξύλινη δέστρα. Κατευθύνθηκε μέσα στο στάβλο να ντυθεί. Τα άλογα ηρεμούσαν κι αυτά ακουμπώντας τους ιδρωμένους λαιμούς του και ρουθουνίζοντας το ένα στο άλλο.
Μερικά μέτρα πιο κει κάτι λευκό φάνηκε πίσω από ένα παλιό και μεγάλο δέντρο. Ο Ρουβικώνας κρυμμένος όλο αυτό το διάστημα… ήταν ο ευτυχής θεατής αυτής της πανέμορφης γεμάτης ηδονή παράστασης.
Τα είχε δει όλα…εκτός από ένα…
τον είχε δει από την αρχή …κι ΕΚΕΙΝΗ…
………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………..
Ο καιρός περνούσε γλυκά κι η έλξη της Ντόνας  με το Ρουβικώνα μεγάλωνε και θέριευε, χωρίς όμως να έχουν ολοκληρώσει το πάθος που ένοιωθε ο ένας με τον άλλο. Ο Ρουβικώνας χαιρόταν την κουβέντα μαζί της, κάθε δευτερόλεπτο της καθημερινής τους συνύπαρξης…τα λιτά γεύματα τους και το χαμόγελό της όταν το κόκκινο κρασί έλυνε τη γλώσσα της και της προσέδιδε μια υπέροχη γλυκύτητα αποτέλεσμα της ζάλης και της χαύνωσης, τους έφερναν ολοένα πιο κοντά, σώμα και ψυχή. Την ένοιωθε δικό του άνθρωπο όπως κι εκείνη…ήταν σα να είχαν πλαστεί ο ένας για τον άλλο…μια καρμική συνάντηση τις οποίας την ομορφιά έπιναν αχόρταγα μέχρι τέλους σε κάθε ευκαιρία. Έμοιαζε ειρωνικό, μα δίχως να έχουν κάνει έρωτα, ήταν σα να έκαναν συνεχώς, με το βλέμμα το άγγιγμα τα λόγια και τη σκέψη…μια νέα πνευματική κατάσταση πρωτόγνωρη και για τους δύο που δεν συμβάδιζε με τα νιάτα και την ομορφιά τους, κι όμως απολάμβαναν…
Είχαν καταλάβει πια ότι τίποτε δεν θα έμπαινε εμπόδιο σ αυτό το παράξενο αίσθημα που σπάνια ενώνει τους ανθρώπους κάτω από τα επιφανειακά ρούχα των σαρκικών επαφών, που ο Ρουβικώνας λάτρευε κι απολάμβανε μέχρι τότε, σε κάθε ευκαιρία….
ζούσαν την Αγάπη πριν από τον Έρωτα…

Μια νύχτα, κοιμήθηκαν μαζί…ήρεμα και φιλικά…αδελφικά με μια παράταιρη έννοια…τον καληνύχτισε κι έκανε να τον φιλήσει στο μέτωπο…στάθηκε λίγο και κατέβηκε αποφασιστικά προς τα κάτω. Άγγιξε τα χείλη της στα δικά του και του χάρισε για πρώτη φορά τη γεύση της… δυο σταγόνες υδρόμελι, ζάχαρη κι αψέντι από το πιο δυνατό.
Κοιμήθηκαν αγκαλιά. Γλυκά, λυτρωτικά κι όμορφα.
Το επόμενο πρωί ο Ρουβικώνας ξύπνησε από ένα δυνατό χλιμίντρισμα αλόγου..μύριζε ζεστό, δυνατό τσάι κι εκείνο το άρωμά της δέσποζε σε όλο το κρεβάτι…όμως εκείνη έλειπε…
Την είδε να καβαλάει το άλογό της και να κατευθύνεται προς τη στέρνα…
Ντύθηκε όπως όπως..ήθελε να την ακολουθήσει να ξαναπάρει μια δόση από τη γεύση της που τώρα είχε τόσο ανάγκη, της γεύσης που ένοιωθε πια να του ανήκει.
Κατέβηκε με τις μπότες του λυμένες πουκάμισο ατημέλητα ανοιχτό στο στήθος του παρά το πρωινό ψύχος και τα μαλλιά του όμοια με πυκνό θύσανο αχτένιστα και λυτά…Καβάλησε το άλογό του το οποίο τρόμαξε και σηκώθηκε στα πισινά του αφήνοντας ένα δυνατό ρουθούνισμα, ακριβώς τη στιγμή που εκείνη χτυπώντας το καμουτσίκι στα καπούλια του δικού της έβγαινε σκύβοντας κάτω από την είσοδο του αγροκτήματος.
Δεν ήθελε, όχι μόνο να την προλάβει… μα ούτε καν να τον αντικρίσει….Ήξερε…
ήξερε ότι αν έκανε πίσω τώρα, δεν θα έφευγε ποτέ πια από την αγκαλιά του…ήθελε να γυρίσει και να του δοθεί, όμως μια περίεργη δύναμη ενός σκοτεινού πεπρωμένου την τραβούσε μακριά…
Το κυνήγι ξεκίνησε..έσκυβαν κάτω από μεγάλα χαμηλά κλαδιά σημύδας και πηδούσαν πάνω από φράχτες και πεσμένους κορμούς…κάποια στιγμή την έχασε…κάπου πρέπει να έστριψε και δεν πρόλαβε να τη δει…
Μερικές εκατοντάδες μέτρα πιο κάτω μια γυναίκα με κόκκινα σαν αίμα μαλλιά είχε δέσει το δικό της άλογο πίσω από μια συστάδα δέντρων και καραδοκούσε. Το καρτέρι της είχε στηθεί επιμελώς για τον ίδιο το Ρουβικώνα…ήθελα να του μιλήσει όσο τίποτα , να του δώσει μια τελευταία φορά να καταλάβει ότι της ανήκε ολοκληρωτικά και ότι της ήταν αδύνατον να ζει πια μακριά του.
Όταν την πλησίασαν οι δυνατοί καλπασμοί, βγήκε με φόρα κι αποφασιστικότητα από την κρυψώνα της, στη μέση του μονοπατιού….
Το άλογο της Ντονατέλας, χλιμίντρησε τρομαγμένο και σηκώθηκε στα πισινά του τόσο απότομα που την πέταξε κατάχαμα. Τα λεπτά πόδια της γλίστρησαν μέσα στους μεγάλους χάλκινους αναβολείς κι έπεσε στο σκληρό έδαφος με την πλάτη. Ξαφνικά σκοτάδι και νεκρική ησυχία την πλημμύρισε. Η Σοφί την πλησίασε και φανερά σαστισμένη έκανε να σκύψει πάνω από το λαβωμένο μελαχρινό κορίτσι …μα νέοι πιο δυνατοί καλπασμοί που πλησίαζαν την τρόμαξαν τόσο, που κρύφτηκε ξανά μέσα στους πυκνούς θάμνους…Ο Ρουβικώνας έστριψε απότομα και είδε το λεπτό ανθρώπινο κορμί καταμεσής του μονοπατιού τόσο αργά, που μετά βίας σταμάτησε το άλογο τραβώντας τα χαλινάρια με όλη του τη δύναμη….
“Ντόνα μου…μικρή μου Ντονατέλαααααα” ψέλλισε και βούρκωσε ταυτόχρονα…η καρδιά του σταμάτησε…έσκυψε από πάνω της… Άνοιξε τα μάτια της και τον κοίταξε με το πιο όμορφο και συνάμα πικρό χαμόγελο…
…ένα χαμόγελο που θα στοίχειωνε την ψυχή του στα χρόνια που θα έρχονταν. Άλικο αίμα έτρεξε από την άκρη των χειλιών της κι ένας σπασμός διαπέρασε το κορμί της… Η σπονδυλική στήλη της είχε κομματιστεί από τη δύναμη της πτώσης πάνω στις πέτρες… Την πήρε στην αγκαλιά του…τη σήκωσε με ευλάβεια και στοργή όπως η μάνα το άρρωστο μωρό….
“ΌΧΙ…ΌΧΙ…ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΘΕΟΣ ΟΧΙ ΝΤΟΝΑΤΕΛΛΑΑΑΑΑΑΑ….”
Οι κραυγές και οι λυγμοί του στάλθηκαν πένθιμα πάνω από το δάσος…πουλιά έφυγαν τρομαγμένα από τα δέντρα τους και τα άλογα τόσο της Ντόνα, όσο και το δικό του τράπηκαν σε φυγή…ήθελε να την ζητήσει σε γάμο…να την ξαφνιάσει…ήταν η μόνη γυναίκα που άγγιξε τις πιο σκοτεινές πτυχές της καρδιάς του….και “ΘΕΕ ΜΟΥ”.…τα μάτια της …τον κοίταγαν ακίνητα όμοια με βλέμμα ενός πανέμορφου μα άψυχου τελικά, πορτραίτου…
είχε φύγει…
Η ψυχή της μικρής λατρεμένης του Ντονατέλας… ταξίδευε με ιλιγγιώδη ταχύτητα για τις κοιλάδες του Ιταλικού Βορρά , τις ρίζες και την Πατρίδα της….
Έκλαιγε με λυγμούς κι έβρεχε με τα δάκρυά του το άψυχο πρόσωπό της ξεπλένοντας το από τη σκόνη και το χώμα της πτώσης… λίγο πιο κει… πίσω από τους θάμνους οι θρηνητικοί του λυγμοί, κάλυπταν έναν άλλο… αυτόν της Σοφί… προϊόν τρόμου, αγάπης δίχως αντίκρισμα και Ζήλιας….μια απόκοσμης και στεντόρειας…Ζήλιας που κόχλαζε και θέριευε ακόμα και τώρα…τώρα που η αντίπαλός της ήταν πια μια άψυχη κούκλα….

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ την ΕΠΟΜΕΝΗ ΕΒΔΟΜΑΔΑ ΜΕ ΤΟ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3  ΖΩΝΤΑΝΟΣ ΝΕΚΡΟΣ….

[ Το πρώτο μέρος της ιστορίας εδώ ]

Επιμέλεια κειμένου

Δημήτρης Μποσκαΐνος

Ο Δημήτρης Π. Μποσκαΐνος είναι 43 ετών παντρεμένος και πατέρας μιας κόρης. Ζει κι εργάζεται ως πολιτικός μηχανικός στην Αθήνα, κι όταν δε βρίσκεται στη δουλειά ή με την οικογένειά του, συνήθως γράφει και χαλαρώνει στον… Κόσμο του. Λάτρης της λογοτεχνίας του Φανταστικού από παιδί, γράφει ιστορίες για αγρίους, παράξενες ή με χιούμορ, λυτρωτικές ή θέτοντας προβληματισμούς... Το γράψιμο είναι για εκείνον, αυτοκριτική και ψυχοθεραπευτική μέθοδος που μαζί με τη μουσική και τον ποιητικό λόγο τον βοηθούν να αντέχει το σήμερα. Ξεκίνησε προ τριετίας να δημοσιεύει μικρά διηγήματα στα e-magazines: microstory.gr, bibliotheque.gr, staxtes.com, ideostato.gr, ενώ τα 24grammata.gr του δημοσίευσαν και το πρώτο τουebook με τίτλο «Παράξενες Ιστορίες». Με τις δημοσιεύσεις του να ξεπερνούν τις 50 μέσα σε τρία χρόνια (διηγήματα, κείμενα και ποίηση) ετοιμάζει πυρετωδώς με τους λογοτεχνικούς του πράκτορες (Αγγέλα Παντελή και Στέφανο Ξένο), την πρώτη του συλλογή διηγημάτων και βρίσκεται επί της απαραίτητης ιστορικής έρευνας για το πρώτο του μυθιστόρημα. Το Δεκέμβριο του 2014 κερδίζει το 1ο πανελλήνιο βραβείο στο Διαγωνισμό με θέμα : "το δείπνο",που διοργάνωσε το περιοδικό βιβλιοκριτικής diavasame.gr και το ιταλικό εστιατόριο da bruno, με το διήγημα του "ΔΕΙΠΝΟ ΣΤΟ ΜΕΤΩΠΟ". Συνεργάζεται με τον Κώστα Θερμογιάννη και τον υπέροχο λογοτεχνικό ιστοχώρο του "το βιβλίο.net", όπου δημοσίευσε σε συνέχειες την ερωτοβαμπιρική του Νουβέλα "Ρουβικώνας , ο Απέθαντος Εραστής" και συνεχίζει με την δική του στήλη "οι Παράξενες Ιστορίες του Δημήτρη Μποσκαΐνου" σε (σχεδόν) εβδομαδιαία βάση. Το τελευταίο διάστημα συνεργάζεται με την συγγραφέα, ηθοποιό και σκηνοθέτη Άντα Τσεσμέλη κι ετοιμάζουν μαζί Θεατρικές Καταστάσεις που θα συζητηθούν...

2 Σχόλια

  1. Ανώνυμος

    Εξαιρετική γραφή! Συγχαρητήρια.

    Απάντηση
  2. Ανώνυμος

    Εξαιρετική γραφή. Συγχαρητήρια!

    Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Εγγραφείτε στο newsletter

Ακολουθήστε μας!

Ακόλουθοι

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Έλληνες εκδότες

Έλληνες εκδότες

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!