Select Page

Ρουβικώνας ο Απέθαντος Εραστής

Ρουβικώνας ο Απέθαντος Εραστής

 

ΦΑΕΘΩΝΑΣ
ΑΓΓΕΛΟΣ ΘΑΝΑΤΟΥ

Ρωσία
Μόσχα 1613

Το κίνημα του Λαού, υπό την ηγεσία του Κουζμά Μίνιν και του Ντμίτρι Παζάρσκι απελευθέρωσε τη Μόσχα από τα στρατεύματα των Πολωνών.
Το φθινόπωρο του 1612 το στράτευμα των εθελοντών, νίκησε στη μάχη δίπλα από τα τείχη του Κρεμλίνου τον πολυάριθμο πολωνικό στρατό, και στις τέσσερις Νοεμβρίου τους εξανάγκασε σε  παράδοση.
Ο Φαέθωνας Γιαμπόρωφ συμμετείχε ως λοχαγός στην μάχη για την απελευθέρωση. Οι πόλεμοι που έλαβε μέρος ανά τους αιώνες, άφησαν στο κορμί του ανεξίτηλα σημάδια – μνήμες.
Είχε κοντέψει να ακρωτηριαστεί τρεις φορές ως Οπρίτσνικος, (εντεταλμένο ένοπλο όργανο της Εξαίρεσης που θέσπισε ο Ιβάν ο Δ’, σε συνεργασία με την Εκκλησία) στο πλάι του Ιβάν του Δ’ του Τρομερού στην μεγάλη σφαγή στο Νόβγκοροντ, σαράντα και πλέον χρόνια πίσω, όπου χάθηκαν χιλιάδες ζωές σαν αποτέλεσμα της ισοπέδωσης ολόκληρων πόλεων.
Ο Ιβάν ο Δ’, με καταγωγή από τη βυζαντινή οικογένεια των Παλαιολόγων έγινε ο πρώτος Τσάρος (Καίσαρας) της Ρωσίας. Ήταν ένας από τους αγριότερους και πιο βάναυσους βασιλιάδες της. Η συμπεριφορά του ήταν απρόβλεπτη. Είχε έντονες ψυχολογικές διακυμάνσεις καθώς συχνά τον καταλάμβανε δολοφονική μανία ενώ λίγες στιγμές μετά έκλαιγε ζητώντας συγχώρεση από το Θεό. Εκτελούσε φίλους κι εχθρούς χωρίς να διστάζει ενώ ηρεμούσε μόνο από την πανέμορφη Αναστασία Ρομάνοβα, την πρώτη του γυναίκα, ο θάνατος της οποίας τον τρέλανε τελειωτικά.
Μετά την απελευθέρωση της Μόσχας το 1612 ο Φαέθωνας είχε αποκτήσει δόξα και πλούτη. Ζούσε μια άνετη ζωή σε μια πολυτελή έπαυλη με τρεις πανέμορφες κοπέλες που τον υπηρετούσαν και φρόντιζαν για τα πάντα. Οι δύο μεγαλύτερες ήταν μυημένες στη μάχη και στον έρωτα από τον ίδιο κι έκαναν όλες τις βαριές δουλειές μαζί του.
Η μεγαλύτερη ήταν η Γιάνκα, μια ψηλή μελαχρινή γυναίκα με μάτια όμοια με σμαράγδια κι αγέρωχο παρουσιαστικό. Η Γιάνκα έμοιαζε με αρχαία Ελληνίδα Θεά, με τα μαλλιά της μαζεμένα ψηλά πάνω από το υπέροχο κεφάλι της, καθώς έπεφταν σε μπούκλες έως τη μέση της πλάτης. Ήταν άριστη τοξοβόλος και μαγείρευε τόσο νόστιμα, όσο κανένας μάγειρας της εποχής
Η δεύτερη σε ηλικία γυναίκα, ήταν η Μάσσκα. Εξαδέλφη της Γιάνκα από την πλευρά της μητέρας της, πανύψηλη και γλυκιά, καστανή με τεράστια καφέ μάτια. Η Μάσσκα χειριζόταν με μαεστρία μικρά ξίφη και γνώριζε όλα τα βότανα και τα μυρωδικά, τα θεραπευτικά και τα δηλητηριώδη. Μπορούσε το ίδιε εύκολα και αποτελεσματικά, να χαρίσει την υγεία ή το θάνατο. Ήταν εκείνη που περιποιόταν τις πληγές του Φαέθωνα και βοηθούσε στην γρηγορότερη ίαση τους.
Η τρίτη, η μικρότερη και πιο όμορφη απ όλες ήταν η Κάτια, η αγαπημένη του Κατιούσα. Ήταν δεκαεννέα ετών, πιο κοντή από τις άλλες δυο με υπέροχα γαλανά μάτια και ξανθά μαλλιά. Το μυαλό της ήταν μόνιμα σε εγρήγορση, Ήταν η εξυπνότερη .Μιλούσε τρεις γλώσσες και λάτρευε τα βιβλία.
Ο Φαέθωνας ένοιωθε πατρική στοργή για τη μικρή, την οποία απολάμβαναν από κοινού, με αποτέλεσμα να μη συνευρεθούν ποτέ ερωτικά. Την πήρε υπό την προστασία του από τα πέντε της όταν μικρό κοριτσάκι ακόμα, έχασε τους γονείς της από πανούκλα και τη βρήκε να περιπλανιέται βρώμικη και πεινασμένη στα χιονισμένα δρομάκια της Μόσχας.
Η Κάτια άργησε να συνηθίσει το τρομακτικό, της μη ανθρώπινης φύσης του Φαέθωνα και δεν γνώριζε ότι, οι Γιάνκα και Μάσσκα που είχε σα μεγαλύτερες αδερφές της ήταν επίσης βρικόλακες.
Τις μεταμόρφωσε, λίγο πριν πεθάνουν, όταν πενήντα χρόνια πριν, πολεμώντας στο πλάι του Ιβάν του Τρομερού, τις βρήκε αγκαλιασμένες να αιμορραγούν μέχρι θανάτου, σε έναν αχυρώνα. Σκότωσε τους στρατιώτες που ετοιμαζόντουσαν να τις βιάσουν και ήπιε το αίμα τους ζωωδώς. Τις έκρυψε σε δυο μεγάλα άδεια βαρέλια που βρήκε εκεί και γύρισε με το κάρο του το βράδυ να τις πάρει. Τις βρήκε με υπόλευκο πελιδνό βλέμμα να ρουφούν αίμα από ένα ψόφιο άλογο, ενώ μια μεγάλη κόκκινη λίμνη έβαφε άλικα το πεσμένο σανό.

………………………………………………………………………..

Ο Φαέθωνας μιλούσε συχνά για το φίλο του το Ρουβικώνα στην Κάτια, κι έβλεπε τα γαλάζια μάτια της να λάμπουν κάθε φορά που άκουγε το όνομά του. Της είπε για την μεγάλη κατηφόρα που πήρε η ψυχή του μετά το θάνατο της μεγάλης του Αγάπης και το πως αναγκάστηκε να τον λυτρώσει από τα εγκόσμια δεσμά γλυτώνοντας τον από την αυτοκτονία. Η Κάτια του είπε πως θα ήθελε πολύ να γνωρίσει αυτό τον όμορφο κι ευγενή νέο και θα της έκανε μεγάλη ευχαρίστηση να την έπαιρνε μαζί του σε ένα από τα ταξίδια του στη Γαλλία.

………………………………………………………………………..

Ήταν χαράματα.
Η Κάτια κοιμόταν γλυκά έχοντας πεσμένο στο στήθος της το αγαπημένο βιβλίο που τις χάρισε συντροφιά μέσα στην παγερή Ρώσικη νύχτα.
Ο Φαέθωνας, κοιμόταν κι εκείνος αποκαμωμένος μετά από μια νύχτα γεμάτη ανομολόγητο πάθος κι έρωτα με τις μελαχρινές του μετρέσες . Ήταν σκεπασμένος μ ένα πορφυρό σκέπασμα που χε πάνω του χρυσοκεντημένες σκηνές από μάχες. Η Μάσσκα και η Γιάνκα ολόγυμνες, ήταν πεσμένες πάνω από το σκέπασμα, και τα υπέροχα κορμιά τους σχημάτιζαν ένα τέλειο πίνακα με πορφυρό και χρυσό φόντο. Το χέρι της Γιάνκα ήταν πεσμένο από εξάντληση πάνω από τη λεπτή μέση της Μάσσκα η οποία με τη σειρά της ανέπνεε γλυκά και ζέσταινε το λαιμό του Φαέθωνα. Τα στήθη τους σφιχτά και σφριγηλά ακουμπούσαν και πίεζαν το κόκκινο βελούδο, ενώ τα γυμνασμένα τους οπίσθια σαν χιονισμένοι λόφοι πότιζαν με ομορφιά, το θεόρατο κρεβάτι.
Η Γιάνκα ξύπνησε και φίλησε γλυκά τα κερασένια χείλη της Μάσσκα ξυπνώντας της. Τα μάτια της μαρτυρούσαν μια ένταση κι ένα ένστικτο, χαρακτηριστικό των απέθαντων.
Αίμα.
Κάπου στην πόλη κυκλοφορούσε φρέσκο ανθρώπινο και ζωντανό αίμα. Έπρεπε να βιαστούν και να εκμεταλλευτούν το χάραμα και το βαθύ ύπνο του Αφέντη τους.
Σε λίγα λεπτά, δυο ολόλευκα άλογα κάλπαζαν δυνατά προς το έρημο ακόμα, κέντρο της Πόλης με δυο μαυροφορεμένες μορφές πάνω τους, με χαρακτηριστικά που έκρυβαν οι μαύρες κουκούλες των μανδύων τους.
Στην κεντρική πλατεία, ένα απόσπασμα στρατιωτών πρόσεχε δυο μικρά κορίτσια, γόνους βασιλικής οικογένειας, στον πρωινό τους περίπατο και στην επιπλέον ασφάλεια του έρημου πρωινού.
Ξεπέζεψαν κι έδεσαν τα άλογα στο τελευταίο στενό πριν την πλατεία. Ανέβηκαν σε μια μικρή υπερυψωμένη αυλή και παρακολουθούσαν. Το σχέδιο ήταν απλό. Η Γιάνκα θα παρέσερνε τους τρείς στρατιώτες αποσπώντας τους την προσοχή, ενώ η Μάσσκα θα έπαιρνε τις γαλαζοαίματες. Παρά το πρωινό Ρώσικο κρύο η Γιάνκα πέταξε το ζεστό της μανδύα και κατευθύνθηκε λύνοντας τα πλούσια μαλλιά της προς το απόσπασμα. Οι χούφτες της κλειστές, έκρυβαν μια υπνωτική σκόνη που είχε φτιάξει η μικρή για ανάλογες περιστάσεις. Οι στρατιώτες άρχισαν να φωνάζουν προς το μέρος της δυνατά και οι μικρές πριγκίπισσες σήκωσαν το βλέμμα τους από τη παγωμένη λιμνούλα και την κοίταξαν. Οι φωνές μαλάκωσαν σε ένταση και το αυστηρό βλέμμα μετατράπηκε σε χαμόγελα καθώς η σπάνια ομορφιά της Γιάνκα μάγεψε τους βρώμικους και παγωμένους στρατιώτες χαρίζοντάς τους ένα θέαμα πέρα από οτιδήποτε είχαν δει στην δύσκολη ζωή τους. Εκμεταλλευόμενη την μαγεία που έστειλε η μορφή της, τους αγκάλιασε κι έφερε πιο κοντά το κορμί της στο δικό τους. Άρχισε να χορεύει και να λικνίζεται σαν νεράιδα κι όταν ήταν πια κοντά της σε απόσταση φιλιού, σήκωσε ψηλά τα χέρια της και στριφογύρισε αφήνοντας την λευκή σκόνη να πέσει ανακατεμένη με τις πρωινές χιονονιφάδες. Την ίδια στιγμή άρχισε να απομακρύνεται χορεύοντας, αφήνοντας τους στη χαύνωση και στην ταχύπνοια του πόθου, να ρουφούν αχόρταγα τον παγωμένο αέρα και τον. ..ύπνο.
Τα παιδιά είδαν τους στρατιώτες να πέφτουν ένας – ένας γλυκά πάνω στο φρέσκο χιόνι κι έτρεξαν απορημένα γελώντας και νομίζοντας ότι πρόκειται για παιχνίδι… η Μάσσκα εμφανίστηκε από πίσω τους τρέχοντας κι αυτή και φωνάζοντας : “Τώρα τα φυλάνε εκείνοι..ελάτε πάμε να κρυφτούμε όσο είναι καιρός…το κρυφτό μόλις ξεκίνησε” .
Οι δυο γυναίκες άρχισαν να τρέχουν προς το μέρος που είχαν αφήσει τα άλογα. Η ομορφιά τους και τα χαμόγελα στα πρόσωπα των στρατιωτών δεν άφησαν τις μικρές να υποψιαστούν το παραμικρό. Μόλις οι τέσσερις τους χάθηκαν πίσω από το σκοτάδι που χάριζε η μεγάλη σκιά του πρώτου σπιτιού, τα δυο κορίτσια βρέθηκαν ξαπλωμένα με τη βία στο χιόνι να κοιτάζουν δυο θηλυκά τέρατα με κατακόκκινα μάτια, και δόντια μεγάλα και κοφτερά σαν εκείνα των λύκων, των παραμυθιών.
“Γαλαζοαίματες” ψέλλισε η Γιάνκα τρέμοντας από έξαψη. “Αυτό σημαίνει πολλούς μήνες χωρίς το άνοστο και λερό αίμα των ζώων…” Τη στιγμή που τα δόντια της απείχαν μια τρίχα από τον ζεστό παιδικό λαιμό…ένας βέλος τρύπησε το κρανίο της στο μέτωπο και την άφησε ακίνητη, όμοια με άγαλμα να κοιτάζει αόριστα εμπρός, καθώς η μιαρή ζωή της την άφηνε γρήγορα.
Δυο στρατιώτες, κρυμμένοι κι αυτοί σε ένα ψηλό μπαλκόνι είχαν δει τα πάντα. Ο ένας όπλιζε ξανά τη βαλλίστρα του και τοποθέτησε νέο βέλος στη σχισμή, ενώ ο άλλος είχε κιόλας ξεσπαθώσει κι έτρεχε προς τις γυναίκες ουρλιάζοντας , μια θανατερή ιαχή.
Η Μάσσκα κρατούσε το δεύτερο κορίτσι στο χιόνι και δεν μπορούσε να πάρει τα μάτια της από το άψυχο βλέμμα της εξαδέλφης της. Όταν συνειδητοποίησε τι είχε συμβεί, η Γιάνκα έπεσε μπρούμυτα πάνω από το παιδί, ενώ μ ένα συριστικό ήχο το βέλος καρφώθηκε πιο βαθιά στο κρανίο της κι έβαψε κατακόκκινο το λευκό. Η Μάσσκα μάζεψε ασυνείδητα όλο τον αέρα που χωρούσαν τα πνευμόνια της κι εξέπνευσε κραυγάζοντας θρηνητικά. Ένα λυγμό που τα δυο ανήλικα δεν θα ξεχνούσαν ποτέ σε όλη τους τη Ζωή. Την κραυγή της στο τέλος της, διέκοψε το ξίφος του δεύτερου στρατιώτη που ξερίζωσε το κεφάλι από τους ώμους της κι άρχισε να περιστρέφεται με σφαλιστά μάτια στον αέρα, μ ένα θανατερό ματωμένο γουργούρισμα.

………………………………………………………………………..

Θάνατος, παγωνιά και φρίκη παραμόρφωσαν τα πρόσωπα της Γιάνκα και Μάσσκα, καθώς τα άψυχα κεφάλια τους στόλιζαν παλουκωμένα το κέντρο της Μόσχας, με πλήθος κόσμου μαζεμένου τριγύρω να καλύπτει το πρόσωπο του από το τσουχτερό κρύο του πρωινού και την τρόμο της εικόνας. Ανάμεσά τους και ο Φαέθωνας ντυμένος ώστε να μην αναγνωρίζεται, έκλαιγε κι έβριζε για την απερισκεψία που έδειξαν οι μετρέσες του και τους στοίχισε τη Ζωή.
Ώρες αργότερα, έχοντας μαζέψει όπως – όπως, ότι είχε αξία για εκείνον, ρούχα, βιβλία, αναμνηστικά και σακιά με χρυσές λίρες, τα στοίβαζε με τη βοήθεια της μικρής του Κάτιας σε μια μεγάλη ξύλινη άμαξα. Πήραν μαζί τους τροφή για αρκετό διάστημα,νερό και κρασί σε ασκούς και ξεκίνησαν γρήγορα με τα τέσσερα μαύρα άλογα που είχαν απομείνει στον στάβλο.
Την ώρα που οι στρατιώτες πλησίαζαν την έπαυλη του Φαέθωνα, εκείνη καιγόταν συθέμελα μαζί με τους στάβλους και τα υπάρχοντά του Λοχαγού.
Ενώ το ταξίδι τους ξεκίνησε κάπως απότομα καθώς δε γινόταν αλλιώς, άρχισε να διηγείται στη Κατιούσα όσα δε γνώριζε. Εκείνη ζωντάνευε με το μυαλό της κάθε εικόνα και το αρχικά απορημένο της βλέμμα μετατράπηκε σε μικρές ξέχειλες από δάκρυα, λίμνες
Το ταξίδι για τη Γαλλία θα ήταν μεγάλο και …δίχως επιστροφή.

 

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ ΣΤΟ ΕΠΟΜΕΝΟ

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6

ΚΑΤΙΟΥΣΑ
ΑΓΑΠΗ ΞΑΝΑ

Επιμέλεια κειμένου

Δημήτρης Μποσκαΐνος

Ο Δημήτρης Π. Μποσκαΐνος είναι 43 ετών παντρεμένος και πατέρας μιας κόρης. Ζει κι εργάζεται ως πολιτικός μηχανικός στην Αθήνα, κι όταν δε βρίσκεται στη δουλειά ή με την οικογένειά του, συνήθως γράφει και χαλαρώνει στον… Κόσμο του.
Λάτρης της λογοτεχνίας του Φανταστικού από παιδί, γράφει ιστορίες για αγρίους, παράξενες ή με χιούμορ, λυτρωτικές ή θέτοντας προβληματισμούς… Το γράψιμο είναι για εκείνον, αυτοκριτική και ψυχοθεραπευτική μέθοδος που μαζί με τη μουσική και τον ποιητικό λόγο τον βοηθούν να αντέχει το σήμερα.
Ξεκίνησε προ τριετίας να δημοσιεύει μικρά διηγήματα στα e-magazines: microstory.gr, bibliotheque.gr, staxtes.com, ideostato.gr, ενώ τα 24grammata.gr του δημοσίευσαν και το πρώτο τουebook με τίτλο «Παράξενες Ιστορίες».
Με τις δημοσιεύσεις του να ξεπερνούν τις 50 μέσα σε τρία χρόνια (διηγήματα, κείμενα και ποίηση) ετοιμάζει πυρετωδώς με τους λογοτεχνικούς του πράκτορες (Αγγέλα Παντελή και Στέφανο Ξένο), την πρώτη του συλλογή διηγημάτων και βρίσκεται επί της απαραίτητης ιστορικής έρευνας για το πρώτο του μυθιστόρημα.
Το Δεκέμβριο του 2014 κερδίζει το 1ο πανελλήνιο βραβείο στο Διαγωνισμό με θέμα : “το δείπνο”,που διοργάνωσε το περιοδικό βιβλιοκριτικής diavasame.gr και το ιταλικό εστιατόριο da bruno, με το διήγημα του “ΔΕΙΠΝΟ ΣΤΟ ΜΕΤΩΠΟ”.
Συνεργάζεται με τον Κώστα Θερμογιάννη και τον υπέροχο λογοτεχνικό ιστοχώρο του “το βιβλίο.net”, όπου δημοσίευσε σε συνέχειες την ερωτοβαμπιρική του Νουβέλα “Ρουβικώνας , ο Απέθαντος Εραστής” και συνεχίζει με την δική του στήλη “οι Παράξενες Ιστορίες του Δημήτρη Μποσκαΐνου” σε (σχεδόν) εβδομαδιαία βάση.
Το τελευταίο διάστημα συνεργάζεται με την συγγραφέα, ηθοποιό και σκηνοθέτη Άντα Τσεσμέλη κι ετοιμάζουν μαζί Θεατρικές Καταστάσεις που θα συζητηθούν…

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Ημερολόγιο 2018

Κερδίστε το!

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!