Select Page

Ρουβικώνας ο Απέθαντος Εραστής

Ρουβικώνας ο Απέθαντος Εραστής

 

 

Ρουβικώνας ο Απέθαντος Εραστής

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3 ΖΩΝΤΑΝΟΣ ΝΕΚΡΟΣ

Οι μέρες συντάχθηκαν σε μήνες, οι μήνες γέννησαν χρόνια. Χρόνια σκοτεινά και μαύρα…
Ο Ρουβικώνας θρηνούσε τη χαμένη Αγάπη…τον μοναδικό, ανεκπλήρωτό του Έρωτα. Εφιάλτες συντάραζαν τον ύπνο του τις περισσότερες νύχτες.

Η Ντονατέλλα πανταχού παρούσα…πιο όμορφη από ποτέ, τον καλούσε ερωτικά στην αγκαλιά της. Φιλιόντουσαν κι έκαναν έρωτα απαλά…γλυκά …λυτρωτικά, στο τέλος που οι ρυθμοί τους γινόντουσαν έντονοι και έδειχναν να πλησιάζουν την τέλεια κορύφωση…εκεί η πανέμορφη Ντόνα γέμιζε σκόνη…αίμα άρχισε να κυλάει από τα χείλη της…το σφιχτό κορμί της έπαιρνε περίεργες κλίσεις από τα σπασίματα της σπονδυλικής της στήλης και κατέρρεε άψυχα πάνω του. Εκείνος ούρλιαζε με το λευκό πουκάμισό του γεμάτο από το αίμα της και ξυπνούσε, κάθιδρος.
Ο πόνος και η στεναχώρια του, η τροφή σε ποσότητα ίσα να κρατιέται στα πόδια του και ο ύπνος που δεν τον ξεκούραζε πια, αποτυπώνονταν στο πρόσωπο και στο παρουσιαστικό του. Δεν ήταν πια ο ίδιος. Βασανιζόταν κι έψαχνε μια διέξοδο που δεν έβλεπε πουθενά. Μόνη παρηγοριά του οι βαριές δουλειές στο αγρόκτημα που αποφάσισε να κάνει μόνος του πλέον… για να μη σκέφτεται, να μην ΤΗΝ σκέφτεται…η ένταση ο κάματος κι η εξάντληση, του δημιουργούσαν μια χαύνωση και τον οδηγούσαν σ ένα βαθύ, δίχως όνειρα, ύπνο…ένα μικρό θάνατο …κάθε βράδυ.
Μια δυο φορές την εβδομάδα, τον επισκέπτονταν ο Φαέθωνας. Μιλούσαν , έπαιζαν σκάκι κι έπιναν παλιό κόκκινο κρασί… Ο Φαέθωνας τον παρατηρούσε προσεχτικά. Ήθελε να είναι καλύτερα, πίστευε ότι ο χρόνος (το καλύτερο φάρμακο) σίγουρα θα κατάφερνε ν’ απαλύνει τον πόνο του. Έτσι έδειχναν τα πράγματα…στην αρχή.
Άρχισε και πάλι να “παίζει” ερωτικά με φίλες και δυο μικρές υπηρέτριες του σπιτιού, προς μεγάλη τους τέρψη κι ευχαρίστηση. Εκείνος όμως σπανίως ήταν εκεί. Συνήθως πιωμένος, χωρίς συναίσθημα, η πράξη γινόταν για την πράξη και την σωματική εκτόνωση…τίποτα παραπάνω.
…………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………
Ήταν πρωί, ο ήλιος μόλις είχε ανατείλει και χάιδευε με στοργή τα παγωμένα δέντρα. Στο αγρόκτημα επικρατούσε ησυχία.
Καλπασμοί ακούστηκαν πέρα από την κεντρική είσοδο…τυλιγμένος στη ζεστή του κάπα με το μαύρο γούνινο γιακά, ο Φαέθωνας κάλπαζε γοτγά προς το αγρόκτημα. Το ύφος του σφιγμένο και τα πόδια του χτυπούσν με βία τα πλευρά του αλόγου του, σα να ήθελε κάτι να προλάβει. Πλησίασε το κεντρικό στάβλο και πήδηξε πάνω από τα άλογο αφήνοντάς το ελεύθερο. Προσγειώθηκε με μαεστρία στο χώμα και δίχως να πέσει, συνέχισε να τρέχει προς την είσοδο του στάβλου.
Το προηγούμενο βράδυ ο Ρουβικώνας τον εκλιπαρούσε για λίγο από κείνο τον πράσινο κλέφτη το αψέντι… Ο Φαέθωνας ήξερε ότι θα του δημιουργούσε ψυχολογική αστάθεια και αυτό ήταν το τελευταίο που χρειαζόταν αυτή την περίοδο, ειδικά με την βελτίωση που παρουσίαζε η διάθεσή του τον τελευταίο καιρό. Αφού μίλησαν για ώρες πίνοντας κρασί που έφτιαχνε μόνος του ο Φαέθωνας, ο Ρουβικώνας πέταξε την κάπα στους ώμους του και έφυγε βιαστικός ζητώντας συγγνώμη και λέγοντας πως είχε κάτι επείγον να κάνει. Ο Φαέθωνας πρόσεξε τα χέρια του που έτρεμαν, καθώς και τα μάτια του που απέφευγαν να τον κοιτάξουν, ίσια και σταθερά…δεν πρόσεξε όμως τη φιάλη με το αψέντι που ο Ρουβικώνας πρόλαβε να κρύψει στον κόρφο του και να πάρει  μαζί του φεύγοντας.
Το αντιλήφθηκε περπατώντας χαράματα, δίχως διάθεση για ξεκούραση, δίπλα στην γιγάντια μαονένια βιβλιοθήκη του και είδε τη μικρή προθήκη που έβαζε το αψέντι … άδεια.
Τα νεύρα του τεντώθηκαν…έβαλε το χέρι του πάνω από τα μάτια του και ξαφνικά… “έβλεπε”
Ο Ρουβικώνας έπινε και γελούσε , ένα γέλιο τρελού που δυνάμωνε σε ένταση και χολή…έβριζε και τραγουδούσε…έπειτα έκλαψε… έκλαψε πικρά… και τότε… ήρθαν τα οράματα. Η Ντόνα άνοιξε την πόρτα του μεγάλου καθιστικού και πέρασε ελαφροπατώντας μέσα ντυμένη Νύφη…με ένα μαύρο νυφικό…άπλωσε τα χέρια του να την αγγίξει…το στήθος του σπάραζε από τους λυγμούς. Άνοιξε τα χέρια της κι εκείνη κι έτρεξε καταπάνω του… έτρεξε κι εκείνος και τότε, αφού ήρθαν κοντά …εκείνη πέρασε από μέσα του… σα φάντασμα σα μαύρος καπνός που διαλύθηκε κι επανασυνδέθηκε λίγο πιο πέρα σχηματίζοντας ξανά τη μορφή της. Προσπάθησαν ν’ αγκαλιαστούν ξανά και ξανά… τίποτα… συνέχιζαν να περνούν ο ένας μέσα από τον άλλο. Κι εκείνη έδειχνε να μην καταλαβαίνει… το ίδιο μ’ εκείνον…σ α να μην ήξερε ότι χάθηκε για πάντα, σα να μην είχε συνειδητοποιήσει ακόμα ότι είχε περάσει σε μια νέα μορφή ύπαρξης όπου τίποτε πια δεν θα ήταν όπως πρώτα…Δεν θα ήταν ποτέ ξανά μαζί. Το ένιωσαν θαρρείς την ίδια στιγμή και τότε, ο Ρουβικώνας με ένα βλέμμα όμοιο με κρύσταλλα σπασμένα έμεινε να κοιτάζει το φάσμα της κι εκείνη έδωσε μια και χάθηκε μέσα από ένα συμπαγή πέτρινο τοίχο…
Τη στιγμή ακριβώς που κλότσησε κι άνοιξε την ξύλινη πόρτα του στάβλου, την ίδια στιγμή έπεφτε η καρέκλα λίγο πιο πέρα στο πάτωμα με θόρυβο…τα μάτια του κοίταξαν λίγο πιο ψηλά από το πεσμένο κάθισμα…Οι μαύρες μπότες του Ρουβικώνα αιωρούνταν στο κενό, όλο του το κορμί άρχισε να χτυπιέται σα μαριονέττα… κρεμασμένο μ ένα χοντρό σχοινί τυλιγμένο στο λαιμό του…δεμένο στο κεντρικό μεσοδόκαρο της ξύλινης στέγης.
Κρεμάστηκε.
Πνιγόταν και κλωτσούσε μανιασμένα τον αέρα…αυτό μαρτυρούσε ότι το πάχος του σχοινιού και το μικρό του σωματικό βάρος, τον βοήθησαν και δεν έσπασε το λαιμό του με την πτώση. Το πρόσωπό του είχε μελανιάσει. Τα μάτια του κατακόκκινα και με την απόγνωση ζωγραφισμένη μέσα τους κάρφωναν εκείνα του Φαέθωνα. Υπήρχε ακόμα χρόνος. Ο Φαέθωνας, έτρεξε κι έστησε όρθιο το σκαμνί, εκεί που βρισκόταν πεσμένο. Οι μύτες των ποδιών του Ρουβικώνα ξαναβρήκαν στήριγμα κι άρχισε να παίρνει κοφτές ανάσες καθώς, χωρίς βάρος πια, η θηλιά ξέσφιγγε κάτω από τη δύναμη των χεριών του. Ο Φαέθωνας έκοψε το σχοινί με ένα καλοακονισμένο μαχαίρι με μια γρήγορη κίνηση. Τη λύτρωση της κρεμάλας ακολούθησε ένα δυνατό παραλήρημα…Όσο κι αν τον έσφιγγε επάνω του ο Φαέθωνας εκείνος έτρεμε και ταραζόταν από δυνατούς σπασμούς….“Δε θέλω να την ξεχάσω Φαέθωνα…όσο ζω θα ζει κι εκείνη μέσα στο μυαλό και την καρδιά μου…μα… πως να ζω δίχως τη Ντόνα μου Πως;” Η φωνή του έχασε τη ζέση της κι άρχισε να βήχει…ξαφνικά ένοιωσε αδυναμία και τυλίχτηκε στο σκοτάδι…
Λιποθύμησε.
Ξύπνησε ‘ωρες μετά, νοιώθοντας καλύτερα, όμως… κάτι έσφιγγε γερά τους καρπούς και τους αστραγάλους του. Άνοιξε τα μάτια του. Βρισκόταν σ ένα σκοτεινό μέρος . Έκανε ζέστη κι ήταν δεμένος σφιχτά, στο προσκέφαλο και στο κάτω μέρος ενός σιδερένιου κρεβατιού. Αριστερά, στον τοίχο δίπλα του, μια μεγάλη σκιά έπαιζε παράξενα με τα πελώρια χέρια της. Κοίταξε αμέσως δεξιά…τα μάτια του προσαρμόστηκαν στο έντονο φως που σαν αύρα έλουζε την ψηλή μορφή που κατευθυνόταν προς το μέρος του.
Ήταν ο Φαέθωνας. Κρατούσε μια αυτοσχέδια σύριγγα γεμάτη με ένα σιέλ παχύρευστο υγρό. “Τι συμβαίνει Φαέθωνα; τι είναι αυτό που κρατάς; τι θα μου ΚΑΝΕΙΣ;” φώναξε… ο Φαέθωνας έκατσε σ ένα μικρό σκαμνί δίπλα του και τον χάιδεψε απαλά στο μέτωπο… πλησίασε το αυτί του και του ψιθύρισε…”Λένε ότι κάποιος πεθαίνει στ αλήθεια όταν τον ξεχάσουν κι εσύ δεν θέλεις να ΤΗΝ ξεχάσεις ΠΟΤΕ, έτσι δεν είναι φίλε μου;”
Ο Ρουβικώνας σφίχτηκε μα δεν μπόρεσε να μη γνέψει καταφατικά. Άκουγε την αλήθεια… Ο Φαέθωνας κάρφωσε μαλακά τη βελόνα στη φλέβα του βραχίονα του φίλου του κι ενώ έχυνε μέσα σιγά – σιγά όλο το υγρό… συνέχισε... “Θα σε βοηθήσω με αυτό το ΠΟΤΕ Ρουβικώνα,” έδειξε την άδεια σύριγγα… “Εδώ είναι κάτι που θα σε κρατήσει ήρεμο σε όλη τη διάρκεια της αλλαγής. Της αλλαγής σου από Θνητό σε Απέθαντο… όπως είμαι κι εγώωωωω…”. Η φωνή του Φαέθωνα έσβησε…έπαψε να  ακούει καθώς το βότανο έδρασε σχεδόν αμέσως κι ο Μορφέας εμφανίστηκε πίσω από βαριές βελούδινες κουρτίνες και πήρε στην αγκαλιά του το ανήσυχο πνεύμα του.
Δεν ένοιωσε καν τους κυνόδοντες του Φαέθωνα που τον δάγκωσαν βαθιά στο λαιμό. Ρούφηξαν λίγο από το αίμα του κι άρχιζαν να μεταγγίζουν το απέθαντό, μιαρό, δικό του.
Μετά τη μετάγγιση ο Ρουβικώνας ανέβασε πυρετό κι άρχισε και πάλι να έχει σπασμούς. Ο Φαέθωνας τον σκέπασε με παχιές γούνες και του έβρεχε το μέτωπο και τα χείλη με λίγο νερό πότε – πότε…
Τρεις μέρες και τρεις νύχτες…τόσο κράτησε η μεταμόρφωση. Κι όλες τους πέρασαν μέσα στο ζόφο ενός έρποντος σκοταδιού που μια στεκόταν απέναντί του απειλητικά και μια τον κατάπινε σαν παχύρευστη πίσσα και του αφαιρούσε κάθε ικμάδα δύναμης κι ικανότητας ακόμα και να σκεφτεί. Στο τέλος της τρίτης νύχτας με δέρμα πελιδνό, όμοιο με νεκρού, κάθιδρος και κουρασμένος, ούρλιαξε δυνατά ανοίγοντας διάπλατα τις σιαγώνες του κι αποκαλύπτοντας δυο τεράστιους κυνόδοντες, έτοιμους να κατασπαράξουν και να ρουφήξουν αχόρταγα το αίμα του θύματος τους. Ήταν πλέον κι εκείνος Βρικόλακας. Ένας Απέθαντος… ένας Ζωντανός Νεκρός

Μπροστά του ανοίγονταν ένα καινούριο... Χάος.

συνεχίζεται…
την επόμενη εβδομάδα
κεφάλαιο 4
Αγάπη και Αίμα

[Το προηγούμενο μέρος της ιστορίας εδώ.]

Επιμέλεια κειμένου

Δημήτρης Μποσκαΐνος

Ο Δημήτρης Π. Μποσκαΐνος είναι 43 ετών παντρεμένος και πατέρας μιας κόρης. Ζει κι εργάζεται ως πολιτικός μηχανικός στην Αθήνα, κι όταν δε βρίσκεται στη δουλειά ή με την οικογένειά του, συνήθως γράφει και χαλαρώνει στον… Κόσμο του. Λάτρης της λογοτεχνίας του Φανταστικού από παιδί, γράφει ιστορίες για αγρίους, παράξενες ή με χιούμορ, λυτρωτικές ή θέτοντας προβληματισμούς... Το γράψιμο είναι για εκείνον, αυτοκριτική και ψυχοθεραπευτική μέθοδος που μαζί με τη μουσική και τον ποιητικό λόγο τον βοηθούν να αντέχει το σήμερα. Ξεκίνησε προ τριετίας να δημοσιεύει μικρά διηγήματα στα e-magazines: microstory.gr, bibliotheque.gr, staxtes.com, ideostato.gr, ενώ τα 24grammata.gr του δημοσίευσαν και το πρώτο τουebook με τίτλο «Παράξενες Ιστορίες». Με τις δημοσιεύσεις του να ξεπερνούν τις 50 μέσα σε τρία χρόνια (διηγήματα, κείμενα και ποίηση) ετοιμάζει πυρετωδώς με τους λογοτεχνικούς του πράκτορες (Αγγέλα Παντελή και Στέφανο Ξένο), την πρώτη του συλλογή διηγημάτων και βρίσκεται επί της απαραίτητης ιστορικής έρευνας για το πρώτο του μυθιστόρημα. Το Δεκέμβριο του 2014 κερδίζει το 1ο πανελλήνιο βραβείο στο Διαγωνισμό με θέμα : "το δείπνο",που διοργάνωσε το περιοδικό βιβλιοκριτικής diavasame.gr και το ιταλικό εστιατόριο da bruno, με το διήγημα του "ΔΕΙΠΝΟ ΣΤΟ ΜΕΤΩΠΟ". Συνεργάζεται με τον Κώστα Θερμογιάννη και τον υπέροχο λογοτεχνικό ιστοχώρο του "το βιβλίο.net", όπου δημοσίευσε σε συνέχειες την ερωτοβαμπιρική του Νουβέλα "Ρουβικώνας , ο Απέθαντος Εραστής" και συνεχίζει με την δική του στήλη "οι Παράξενες Ιστορίες του Δημήτρη Μποσκαΐνου" σε (σχεδόν) εβδομαδιαία βάση. Το τελευταίο διάστημα συνεργάζεται με την συγγραφέα, ηθοποιό και σκηνοθέτη Άντα Τσεσμέλη κι ετοιμάζουν μαζί Θεατρικές Καταστάσεις που θα συζητηθούν...

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!