Select Page

Ρουβικώνας ο Απέθαντος Εραστής

Ρουβικώνας ο Απέθαντος Εραστής

 

Κεφάλαιο 4
ΑΓΑΠΗ ΚΑΙ ΑΙΜΑ

 

Γαλλία
14 Μαΐου 1610
Μονμάρτη

Ολόκληρη η Γαλλία βυθίζεται σε βαθύ πένθος.
Πεθαίνει ο Βασιλιάς της, Ερρίκος ο Δ. Σε μια εποχή που χιλιάδες ανθρώπων έδωσαν την ζωή τους για την θρησκεία που υποστήριζαν, με αποκορύφωμα τη μεγάλη σφαγή Καθολικών και Προτεσταντών, που έμεινε γνωστή στην ιστορία ως η Νύχτα του Αγίου Βαρθολομαίου, χρίζεται νέος Βασιλιάς της Γαλλίας, ο Ερρίκος ο ΙΓ, υιός του απελθόντος Βασιλιά.
Σε ένα αγρόκτημα λίγο έξω από την πόλη, ένας άλλος άντρας αγωνίζεται ψυχή τε και σώματι, να κολυμπήσει στο βαθύ σκοτάδι που τον βύθισε το εκτυφλωτικό φως της μιαρής αυτής Αθανασίας. Δεν τον ενδιέφεραν οι θρησκείες και δεν ήταν σκλάβος θεωριών και πεποιθήσεων παρά ενός και μόνου διακαούς πάθους
Του έρωτα.
Ο Ρουβικώνας δυσκολεύτηκε πολύ να συνηθίσει τη νέα του φύση. Το δέρμα του ήταν και θα παρέμενε χλωμό, κάτι που ευτυχώς ταίριαζε με το ξανθό χρώμα των μαλλιών του. Το φως δεν τον προβλημάτιζε αν και ζώντας κυρίως τη νύχτα, όπως όλοι οι μεγάλοι εραστές ποιητές και καλλιτέχνες, συνήθως κοιμόταν το μεγαλύτερο διάστημα της μέρας. Η δύναμή του είχε αυξηθεί σε τέτοιο βαθμό που έπρεπε να μάθει να την ελέγχει ώστε να μην προκαλεί υποψίες.
Ένα απόγευμα, βοήθησε ένα γέρο που το κάρο του είχε βυθιστεί μέχρι τη μέση στη λάσπη. Του ζήτησε ν ανέβει στο κάρο και να χτυπήσει με το καμουτσίκι το ήδη κουρασμένο ζωντανό, ενώ την ίδια στιγμή με υπεράνθρωπη δύναμη το σήκωσε και το έσπρωξε μέσα από τη λάσπη. Από την απότομη κίνηση εμπρός, ο γέρος σωριάστηκε με την πλάτη μέσα στην άμαξα. Ο Ρουβικώνας τον είδε χαμογελώντας πάνω από τον ώμο του καθώς απομακρυνόταν καλπάζοντας, να τον κοιτάζει με δέος…
Ένα από τα πράγματα που δεν μπορούσε να ανεχθεί με τίποτα ήταν το φαγητό. Η οικονομική του κατάσταση του εξασφάλιζε πάντα πρόσβαση στα πιο σπάνια και νόστιμα εδέσματα. Εκείνος όμως τσιμπούσε ελαφρά, καθότι το στομάχι του δεν μπορούσε πλέον να δεχθεί τις τροφές. Όταν κάτι του έλειπε και το επιθυμούσε αφάνταστα το μύριζε και σπανίως γευόταν ελάχιστο για να το φτύσει κατόπιν προκειμένου να αποφύγει τους εμετούς που τον συντάρασσαν. Δεν πεινούσε πια, μόνο διψούσε και διψούσε όπως όλοι οι Βρικόλακες για Αίμα κι… Έρωτα.
Ο Φαέθωνας έλειπε έναν ολόκληρο χρόνο στη Ρωσία. Του είχε εξηγήσει καθώς συνερχόταν από τη μεταμόρφωση πως, όταν τον έπιανε η δίψα για αίμα, έπρεπε να την κατευνάζει.
Το αίμα ζώων ήταν ένα αξιοπρεπές αν κι όχι νοστιμότερο του ανθρώπινου, ποτό για εκείνους. Και σίγουρα κάτι, του οποίου η συλλογή, δεν θα τους δημιουργούσε προβλήματα και τη διαρκή ανάγκη για μετακινήσεις που θα προκαλούσαν στα σίγουρα οι δολοφονίες…αθώων.
Μια νύχτα όμως το κακό νίκησε το καλό που χε απομείνει άσβεστο μέσα του.
Είχε μόλις βρέξει και περπατούσε στα βρεγμένα πλακόστρωτα της Μονμάρτης με τα πόδια, φορώντας ένα δερμάτινο πανωφόρι με κουκούλα να τον προστατεύει από τη βροχή. Στο τέλος ενός σκοτεινού δρόμου έστριψε αριστερά για να βγει στο ξέφωτο όπου είχε αφήσει δεμένο το άλογό του. Με την ακοή του – που είχε επίσης μεγεθυνθεί σε ζωώδη μεγέθη – άκουσε σκισίματα υφάσματος και πνιχτά αγκομαχητά, από την αντίθετη κατεύθυνση.
Γύρισε και κινήθηκε προς τους ήχους.
Καλύφθηκε πίσω από κάτι βαρέλια κι εστίασε μπροστά. Τρεις λεχρίτες, βρώμικοι και ρυπαροί, με γένια και γουργουριστές από την έξαψη φωνές, θώπευαν ένα νέο κορίτσι. Της έσκισαν τα ρούχα και της τραβούσαν βάναυσα τα πόδια για να τ ανοίξουν. Το λευκό της δέρμα φώτισε τη σκηνή. Άπλωναν τα βρώμικα χέρια τους, χάιδευαν και πίεζαν την άσπιλη σάρκα, με τη μικρή να ταλανίζεται τρομαγμένη σα παγιδευμένο ελάφι. Τα μάτια της ήταν γεμάτα δάκρια. Το πρόσωπο και ο λαιμός της κατακόκκινα από την προσπάθεια. Ένα βρώμικο χέρι πίεσε το πάλλευκο και σφριγηλό από την ηλικία και το κρύο, στήθος της. Ένας την κρατούσε από πίσω κι ένας από τα πόδια ενώ ο τρίτος με σάλια να τρέχουν – όμοια με πεινασμένου λύκου – απ το αξύριστο σαγόνι του, ξεκούμπωνε το παντελόνι του κι έβγαζε έξω το ήδη σηκωμένο όργανό του. Τα μάτια της κοπέλας γούρλωσαν κι εστίασαν στο πράμα του, καθώς φαντάστηκε τη ζημιά θα της προκαλούσε στα επόμενα τρομακτικά δευτερόλεπτα.
Πλησίασε  το στόμα της και ζήτησε από τον άντρα πίσω της να της γυρίσει το κεφάλι. Εκείνος το έπραξε τραβώντας της δυνατά τα μαλλιά κι αναγκάζοντάς της να ανοίξει διάπλατα το στόμα της. Είδε την κατακόκκινη γλώσσα της να χαμηλώνει καθώς συσπάστηκε ολόκληρη σε ένα τελευταίο ουρλιαχτό απόγνωσης.
Ήταν και το τελευταίο που εκείνος είδε ποτέ.
Ένα βαρέλι κατέβηκε από το πουθενά κι έλειωσε το κεφάλι του στον τοίχο δεξιά, σα παραγεμισμένη κολοκύθα. Μέχρι ν αφήσουν την κοπέλα να πέσει κάτω οι άλλοι δύο, είχε ήδη τσακίσει το λαιμό του ενός ορμώντας πάνω του με σβελτάδα αιλουροειδούς. Έκανε δε, μια τόσο αστραπιαία κι επιδέξια κίνηση που ο λεχρίτης πέθανε αμέσως μετά το κρακ των θρυμματισμένων του οστών, κάποια δευτερόλεπτα πριν να πέσει καταγής.
Ο τρίτος σοκαρισμένος από την επίθεση έβγαλε από τη μπότα του ένα στιλέτο και το προέταξε απειλητικά μπροστά γρυλίζοντας. Η κοπέλα βρήκε τη δύναμη να σηκωθεί και να χαθεί ημίγυμνη στο σκοτάδι. Δύναμη που της προσέφερε η αδρεναλίνη και το ένστικτο της επιβίωσης. Το μαχαίρι άρχισε να χορεύει λάμποντας στο φεγγάρι σα να χε δική του ζωή. Ο Ρουβικώνας το απέφυγε με μαεστρία μια δυο φορές. Την τρίτη, που ήταν με την πλάτη στον τοίχο και υπολόγισε που θα καρφωνόταν, έκανε μια μικρή κίνηση με το σώμα του κι ούρλιαξε δυνατά. Έμεινε με τα μάτια κλειστά για μερικά δευτερόλεπτα κι ακίνητος. Ο βρωμιάρης, δεν το πίστευε ότι τον κάρφωσε και για μια στιγμή έκανε να δει από πιο κοντά για αίμα. Τότε ακριβώς ο Ρουβικώνας άνοιξε τα μάτια του κι άρχισε να γελά σατανικά δυνατά. Το μαχαίρι είχε χτυπήσει αέρα σχίζοντας μονάχα την κάπα και το λευκό του πουκάμισό , μεταξύ του μπράτσου και του θώρακα. Έσφιξε τα μέλη του, που έκλεισαν σα μέγγενη και δεν άφηνε το ληστή να το τραβήξει. Έβαλε το δικό του βραχίονα πίσω από τον αγκώνα του κι έκανε μοχλό τραβώντας τον προς τα εμπρός. Τον έκανε να ουρλιάξει σπάζοντάς του το χέρι, κι έχωσε τα δικά του στο …στόμα του, στην άνω και την κάτω γνάθο που έχασκαν ανοιχτές, σπρώχνοντας τον κατά πίσω. Έβγαλε ένα γρύλισμα καθώς χρησιμοποιούσε και πάλι τη ζωώδη του δύναμη, σχίζοντας στη μέση το πρόσωπο του άλλου στο ύψος του στόματος.
Ο ληστής έβγαλε ένα λαρυγγισμό απελπισίας καθώς η κάτω σιαγώνα του κρεμόταν αποκαλύπτοντας όλα τα σάπια του δόντια και μια τεράστια γλώσσα γεμάτη φλύκταινες. Παραπάτησε μουγκρίζοντας πένθιμα κι έπεσε νεκρός, πνιγμένος στο αίμα του μπροστά στα πόδια του Ρουβικώνα.
Η έξαψη της τρέλας ήταν μεγάλη και η αδρεναλίνη του χτύπαγε τα μηνίγγια, όμοια με σφυρί. Το αίμα και των τριών παραλίγο βιαστών είχε σχηματίσει μια μικρή λίμνη που μούσκευε σε κόκκινη μπογιά το καστόρι από τις μπότες του. Δεν μπόρεσε να μη μυρίσει το… απαγορευμένο. Η ζεστή μεταλλική του οσμή τον τσάκισε… Οι κυνόδοντές του πετάχτηκαν κι αναπτύχθηκαν προς τα κάτω σχίζοντάς του επιφανειακά, τα χείλη από μέσα…Σκέφτηκε τις συμβουλές του Φαέθωνα. Τον είδε μπροστά του να του απαγορεύει …φασματικά.
Η κοπέλα είχε χαθεί…ήταν ο μόνος ζωντανός εκεί με μόνους μάρτυρες το νερό την πέτρα και το φεγγάρι. Σαν ύαινα όρμησε στον πρώτο. Βύθισε τα δόντια του βαθιά στην καρωτίδα, με μάτια που γυάλιζαν κατακόκκινα. Ρούφηξε, γεύτηκε κι απόλαυσε σα ζώο. Σήκωσε το κεφάλι του κι αφουγκράστηκε…μετά ξανά και ξανά. Μακάβριοι κι υγροί ήχοι ακούγονταν, καθώς οι φλέβες των ληστών στέρευαν. Ήπιε μέχρι σκασμού. Τους άδειασε εντελώς κι έφυγε βαδίζοντας αργά. Χρειαζόταν ύπνο. Το απαγορευμένο αυτό γεύμα θα τον κρατούσε καιρό.

…………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………….

Ξύπνησε κι ένοιωσε υπέροχα.

Υγρά και ζεστά χάδια σε όλο του το κορμί.

Τι ήταν αυτό που ζέσταινε την κρύα κι αμαρτωλή του καρδιά;
Η Μαρί, η νεαρή του υπηρέτρια τον έπλενε εκεί, στο κρεβάτι του, μ ένα σφουγγάρι, ζεστό νερό και σαπούνι.
Τόσο λερωμένος από αίμα και λάσπη ήταν.
Τόσο κουρασμένος, ακόμα και να ανοίξει και τα μάτια του, αρκέστηκε να βάλει τα χέρια πίσω από το κεφάλι του και να απόλαυση τα χάδια της. Η Μαρί έχοντας γεμίσει όλο του το σώμα σαπουνάδες, πέταξε το μοναδικό ριχτό νυχτικό που φορούσε αποκαλύπτοντας ένα γεμάτο στήθος με ροζ θηλές και φακίδες και μια ροδαλή σφριγιλή ήβη . Ξάπλωσε πάνω του κι άρχισε να απλώνει τη σαπουνάδα του κορμιού του με το δικό της. Είχε ξυρίσει προσεχτικά το κουτάκι της, με μια λάμα πριν από μέρες και οι τριχουλες που είχαν εμφανιστεί κοντές και σκληρές, τον γρατζούνησαν βασανιστικά εκεί κάτω, εν μέσω σαπουνάδας και νερού. Κάποια στιγμή κι ενώ πήγαινε αργά όσο και …υπέροχα το κορμί της μπρος και πίσω, με μια επιδέξια κίνηση σήκωσε λίγο τη μέση της και τον βύθισε μέσα της ολόκληρο. Συνέχισε μόνη της την πρωτοβουλία που ανέλαβε, με τα στήθη της να τον πνίγουν, καθώς είχε σκύψει από πάνω του και με τις παλάμες της κρατούσε σφιχτά τα δικά του χέρια, ακίνητα. Ήταν τόσο εκστασιασμένοι και οι δυο από το έξυπνο αυτό και υγρό παιχνίδι κυριαρχίας, που τέλειωσαν σχεδόν αμέσως…κι έμειναν εκεί πολύ ώρα αγκαλιασμένοι μέχρι που άρχισαν να κρυώνουν.
Τότε ο Ρουβικώνας της χάρισε την ζέστη του κορμιού του όπως μόνο αυτός ήξερε, ευχαριστώντας την με τη σειρά του, που του πρόσφερε πρώτη το κορμί της, μ ένα τόσο όμορφο τρόπο.

 

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ ΣΤΟ ΕΠΟΜΕΝΟ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5

ΦΑΕΘΩΝΑΣ :
ΑΓΓΕΛΟΣ ΘΑΝΑΤΟΥ

Επιμέλεια κειμένου

Δημήτρης Μποσκαΐνος

Ο Δημήτρης Π. Μποσκαΐνος είναι 43 ετών παντρεμένος και πατέρας μιας κόρης. Ζει κι εργάζεται ως πολιτικός μηχανικός στην Αθήνα, κι όταν δε βρίσκεται στη δουλειά ή με την οικογένειά του, συνήθως γράφει και χαλαρώνει στον… Κόσμο του. Λάτρης της λογοτεχνίας του Φανταστικού από παιδί, γράφει ιστορίες για αγρίους, παράξενες ή με χιούμορ, λυτρωτικές ή θέτοντας προβληματισμούς... Το γράψιμο είναι για εκείνον, αυτοκριτική και ψυχοθεραπευτική μέθοδος που μαζί με τη μουσική και τον ποιητικό λόγο τον βοηθούν να αντέχει το σήμερα. Ξεκίνησε προ τριετίας να δημοσιεύει μικρά διηγήματα στα e-magazines: microstory.gr, bibliotheque.gr, staxtes.com, ideostato.gr, ενώ τα 24grammata.gr του δημοσίευσαν και το πρώτο τουebook με τίτλο «Παράξενες Ιστορίες». Με τις δημοσιεύσεις του να ξεπερνούν τις 50 μέσα σε τρία χρόνια (διηγήματα, κείμενα και ποίηση) ετοιμάζει πυρετωδώς με τους λογοτεχνικούς του πράκτορες (Αγγέλα Παντελή και Στέφανο Ξένο), την πρώτη του συλλογή διηγημάτων και βρίσκεται επί της απαραίτητης ιστορικής έρευνας για το πρώτο του μυθιστόρημα. Το Δεκέμβριο του 2014 κερδίζει το 1ο πανελλήνιο βραβείο στο Διαγωνισμό με θέμα : "το δείπνο",που διοργάνωσε το περιοδικό βιβλιοκριτικής diavasame.gr και το ιταλικό εστιατόριο da bruno, με το διήγημα του "ΔΕΙΠΝΟ ΣΤΟ ΜΕΤΩΠΟ". Συνεργάζεται με τον Κώστα Θερμογιάννη και τον υπέροχο λογοτεχνικό ιστοχώρο του "το βιβλίο.net", όπου δημοσίευσε σε συνέχειες την ερωτοβαμπιρική του Νουβέλα "Ρουβικώνας , ο Απέθαντος Εραστής" και συνεχίζει με την δική του στήλη "οι Παράξενες Ιστορίες του Δημήτρη Μποσκαΐνου" σε (σχεδόν) εβδομαδιαία βάση. Το τελευταίο διάστημα συνεργάζεται με την συγγραφέα, ηθοποιό και σκηνοθέτη Άντα Τσεσμέλη κι ετοιμάζουν μαζί Θεατρικές Καταστάσεις που θα συζητηθούν...

1 σχόλιο

  1. Ανώνυμος

    Τι να πω…….τι να περιγραψω.τα λογια μου φτωχα μπροστα σε αυτο που μολις διαβασα…σαν να το εβλεπα μπροστα μου!ευγε!!!!

    Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Ερωτηματολόγιο 2017

Βοηθήστε μας να γίνουμε καλύτεροι!

Εγγραφείτε στο newsletter

Έλληνες εκδότες

Έλληνες εκδότες

Υποβολή συμμετοχής!

Ακολουθήστε μας!

Ακόλουθοι

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!