Select Page

Ρουβικώνας Ο Απέθαντος Εραστής

Ρουβικώνας Ο Απέθαντος Εραστής

Ρουβικώνας ο Απέθαντος Εραστής
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6

ΚΑΤΙΟΥΣΑ….
ΑΓΑΠΗ ΞΑΝΑ

Το ταξίδι της επιστροφής χάρισε κούραση στο σώμα και ένα απέραντο γκρι στην ψυχή.
Η ταλαιπωρία ήταν αποτυπωμένη στο πρόσωπο της Κάτιας, καθώς μαύροι κύκλοι στα υπέροχα γαλανά μάτια της και σκασμένα από το κρύο χείλη, έκρυβαν την νεανικότητα και την ακμή που είχε συνηθίσει να βλέπει ο Φαέθωνας, σε πιο ήσυχες μέρες.
Μπήκαν στο Παρίσι χαράματα Παρασκευής και κατευθύνθηκαν προς την έπαυλη του Ρουβικώνα. Οι περιπέτειες της επιστροφής στη Γαλλία, το κρύψιμο από τους στρατιώτες της Ρώσικης φρουράς, καυγάδες με μεθυσμένους στα πανδοχεία που διανυκτέρευαν κι ένα διαρκής φόβος που τους ανάγκαζε να έχουν μόνιμα το βλέμμα στραμμένο πίσω τους, τους είχε εξαντλήσει αφάνταστα.
Η άμαξα του Φαέθωνα πέρασε την κεντρική είσοδο.
Ο Ρουβικώνας κατηφής και βυθισμένος στις θρηνητικές σκέψεις του, σηκώθηκε και κοίταξε από το κεντρικό μεγάλο παράθυρο στο σαλόνι. Ένα αμυδρό χαμόγελο διαγράφηκε στο πελιδνό και χωρίς αίσθημα για καιρό, πρόσωπο του καθώς αναγνώρισε το Φαέθωνα.
Δεν ήταν μόνος…
Το βλέμμα του έπεσε στον μικρό ταλαιπωρημένο άγγελο που έφερνε μαζί του. Αυτή τη μικροκαμωμένη ξανθιά ύπαρξη που έστεκε μετά βίας στο πλάι του, πάνω στο παγκάκι της άμαξας, με κορμί να ταλαντεύεται και σχεδόν έτοιμο να σωριαστεί από την κακουχία.
Ένοιωσε μια ξαφνική πίεση στο εσωτερικό του κεφαλιού του κι ασυνείδητα εισέπνευσε όσο αέρα γινόταν μεμιάς σα να αναδύθηκε μέσα από τα νερά μιας λίμνης γλυτώνοντας τον πνιγμό την τελευταία στιγμή.
Πεπρωμένο…
Έτρεξε να προϋπαντήσει αλλά και να βοηθήσει τους κουρασμένους ταξιδιώτες.
Μόλις πλησίασε την άμαξα, ο Φαέθωνας βοηθούσε κιόλας την Κάτια να κατέβει. Κοίταξε για μια στιγμή λυτρωμένη τον ουρανό και λιποθύμησε μέσα στην αγκαλιά του Ρουβικώνα από εξάντληση.
“Ελάτε Φαέθωνα… έχω ανάψει το τζάκι, το φαγητό είναι έτοιμο για σερβίρισμα… Θεέ μου από πόλεμο έρχεστε;”
“Σχεδόν” απάντησε νευρικά ο Φαέθωνας χτυπώντας τον φιλικά στην πλάτη… “θα τα πούμε όλα, σιγά – σιγά”.
Σερβιρίστηκε αχνιστή κρεατόσουπα η οποία έμενε να κρυώνει πάνω στο τραπέζι…η ευωδιά και η ζέστη της θα σήκωναν και πεθαμένους μα απείχε κατά πολύ από τις βλάσφημες και μη ανθρώπινες ορέξεις των δύο αντρών.
Ο Ρουβικώνας τοποθέτησε απαλά την Κάτια σε ένα ανάκλιντρο και τη σκέπασε με μια παχιά και ζεστή μάλλινη κουβέρτα. Την έτριψε στα χέρια και στο λαιμό με λάβδανο μέχρι που υποψίες ερυθρού χρώματος έδωσαν στο πρόσωπό της την εικόνα της Ζωντανής.
Ανακάτεψε τα ξύλα στο μεγάλο τζάκι και πρόσθεσε μερικά ακόμα. Οι σκιές στους μεγάλους τοίχους χόρευαν ζωηρές ένα χορό καλωσορίσματος.
Έδωσε ένα μπουκάλι μ ένα σκούρο υγρό στον Φαέθωνα και του ‘πε…”Έλα, πιες …θα σε ζωντανέψει”
Κατέβασε την πρώτη γουλιά… και γρύλισε από ευχαρίστηση… κάποιες μικρές φλέβες στο μέτωπό του παλλόταν… “Μα που το βρ…”
“μη ρωτάς… μόνο πιες να συνέλθεις” του αποκρίθηκε.
Το πανωφόρι του Φαέθωνα σκούρυνε όπου έπεφτε πάνω αυτό το εξαίσιας ποιότητας για τα γούστα του,
..Αίμα.
Έφερε το ξύλινο πιάτο με τη σούπα και προσπάθησε να ταΐσει λίγο τη μικρή.
“Τη λένε Κάτια… είναι η μικρή μου Κατιούσα” είπε ο Φαέθωνας στραγγίζοντας το μπουκάλι με ευχαρίστηση”
Για μια απειροελάχιστη στιγμή η Κάτια άνοιξε τα μάτια της και χαμογέλασε στο Ρουβικώνα. Ήταν όμως αρκετή… οι δυο γαλάζιες λίμνες των ματιών της χαράχτηκαν βαθιά στην μιαρή του ψυχή υποσχόμενες γαλήνη και κατανόηση… Της χαμογέλασε κι εκείνος καθώς είδε στα μάτια της την ελπίδα να βγει για όσο ήταν δυνατόν από το πένθος που τον σκέπαζε με το ζόφο του νύχτα και μέρα.
Κοιμήθηκε σχεδόν αμέσως σκεπασμένη και ζεστή πάνω στο ανάκλιντρο, μην έχοντας δύναμη ούτε να φάει.
Οι δύο παλιοί φίλοι, έκατσαν αντικριστά στο μεγάλο ξύλινο τραπέζι… χαμήλωσαν το φως σβήνοντας μερικά κεριά και κεράστηκαν αψέντι λέγοντας τα νέα τους, από όλο αυτό το διάστημα. Η χαύνωση του πράσινου μαγικού πιοτού, τους έκανε να ζήσουν ο ένας στις εικόνες και στις περιπέτειες του άλλου, ώστε όταν τελείωσαν το άλλο πρωί… ήταν σαν να μην είχαν χωρίσει ποτέ.

……………………………………………….

Άνοιξε ξανά τα μάτια της κι ο Ρουβικώνας ήταν και πάλι το πρώτο πράγμα που αντίκρισε. Χαμογέλασαν και οι δύο κι έμειναν να κοιτάζονται για μερικά λεπτά χωρίς να μιλούν. Ήξεραν τόσα πολλά ο ένας για τον άλλον από τις εκατέρωθεν διηγήσεις , αυτές τις τόσο υπέροχα ζωντανές ιστορίες που τους είπε ο Φαέθωνας που ήταν σα να γνωρίζονταν για χρόνια.
Στο τέλος από αμηχανία αλλά κι από ένα σκίρτημα που ένιωσαν από κοινού να σφίγγει τα στομάχια τους έσκασαν στα γέλια σα να άκουσαν ταυτόχρονα το ίδιο υπέροχο αστείο.
Έκανε ένα ζεστό μπάνιο σε μια μπανιέρα με τη βοήθεια δυο νεαρών υπηρετριών. Το λυτρωτικό ζεστό σαπουνόνερο και το απαλό μασάζ από τα έμπειρα χέρια των νεαρών κοριτσιών, έκανε το πλούσιο στήθος της να σφίξει και τις ρόγες της να σκουρύνουν σκληραίνοντας. Ντράπηκε και τις προέτρεψε να την αφήσουν να ολοκληρώσει μόνη το μπάνιο της. Χαλάρωσε και βυθίστηκε μέχρι το στόμα στο νερό μέχρι που κρύωσε σιγά – σιγά και την ανάγκασε να διακόψει. Τυλίχτηκε σε ένα ολόλευκο μπουρνούζι και γύρισε να ευχαριστήσει την υπηρέτρια που της το προσέφερε μεγάλο και ζεστό… ήταν εκείνος… που την κοιτούσε μαγεμένος… μέσα στο μυαλό του,την παρομοίασε με την αρχαία Ελληνίδα Θεά Αφροδίτη, καθώς σκέφτηκε πως ένα τόσο αιθέριο πλάσμα με ολόχρυση κόμη και υπέροχα μπλε μάτια, ένα τόσο αγγελικά πλασμένο κορμί με τέλειες και πλούσιες αναλογίες, μόνο από τον έρωτα μπορεί να είναι πλασμένο... για τον ίδιο τον Έρωτα.
Κοκκίνισε καθώς στο βλέμμα του αισθάνθηκε πιο γυμνή από ποτέ. Εκείνος της χαμογέλασε στοργικά και τράβηξε το μεγαλύτερο μέρος της ντροπής από το βλέμμα της. Την έκανε να αισθάνεται όμορφα, μα με έναν περίεργο τρόπο διαφορετικό από εκείνο τον πατρικό που αισθανόταν για το Φαέθωνα.
Οι μέρες κύλησαν όμορφα με τους δυο νέους να έρχονται ολοένα πιο κοντά ελευθερώνοντας μύχιες σκέψεις όνειρα και επιθυμίες.
Ένα απόγευμα ο Φαέθωνας έλαβε ένα γράμμα.
Ένας παλαίμαχος Ρώσος στρατιωτικός στάλθηκε με μερικούς επίλεκτους στρατιώτες, από τον ίδιο τον Αυτοκράτορα μυστικά για να σκοτώσει και τους δυο φυγάδες και να μη γυρίσει πίσω χωρίς τα κεφάλια τους, αν δεν το είχαν κάνει οι κακουχίες και οι ληστές που θα συναντούσαν στο μεγάλο τους ταξίδι.
Το ίδιο βράδυ ο Φαέθωνας εξήγησε στο Ρουβικώνα ότι ξεκούραστος πια έπρεπε να φύγει και πάλι για να μην ξεσπάσει πάνω στο φίλο του η Ρώσικη οργή, άσβεστη και τραχιά και μάλιστα για κάτι που δεν διέπραξε ο ίδιος. Νωρίς το πρωί έφυγε μόνος του με ένα άλογο και προμήθειες λίγων ημερών κι άφησε την Κατιούσα του να την προσέχει ο καλύτερος του φίλος. Έβλεπε κι ο ίδιος χαρούμενος το πόσο κοντά είχαν έρθει και χαιρόταν στην ιδέα να καταφέρει η Κάτια να τραβήξει το μαύρο πέπλο που σκέπαζε τον Ρουβικώνα μετά το Θάνατο της μεγαλύτερης αγάπης του. Εκείνης της οποίας τη θύμηση δεν ήθελε να ξεχάσει ποτέ.

Της υπέροχης κι αδικοχαμένης Ντονατέλλα…

……………………………………………….

Ήταν απόγευμα κι ο Ήλιος χάριζε μια ακόμα υπέροχα ζεστή για την εποχή, ημέρα σε ολόκληρη τη Γαλλία. Ήπιαν κρασί κι έπαιξαν σα μικρά παιδιά, ντάμα και σκάκι για ώρες…φλέρταραν κορόιδεψαν ο ένας τον άλλο και κυνηγήθηκαν από δωμάτιο σε δωμάτιο…με πάντα την ίδια κατάληξη… σφιχτές αγκαλιές κι αρωματισμένες – παραλίγο παθιασμένα φιλιά – ανάσες…
Η Κατιούσα χάθηκε με το αραχνοΰφαντο λευκό φόρεμα – ήταν η πρώτη και μόνη που άφησε ο Ρουβικώνας να φορέσει ρούχο της Ντόνας – στο δωμάτιό της όπου ξάπλωσε για λίγο κουρασμένη…
Ο Ρουβικώνας κάθισε στο ανάκλιντρο και χάθηκε για κάποιες στιγμές στο μαύρο ποτάμι της θλίψης και της ανάμνησης της Ντονατέλλα κοιτάζοντας ένα πορτραίτο που με δική του διαταγή φιλοτεχνήθηκε από τον μεγαλύτερο ζωγράφο που γνώριζε τότε η Ευρώπη.
Μονολογούσε… “Ντόνα, γλυκιά μου Ντονατέλλα, εκεί που η ψυχή σου αναπαύεται και η θύμηση σου ζωντανεύει μέσα από μένα για πάντα στους Αιώνες” κόμπιασε… η παρουσία της Κάτιας σκέπαζε ξαφνικά κι απροειδοποίητα τις σκέψεις του και τον έλουζε με ενοχές… Η Ντόνα απέναντί του, χαμογελούσε ακίνητη στο πορτραίτο της, αλλά ο ίδιος δεν μπορούσε να καταλάβει αν ενέκρινε τα αισθήματα που για πρώτη φορά άρχισαν να γεννιούνται μέσα του για άλλη γυναίκα, ή αν το χαμόγελο ήταν ειρωνικό…βασανίζονταν.
Βασανίστηκε για ώρα με σκέψεις λογικές, πασπαλισμένες με το παράλογο του αυθορμητισμού και του Έρωτα που δε νοιάζεται για τις υπαγορεύσεις του μυαλού και της λογικής. Από την πρώτη ματιά το κατάλαβε πριν από λίγο καιρό ότι η Κάτια δεν θα ήταν μια ακόμη γυναίκα….από τις πολλές που ήρθαν κι έφυγαν από τη Ζωή του.
Εκεί που είχε βυθιστεί σε μια ύπουλη θάλασσα γεμάτη σκέψεις θύμισες και προβληματισμούς, κι έμοιαζε χαμένος ολοκληρωτικά, τρόμαξε νοιώθοντας το φως να χάνεται καθώς δυο δροσερά και μικρά χέρια σκέπασαν τα μάτια του και κόπασαν για λίγο τη φωτιά του με τη …δική τους.
Τα έπιασε κι έκανε να τα τραβήξει απαλά χαμογελώντας. Τα χέρια όμως επέμειναν στη θέση τους, ενώ δυο χείλη άρχισαν να ψιθυρίζουν γλυκά στο αυτί του, σέρνοντας μαλακά τις καταλήξεις των ψιθυρισμών… “Ρουβικώναααα, τα ξέρω όλαααα, μην αισθάνεσαι άσχημα, είμαι εδώ για σένα και τώρα και πάνταααα, άσε με να σε βοηθήσω να γλυκάνεις τον πόνο σου, άσε με να φωτίσω τα σκοτάδια σου… τι νόημα έχει να ζεις αν είναι να ζεις έτσι Αγάπη μουυυυυυυυ”…Ετοιμάστηκε να ψιθυρίσει …Ντονατέλλαααα, μα το ένα λευκό χέρι κατέβηκε από τα μάτια στο στόμα του και σχημάτισε με το δείκτη του στα χείλια του το σήμα της σιωπής…”ΣΣΣΣΣΣΣΣΣ” του ψιθύρισε και τότε εκείνος αντίκρισε μπροστά του ολόγυμνη την Αφροδίτη του, τη μικρή του Κάτια.
Η υπέροχη μορφή της τον ζάλισε και προσπάθησε να αρθρώσει μια λέξη… οποιαδήποτε… δε κατάφερε τίποτα καθώς τα χείλη της σφράγισαν τα δικά του ολοσχερώς σε ένα από τα πιο καυτά και παθιασμένα φιλιά που πήρε ποτέ του…Άρχισε να τον φιλάει παντού σε όλο του το πρόσωπο κι όταν έφτασε στο αυτί του αφού έπαιξε λίγο με το λοβό του, του ψιθύρισε…”Να την αγαπάς όπως καμιά, να την έχεις πάντα εκεί που θες στην Καρδιά σου, μα πρεπει και να ζεις Ρουβικώνααααα… Ζήσε… ξεκίνα να ζεις μαζί μου…κάνε με Γυναίκα Ρουβικώωωναααααα”… “Εσένα διαλέγω …κάνε με Γυναίκααααα”.
Την έσφιξε πάνω του με τόση δύναμη που εκείνη πίστευε πως θα έσβηνε. Την πόνεσε και τη γλύκανε μαζί , την μια στιγμή την πίεζε πάνω του και την άλλη χαλάρωνε και την άφηνε να τον τραβάει πάνω της εκείνη… της χάρισε τον Έρωτά με τρόπο που του θύμισε αισθήματα που είχε αρχίσει να ξεχνά. Ένοιωσε ξανά μετά από τόσο καιρό… Ζωντανός.
Το χάραμα τους βρήκε αγκαλιασμένους σαν ένα σώμα, μπροστά στο τζάκι… οι φλόγες γυάλιζαν στα πυρόξανθα μαλλιά τους. Δεν ήταν μόνο Έρωτας εκείνη η πληρότητα που ένοιωθαν ο ένας για τον άλλο, κι εκείνη τη νύχτα κι άλλες πολλές που ακολούθησαν, καθώς εκείνος της έδειχνε όλα τα υπέροχα μονοπάτια του πάθους και πως να περπατάει μαζί του σε κείνα…ήταν κάτι πολύ μεγαλύτερο με μεγαλύτερη διάρκεια
ήταν Αγάπη.
Αγάπη ξανά…

……………………………………………….

Μερικές χιλιάδες χιλιόμετρα Βορειότερα ένας λαβωμένος άσχημα Ρώσος στρατιωτικός κάλπαζε προς τη Ρωσία με τους δύο εναπομείναντες στρατιώτες του. Μετά από μια λυσσαλέα μάχη τριών ημερών, επέστρεφε καταρρακωμένος μα νικητής στον Αυτοκράτορα, με δυο κεφάλια μέσα σε ένα καφετί σάκο. Το ένα ήταν αυτό του Βρικόλακα Φαέθωνα και το άλλο μιας ξανθιάς νεαρής πόρνης με την οποία τους βρήκαν μαζί.
Η αποστολή του είχε στεφθεί με επιτυχία.
Εκείνο που δεν θα μάθαινε ποτέ, τόσο ο Αυτοκράτορας όσο και ο ίδιος ο Ρουβικώνας ήταν ότι και η προσωπική αποστολή του ίδιου του Φαέθωνα είχε με κάποιο τρόπο ολοκληρωθεί επίσης…

συνεχίζεται στο επόμενο και

τελευταίο
Κεφάλαιο 7
“στους Αιώνες

των Αιώνων”

Επιμέλεια κειμένου

Δημήτρης Μποσκαΐνος

Ο Δημήτρης Π. Μποσκαΐνος είναι 43 ετών παντρεμένος και πατέρας μιας κόρης. Ζει κι εργάζεται ως πολιτικός μηχανικός στην Αθήνα, κι όταν δε βρίσκεται στη δουλειά ή με την οικογένειά του, συνήθως γράφει και χαλαρώνει στον… Κόσμο του. Λάτρης της λογοτεχνίας του Φανταστικού από παιδί, γράφει ιστορίες για αγρίους, παράξενες ή με χιούμορ, λυτρωτικές ή θέτοντας προβληματισμούς... Το γράψιμο είναι για εκείνον, αυτοκριτική και ψυχοθεραπευτική μέθοδος που μαζί με τη μουσική και τον ποιητικό λόγο τον βοηθούν να αντέχει το σήμερα. Ξεκίνησε προ τριετίας να δημοσιεύει μικρά διηγήματα στα e-magazines: microstory.gr, bibliotheque.gr, staxtes.com, ideostato.gr, ενώ τα 24grammata.gr του δημοσίευσαν και το πρώτο τουebook με τίτλο «Παράξενες Ιστορίες». Με τις δημοσιεύσεις του να ξεπερνούν τις 50 μέσα σε τρία χρόνια (διηγήματα, κείμενα και ποίηση) ετοιμάζει πυρετωδώς με τους λογοτεχνικούς του πράκτορες (Αγγέλα Παντελή και Στέφανο Ξένο), την πρώτη του συλλογή διηγημάτων και βρίσκεται επί της απαραίτητης ιστορικής έρευνας για το πρώτο του μυθιστόρημα. Το Δεκέμβριο του 2014 κερδίζει το 1ο πανελλήνιο βραβείο στο Διαγωνισμό με θέμα : "το δείπνο",που διοργάνωσε το περιοδικό βιβλιοκριτικής diavasame.gr και το ιταλικό εστιατόριο da bruno, με το διήγημα του "ΔΕΙΠΝΟ ΣΤΟ ΜΕΤΩΠΟ". Συνεργάζεται με τον Κώστα Θερμογιάννη και τον υπέροχο λογοτεχνικό ιστοχώρο του "το βιβλίο.net", όπου δημοσίευσε σε συνέχειες την ερωτοβαμπιρική του Νουβέλα "Ρουβικώνας , ο Απέθαντος Εραστής" και συνεχίζει με την δική του στήλη "οι Παράξενες Ιστορίες του Δημήτρη Μποσκαΐνου" σε (σχεδόν) εβδομαδιαία βάση. Το τελευταίο διάστημα συνεργάζεται με την συγγραφέα, ηθοποιό και σκηνοθέτη Άντα Τσεσμέλη κι ετοιμάζουν μαζί Θεατρικές Καταστάσεις που θα συζητηθούν...

Υποβολή σχολίου

Ερωτηματολόγιο 2017

Βοηθήστε μας να γίνουμε καλύτεροι!

Εγγραφείτε στο newsletter

Έλληνες εκδότες

Έλληνες εκδότες

Υποβολή συμμετοχής!

Ακολουθήστε μας!

Ακόλουθοι

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!