Select Page

Ρουβικώνας ο Απέθαντος Εραστής

Ρουβικώνας ο Απέθαντος Εραστής

Ρουβικώνας ο Απέθαντος Εραστής

Λένε ότι κάποιος πεθαίνει στ αλήθεια όταν τον ξεχάσουν… κι εκείνος Δεν Θέλει να Την Ξεχάσει …Ποτέ

 

Ρουβικώνας

Ρουβίκων (Rubico) είναι το λατινικό όνομα ενός μικρού ποταμού στη βόρεια Ιταλία που χυνόταν στην Αδριατική θάλασσα.
Στη ρωμαϊκή εποχή, κατά τη ρεπουμπλικανική περίοδο, ο νόμος απαγόρευε στους Ρωμαίους στρατηγούς να τον διαβούν με τις λεγεώνες τους. Το μέτρο αποσκοπούσε στο να αποτρέψει την είσοδο στρατού στην Ιταλία, επομένως και το ενδεχόμενο πραξικοπήματος ή εμφυλίου πολέμου.
Όταν ο Ιούλιος Καίσαρ το 49 π.Χ. αποφάσισε να τον περάσει, πριν συγκρουστεί με τον Πομπήιο, αναφώνησε την περίφημη ιστορική φράση «Ο κύβος ερρίφθη» (alea jacta est).
Η φράση «διέβη τον Ρουβίκωνα» αναφέρεται σε ανθρώπους που εν γνώσει τους λαμβάνουν μια ριψοκίνδυνη απόφαση χωρίς επιστροφή.

 
Wikipedia

 

 

 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Αύγουστος 1965
Κωνσταντινούπολη
Ρωμέικο Νεκροταφείο Εγρίκαπου

Ρυπαρό φως χρύσιζε σκόνη και ιδρώτα στηλιτεύοντας την ιερότητα του Χώρου, όσο και το ζοφερό σκοτάδι που (Μάρτυρας ο Θεός όλων των πλασμάτων) έπρεπε να παραμείνει τέτοιο.
Δε μιλούσε κανείς.
Γρήγορες, ξέπνοες ανάσες, φλεγματικά φτυσίματα λάσπης, αγκομαχητά, θόρυβοι από εργαλεία σκαπανικής, φτυάρια, αξίνες και καρότσια, συνέθεταν ένα βάρβαρο κονσέρτο που θρυμμάτιζε την γυάλινη σιωπή.
Δεν ήταν τα μάτια των τυμβωρύχων που γυάλιζαν από πόθο και προσμονή καθώς διερρήγνυαν τη μαρμάρινη πόρτα στον Αρχαίο οικογενειακό Τάφο, πολλά μέτρα κάτω από την τωρινή επιφάνεια.
Δεν ήταν ο αέρας που μπήκε γλύφοντας μανιασμένα την κλεισούρα αιώνων, στο φέρετρο με το άνοιγμα της Σαρκοφάγου.  Δεν ήταν ούτε το ανεμοψιθύρισμα που παρέσυρε τον κουρνιαχτό από το μουμιοποιημένο πρόσωπο και το σάπιο κορμί. Κορμί που σκέπαζαν υποψίες ενδυμάτων μιας άλλης εποχής.
Κανείς των δεν πρόσεξε τα πρησμένα (παρά της βαθιές χαρακιές –ρυτίδες) άνω χείλη. Το φούσκωμα, που υπό άλλες συνθήκες, ευκόλως θα οδηγούσε στην παρατήρηση των αφύσικα μεγάλων κυνοδόντων που κρύβονταν κάτω από τo μουμιοποιημενο δέρμα, όμοιο με σάπιες λινάτσες, ριγμένες επιμελώς ατημέλητα πάνω από πανάκριβο, ολόλευκο αλάβαστρο.                                                                                                                                    Μια ντουζίνα ζευγάρια από πεινασμένα μάτια εστίασαν μόνο στο εύρημα του Πόθου.
Το θρυλικό Σταυρό του Μεγάλου Κωνσταντίνου.
Κάτι αδιόρατο συγκράτησε τη φόρα του μπροστάρη να μην ξεριζώσει μαζί και τον αυχένα του Νεκρού, τραβώντας την τεράστια αλυσίδα. Με αργές σχεδόν τελετουργικές κινήσεις σήκωσε το κεφάλι που έμοιαζε με εκείνα των μαϊμούδων από την αποστέωση και τη καφέ – σε πλήρη αποσύνθεση – σάρκα, παραμέρισε τα γκρίζα μαλλιά, που ήταν στην αφή σαν λεπτεπίλεπτοι ιστοί αράχνης, και τράβηξε το Σταυρό. Με την επίσης προσεκτική εναπόθεση του κεφαλιού στο μαξιλάρι από σκόνη από κάτω του, μια ελαφρά αλλαγή στην έκφραση του πτώματος πέρασε εξίσου απαρατήρητη.
Ένας σαρκασμός, ένα αδιόρατο χαμόγελο, ένα μειδίαμα ειρωνικό… ίσως μια ανακούφιση.
Αυτό ήταν.
Τη στιγμή που ο Σταυρός του Μεγάλου Κωνσταντίνου σηκώθηκε ψηλά και γυάλισε στο ολόγιομο φεγγάρι, σηματοδοτήθηκε ένα τέλος και μια λύτρωση χαρίστηκε απλόχερα σε αναζητήσεις πολλών αιώνων.
Την ίδια εκείνη στιγμή, μια Αρχαία κατάρα έσπαγε τα δεσμά της κι ελευθέρωνε τον Καταραμένο.
Τον Ρουβικώνα, τον Απέθαντο…

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1  

(Κατιούσα – Катю́ша)

Ιανουάριος 1613
Γαλλία
Παρίσι

Βρώμικα πλακόστρωτα σκέπαζαν την ψυχή, και το κρύο εισέβαλε κάτω από τα παλιόρουχα των ελάχιστων περαστικών κάνοντας τα κόκκαλα τους να πονούν και να τρίζουν. Η ομορφότερη Πόλη στην ομορφότερη Χώρα του κόσμου, σε μια πελιδνή και γκρίζα εποχή , φορώντας κατάσαρκα ένα λερό,  βραδινό φόρεμα.
Την δυσωδία και την εγκατάλειψη διαρρηγνύει ανά τις εποχές το ένα και μόνο Πάθος του ανθρώπου που είναι πάντα, πάνω από το κάθε τι, πάνω από τη δίψα για το χρήμα, πάνω απ’ την υπόληψη και κάθε ίχνος λογικής και περηφάνιας, αίτιο Πολέμων, Θανάτων και μύριων κακών.
Ο πλανευτής της Ψυχής, ο Κλέφτης της Σκέψης, ο Άρχων του Ψεύδους …
Ο Έρωτας…
Στη σοφίτα του ψηλότερου σπιτιού του δρόμου ένα φως έκαιγε τρεμοπαίζοντας κι έκανε τις σκιές δυο ενωμένων κορμιών να χορεύουν σατανικά στον τοίχο, σ ένα κρεσέντο περιπτύξεων. Ο ερωτικός χορός που βρισκόταν σε εξέλιξη απειλούσε να κάψει όλο το μικρό δωμάτιο που πάγωνε λίγη ώρα πριν.
Ξανθός με μακριά μαλλιά , ψηλός με κορμί πλασμένο για κατάκτηση κι ερωτική επιβολή. είχε τον απόλυτο έλεγχο πάνω της. Κι όχι μόνο σεξουαλικά. Μύστης του Έρωτα και των μεγάλων του μυστικών, έπαιζε έμπειρα,  το βασανιστικά υπέροχο παιχνίδι της προσμονής. Ήξερε ότι πρώτα έπρεπε να θωπεύει το μυαλό της κι ύστερα άφηνε το κορμί της που έλιωνε από τον πόθο, για επιδόρπιο. Ένα επιδόρπιο που θα έκλεινε υπέροχα και λυτρωτικά αυτό το ερωτικό φαγοπότι.
Εκείνη, μια μικρογραφία του θαρρείς, η μικρή του Κατιούσα απο τις Στέπες του Ρώσικου Βορρά,  ξανθιά και γυμνασμένη όσο έπρεπε για να’ ναι απλά τέλεια, γνώριζε το παιχνίδι του καλά και το έπαιζε τόσο πειθήνια σα μαθημένο λαγωνικό, μ ένα ενδιαφέρον, κάθε φορά, σα να ήταν η πρώτη.
Γιατί… ο Ρουβικώνας έκανε πάντα έρωτα σα να ήταν η πρώτη φορά. Κάθε που την έσφιγγε πάνω του ένα καινούριο άπαρτο μέχρι τότε κάστρο πολιορκούταν κι έπεφτε στο τέλος μέσα από βωβούς θριάμβους κι ιαχές.
Την έσφιξε πάνω του με τόση δύναμη που πόνεσε.
Με το γεμάτο λευκό της στήθος να πιέζεται πάνω στο αρωματισμένα ιδρωμένο στέρνο του, αποκαλύπτοντας μικρές γαλάζιες φλεβίτσες που πάλλονταν, σπαρτάρησε μέσα στα δυνατά χέρια του, σαν αδύναμο πουλί που παραδίδεται στο πεπρωμένο του.
Τον κοίταξε κι έβαλε όλη της τη δύναμη να πάρει την κυριαρχία έστω για μια στιγμή. Κατέβηκε χαμηλά αποφεύγοντας τη σα μέγγενη τελειωτική αγκαλιά του και δάγκωσε τη ρώγα του, σχεδόν τη μάτωσε. Εκείνος τεντώθηκε ανάσκελα πάνω στο παλιό φθαρμένο ανάκλιντρο μ όλους του τους μυς σφιγμένους από την ερωτική ένταση έτοιμος να εκραγεί . Άνοιξε διάπλατα το στόμα του σε μια βουβή κραυγή… μόνο μια καυτή ανάσα βγήκε από το σκοτάδι του λαιμού του κι αυτή με διακοπές. Άνοιξε με τη σειρά της τα υπέροχα γαλανά μάτια της.
Ήθελε να τον δει να μην αντέχει.
Ήταν κι εκείνη κοντά αλλά προσπάθησε να μη το σκέφτεται, ήθελε και παρακαλούσε μέσα της να κρατήσει κι άλλο κι άλλο, πολύ περισσότερο.
Για πάντα.
Τη γύρισε ανάσκελα με βίαιο τρόπο και πίεσε το κεφάλι της στην άκρη του μαξιλαριού. Την πόνεσε και την τρέλανε ταυτόχρονα από ηδονή . Τα όρια μεταξύ πάθους και πόνου έμοιαζαν να χάνονται. Μπήκε μέσα της  κόβοντάς της την ανάσα. Δεν ανέπνεε, μόνο έτρεμε και βογκούσε. Δεν πήγαινε άλλο , ήταν ανθρωπίνως αδύνατο να προσπαθεί περαιτέρω, ήθελε να τελειώσει όσο τίποτα άλλο. Είναι εκείνα τα δευτερόλεπτα που θα …σκότωνε για να μη σταματήσει αυτό.
Το είχε καταλάβει, την ένοιωθε όπως τον εαυτό του και πάνω εκεί στην κορφή …την έκοψε και βγήκε. Ξάπλωσε πάνω της χωρίς να την αγγίζει κι αρχίζει να εκπνέει δίπλα στ’ αυτί της, στον απαλό της λαιμό.
Ανατρίχιασε ολόκληρη με τις λεπτές ξανθές τριχούλες της να σηκώνονται. Ήθελε να του παραπονεθεί, να ξανά μπει μέσα της μέχρι …τέρμα, αλλά έχει εισχωρήσει σ’ ένα καινούριο σκοτεινό δωμάτιο ηδονής που την μάγευε εκ νέου. Η καρδιά της χτυπούσε σαν τρελή κι εκείνη μόνο για κλάσματα του χρόνου πρόλαβε να σκεφτεί λογικά μα χωρίς αιδώ…… «ή θα τελειώσει ή θα πεθάνει»
Η καυτή του ανάσα μέτρησε κάθε ύψωμα στην σπονδυλική της στήλη. Έφτασε στη μέση της κι ακολούθησε το ερωτικό της ύψωμα. Δεν άντεχε άλλο, της ήλθε να λιποθυμήσει. Είχε πάψει να αναπνέει περίπου για ένα λεπτό κι άνοιξε διάπλατα το στόμα της.
Εκείνος ανάσαινε πια, καυτά, στην είσοδο της σχισμούλας της που έλαμπε από την υγρασία… κι εκεί ακριβώς ήταν που άγγιξε τα κατακόκκινα έξω χείλη της με την άκρη της γλώσσας του. Πίεσε το πρόσωπό του εμπρός και την οδήγησε βίαια μέσα της.
Αυτό ήταν
…μια αλυσιδωτή αντίδραση ξεκίνησε. Τον έπνιξαν τα υγρά της που έβγαιναν σε κύματα.. Τη γεύτηκε χαμογελώντας από ικανοποίηση….
Εκείνη κόντευε να το χάσει, δεν έχει αέρα ούτε για να ουρλιάξει…..
Συνέχισε να στέλνει ακούσια τους χυμούς της πιο αργά από πριν κι έφτασε εκεί χωρίς καν να την αγγίζει, στο τέλος. Τραντάχτηκε ολόκληρη κι εκείνη ακριβώς τη στιγμή οδηγήθηκε απρόσμενα μέσα της χαρίζοντάς στο τελείωμά της, την πληρότητα… την Ένωση …

το Ένα…

-Ρουβικώνα, ας ήταν να σβήσουμε σαν άστρα αυτή ακριβώς τη στιγμή, πνιγμένοι στα υγρά του Έρωτα και στο άρωμα της αγάπης μας. Του ψιθύρισε με μάτια ημίκλειστα από την έντασή και την εξάντληση.
Δεν κατάλαβε αν λιποθύμησε ή την πήρε ο Μορφέας στην μικρή θανατική του αγκαλιά. Άφησε το κεφάλι της να πέσει ξερά προς τα πίσω κι έπαψε να σκέφτεται. Εκείνος με μάτια γεμάτα άσβεστο πόθο κοιτούσε το κορμί της στο χαμηλό φως των κεριών και χαρτογραφούσε κάθε ίντσα της, έκανε σχέδια πιο μεγαλεπήβολα πιο βασανιστικά πιο …απόκοσμα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

ΣΟΦΙ

ΑΙΜΑ ΚΑΙ ΠΑΘΟΣ

 

Γαλλία,
Μονμάρτη.
Πέντε χρόνια πριν,
Απόγευμα.

Όμοια με διάφανο κρασί, η βροχή χάιδευε το πλακόστρωτο και γυάλιζε τα φύλλα των δέντρων. Η Μονμάρτη ξεπλυμένη τις χθεσινές αμαρτίες της, ετοιμαζόταν να φορέσει το βραδινό της.
Στο δεύτερο όροφο ενός παλιού αρχοντικού, ο ήχος του πιάνου γλύκαινε την  ψυχή και χρωμάτιζε απαλά το Παρισινό γκρίζο. Πίσω από το θαμπό παράθυρο του σαλονιού, μια λυγερόκορμη μορφή άγγιζε με ντελικάτα μακριά δάχτυλα τα ασπρόμαυρα πλήκτρα κι έστελνε υπέροχα τονισμένες νότες, να συνθέσουν μια θεσπέσια μελωδία.
Η Σοφί.
Μια υπέροχη γυναίκα με κατακόκκινα μαλλιά, λευκό δέρμα και δυο όμοιες πράσινες λίμνες για μάτια, στεκόταν περήφανα πάνω σ΄ ένα πορφυρό βελούδινο σκαμπό, με το χρυσοκέντητο μπεζ φόρεμα της να χύνεται στο πάτωμα.
Ο Ρουβικώνας, όρθιος στ αριστερά της παρατηρούσε, τη σα σε πορτραίτο ομορφιά της δασκάλας του, υπό τη μουσική υπόκρουση των ήχων που το μυαλό και η καρδιά της έστελναν στα απαλά της ακροδάχτυλα.
Ήταν τρελά ερωτευμένη μαζί του και το ‘κρυβε όπως μπορούσε. Από την πρώτη μέρα, από την πρώτη στιγμή που διάβηκε το κατώφλι της και δίνοντας τις συστάσεις του, ζήτησε να παρακολουθήσει μαθήματα πιάνου. Η αρρενωπότητα και η ομορφιά του, της έκοψαν την ανάσα. Εκείνος, διέγνωσε το πάθος στο βλέμμα της και κατέβαλε μεγάλη προσπάθεια να συγκρατήσει και τις δικές του ορμές του. Και να μην προσπαθούσε όμως …δεν θα ήξερε τι να κάνει. Παρθένος από έρωτα στα δεκαέξι του, με τον ανδρισμό του να ασφυκτιά, από την στιγμή που την αντίκρισε γνώριζε πως το μόνο που ήθελε να μάθει μαζί της ήταν … το μόνο που αγνοούσε κι επιθυμούσε διακαώς… Έρωτα.
Ήξερε να φιλά και να χαϊδεύει μα ποτέ πριν δεν είχε ολοκληρώσει κάτι που ένοιωθε πια ότι τον καλούσε… να γνωρίσει και να κατακτήσει…
Παρ όλα αυτά η αφόρητη γοητεία και η ζέση της προσμονής συγκρατούσαν την έμπειρη Σοφί κάνοντας τη μεταξύ τους έκρηξη να προμηνύεται ακόμα μεγαλύτερη , με διαστάσεις που θ άγγιζαν το ...βλάσφημο.
Οι εβδομάδες κυλούσαν και γεννούσαν μήνες.
Το ήθελαν κι οι δυο τους σα τρελοί.
Τα υπέροχα μακριά του δάχτυλα άρχισαν να λύνονται με τις ασκήσεις και πάντα στο τέλος του μαθήματος την παρακαλούσε να παίζει. Να παίζει μόνο για ..Κείνον…
Εκείνο το απόγευμα, οι αστραπές σκέπαζαν με την έντασή τους κάποιες από τις νότες του κομματιού που εκτελούσε. Την κοιτούσε μαγεμένος με το ένα του χέρι να χαϊδεύει αμήχανα το λαιμό του, σα να δυσκολευόταν ν ανασάνει. Ένοιωθε τον παλμό του δυνατό και το αίμα ν ανεβαίνει στο κεφάλι του προσφέροντάς του χαύνωση, όμοια μ αυτή που του ‘δωσε το αψέντι όταν το πρωτοδοκίμασε πριν από καιρό.
Με την περιφερειακή της όραση τον έβλεπε να την καρφώνει με τρόπο έντονο, κι ίσως λίγο …πρόστυχο και λάγνο. Κοκκίνισε… και σταμάτησε να παίζει… έκανε να στρέψει αριστερά το κεφάλι της καθώς είχε την πεποίθηση ότι ο όγκος του σώματός του μεγάλωνε δίπλα της… μάλλον την πλησίαζε σκύβοντας. Ένοιωσε μια ξαφνική θέρμη όταν τα χείλη του σφράγισαν απότομα τα δικά της. Έκανε να τραβηχτεί μα ήταν πλέον αργά.
Δε μίλησε κανείς.
Τη σήκωσε και την πήγε φιλώντας στο κρεβάτι παραμερίζοντας με το σώμα της το τούλι που κρεμόταν από τον ξύλινο ουρανό. Το διάστικτο από μικρές φακίδες ολόλευκο πρόσωπο της κοκκίνισε κι άρχισε ν ανασαίνει ολοένα και πιο γρήγορα. Άνοιξε το στόμα κι άφησε τη γλώσσα του να χαϊδεύει κυκλικά τη δική της. Τον γευόταν επιτέλους και η γεύση του ήταν πιο γλυκιά και καυτή από κάθε προσδοκία κι ονείρωξή της.
Άρχισαν να γδύνουν ο ένας τον άλλο με βιασύνη και μόνο με την αφή, καθώς και οι δυο τους με μάτια κλειστά απολάμβαναν αυτό το παρατεταμένο υγρό φιλί. Έλυσε τα κορδόνια του στενού κορσέ της και τα αλαβάστρινα στήθη της με τις μικρές ροζ θηλές ανέπνευσαν επιτέλους ελεύθερα και πανέμορφα. Έτριψαν τα γυμνά τους κορμιά χαϊδεύοντας ο ένας το σώμα του άλλου παντού… Η φύση τον οδηγούσε σε πρωτόγνωρα για αυτόν μονοπάτια που όμως, έδειχνε να περπατά με εμπειρία φλογερού εραστή. Ίσως να ήταν εκείνη …η γλυκιά του Δασκάλα… που τον οδηγούσε με τρόπο αόρατο… Άρχισε να φιλά το λαιμό της και να φτιάχνει μαγικά σύμβολα με τη γλώσσα του γύρω από τα στήθη της, γύρω από τις ρώγες της …που είχαν σκληρύνει και σκούραιναν… έφτασε στην επίπεδη κοιλιά της που ανεβοκατέβαινε βοηθώντας την γρήγορη αναπνοή και έφτασε στο καστανοκόκκινο περιποιημένο τρίχωμα του εφηβαίου της.
Εκεί η ανάσα της έγινε βογκητό.
Δεν άντεχε άλλο.
Καθώς κατέβηκε στη μικρή της πηγή, τα πόδια της σφίχτηκαν τόσο δυνατά γύρω από το κεφάλι του που για μερικές στιγμές έπαψε να την ακούει… έπαψε ν ακούει τα πάντα παρά μόνο το σφυγμό του… Με το χέρι της να τρίβει και να τραβά τα μακριά του μαλλιά τον κατεύθυνε εκεί που έπρεπε και πίεζε επιδοκιμαστικά όταν η γλώσσα κι η ανάσα του, έβρισκαν τα μυστικά, ερωτικά της σημεία.
Σιγά σιγά, άρχισε μια περιδίνηση που την ζάλιζε από χαύνωση και πόθο. Έβλεπε θολά τον ουρανό του κρεβατιού να περιστρέφεται αρχικά αργά και κατόπιν με μεγαλύτερη ταχύτητα.
Πλησίαζε σε έναν οργασμό όπως δεν τον είχε νοιώσει ποτέ όταν πειραματιζόταν κρυφά μόνη της… όπως δεν της χάρισε ποτέ κανένας από τους έμπειρους και μεγαλύτερους σε ηλικία εραστές της στο παρελθόν… κύρτωσε την πλάτη της σαν τόξο κι ανοίγοντας το στόμα της διάπλατα έβγαλε μια κραυγή ολοκλήρωσης που συντάραξε σαν αστραπή το ημίφως του δωματίου. Εκείνος, έβαλε τα δάχτυλά του πάνω στο πρόσωπό της θέλοντας θαρρείς να την κάνει να σιωπήσει και η Σοφί πήρε μέσα στο στόμα της τον δείκτη και τον μέσο του, ρουφώντας τους λαίμαργα. Έκανε σαν άγριο ζώο που πρωτόγονα πάθη το καλούσαν από τα κατώτερα φυσικά του ένστικτα. Τον δάγκωσε και λίγο έλειψε να του κόψει βαθιά τη σάρκα.
Γεύτηκε αίμα.
Άνοιξε τα μάτια της και τον είδε να της χαμογελά. Τον πήρε στο χέρι της και τον χάιδεψε απλά καθώς παλλόταν ασυγκράτητος και σκληρός. Του χάρισε μια υπέροχη ζεστή και υγρή αγκαλιά με τα χείλη και τη γλώσσα της που τον έκανε να βογκήξει.
Εκεί ακριβώς ήταν που σταμάτησε… δεν ήθελε να τον κάνει να τελειώσει…
όχι ακόμα.
Του χάιδεψε την πλάτη και έπαιξε γύρω από το λοβό του αυτιού του με τη γλώσσα της. Ενώ του ψιθύριζε… «Ηρέμησε ξανθέ μου Άγγελε, κι όλη η Νύχτα είναι μπροστά μας …όλη η Νύχτα …όπως κι άλλες που θα ‘ρθουν …κι άλλες …κι άλλες»…
Μόλις χαλάρωσε λίγο και η αναπνοή του επανήλθε στο φυσιολογικό της ρυθμό, η Σοφί ξάπλωσε ανάσκελα κι έβαλε δυο μεγάλα μαξιλάρια κάτω από τη μέση της. Άνοιξε τα όμορφα λευκά πόδια της απέναντί του και του χάρισε το μικρό της μονάκριβο, μυστικό…
Τον έπιασε και τον οδήγησε μέσα της… αργά.
Έδεσε τα πόδια της γύρω από την πλάτη του και τον κράτησε μέσα της ακίνητο. Τον ένοιωθε να πάλλεται μανιασμένος σα να μην άντεχε την υγρή της φωτιά. Του φάνηκε σαν το πιο γλυκό πράγμα στον κόσμο… σαν το απόλυτο συναίσθημα ολοκλήρωσης… σαν τα Πάντα...
Με επιδέξιες κινήσεις και πάντοτε κρατώντας τον φυλακισμένο πάνω της, κουνούσε απλά τη μέση της με τέτοιο τρόπο ώστε να εισχωρεί ηδονικά κι απαλά μέσα της. Εκείνος, ήρθε από πάνω της και την κοίταξε με βλέμμα θολό από πόθο … μια ριπή καυτού σάλιου έπεσε από τα χείλη του στο λαιμό της και την έκαψε…
Έβαλε το χέρι ένα του χέρι κάτω από τη μέση της και με το άλλο πίεσε την γυμνασμένη κοιλιά της στο ύψος του αφαλού… ανέλαβε την πρωτοβουλία των κινήσεων και αφού τη σήκωσε πιο ψηλά έκανε πλέον αυτός τις διεισδύσεις …αρχικά όσο μαλακά του έδειξε εκείνη και σιγά σιγά ξέφυγε… σε ένταση και δύναμη… ξαφνικά… τη σφυροκοπούσε με όλη του τη δύναμη, ζωωδώς… βρισκόταν αλλού και …τον επανέφεραν σ αυτό τον κόσμο οι φωνές της οι γεμάτες από καύλα και ηδονή. Αδιάντροπα, εκείνη… μάλαζε τα στήθη της με ολοένα αυξανόμενη πίεση, αφήνοντας πάνω τους κόκκινα σημάδια από τα μακριά της δάχτυλα… και έγλειφε τα χείλη της με τη γλώσσα της σα διψασμένη …μια βογκώντας και μια ουρλιάζοντας…
ήταν κοντά…
Σταμάτησε ν αναπνέει και άρχισε με μικρές, κοφτές κραυγές, να οδηγείται στο μεγαλύτερο ουρλιαχτό που άντεχαν τα πνευμόνια της… έκλεισε τα μάτια της και χάθηκε στη δίνη του οργασμού φωνάζοντας ξανά και ξανά το όνομά του… «Ρουβικώνα…Ρουβικώνα…Ρουβββ….μμμμμμμμμμμμ.»
κι εκείνος δεν άντεξε άλλο …
Μια ξαφνική ριπή ανέμου από το παράθυρο που άνοιξε βίαια, έστειλε το τούλι της κουρτίνας από τον ουρανό να του καλύψει λάγνα το πρόσωπο… άνοιξε διάπλατα τα μάτια της και τον κοίταξε να φτάνει …ο Ρουβικώνας και συνάμα κάποιος… άλλος… ένας όμορφος άνδρας …το απόλυτο αρσενικό πίσω από ένα πέπλο μυστηρίου τεντώθηκε κι άνοιξε διάπλατα το στόμα του…. ρουφώντας αχόρταγα τον αέρα μέσα από το βρεγμένο πια τούλι που εισχωρούσε μέσα του…
Κάθε μυς στο κορμί του συσπάστηκε και σφίχτηκε κατακόκκινος. Το πρόσωπό του κοκκίνισε και τα μπράτσα, ο λαιμός και το στέρνο του γέμισαν φλέβες που αντλούσαν σαν τρελές το αίμα του…. Βγήκε μ ένα ζωώδες μούγκρισμα από μέσα της και ράντισε το κορμί, τα μαλλιά και τα σεντόνια της με τους καυτούς του χυμούς… Τέλειωσε και κατέρρευσε μπρούμυτα δίπλα της… ενώ εκείνη σχεδίαζε με τη φαντασία της στον ξύλινο ουρανό, μαγικούς ρούνους αιώνιου δεσμού… «Είσαι δικός μου τώρα… δικός μου για πάντα» …ψιθύρισε και τα μάτια της έλαμψαν παράξενα και σκοτεινά.
Έκαναν έρωτα όλη τη Νύχτα, ξανά και ξανά, του ‘μαθε τον Έρωτα όπως δεν θα μπορούσε ποτέ του να φανταστεί… πράγματα ανομολόγητα όπου η διαχωριστική γραμμή μεταξύ του όμορφου και του πρόστυχου γίνονταν αδιόρατη.
Κοιμήθηκαν αποκαμωμένοι, όταν μαζί με το ερωτικό τους πάθος, κατένευσε και η αγριάδα του Καιρού. Τα κεριά που φώτιζαν το υπνοδωμάτιο, κάηκαν μέχρι τέλους και χύθηκαν σε μικρές, στέρεες πια, λίμνες στο πάτωμα.
…………………………………………………………………………………………………
Παρίσι,
Αγρόκτημα Ρουβικώνα,
Πρωί.

Ο Ρουβικώνας καταγόταν από οικογένεια ευγενών. Το γενεαλογικό του δέντρο στόλιζαν Πρίγκιπες, Κόμηδες και Μαρκησίες. Οι γονείς του δολοφονήθηκαν κτηνωδώς από ληστές, μέσα στην άμαξα που τους μετέφερε στη Λυών για μια μεγάλη γιορτή.
Μεγάλωσε με τη γιαγιά του ορφανός, μα με τεράστιες οικονομικές δυνατότητες σε μια εποχή φτώχιας, μιζέριας και σκοταδιού για ολόκληρη την Ευρώπη.
Μεγαλώνοντας ανακοίνωσε στη γιαγιά του, που υπεραγαπούσε καθώς ήταν για κείνον μάνα και πατέρας που ελάχιστα θυμόταν, ότι παρά την μεγάλη του για την εποχή μόρφωση, δεν ήθελε να συνεχίσει τις σπουδές του κι επιθυμούσε να ζήσει στο αγρόκτημα του πατέρα του εκτρέφοντας άλογα. Λάτρευε τη φύση και την ελευθερία, πνεύμα ελεύθερο και ο ίδιος… δεν ήθελε να την αποχωριστεί ποτέ. Η γιαγιά του που κρυφά φοβόταν να τον αποχωριστεί νωρίς ειδικά μετά από τον τραγικό θάνατο των γονιών του, δέχτηκε με πατρική στοργή την απόφασή του.
Γυμναζόταν καθημερινά, ίππευε δύο με τρεις ώρες, έτρωγε όταν ήταν απαραίτητο και προσεχτικά, και φρόντιζε, με κόπο είναι αλήθεια, τα άλογα και τη βλάστηση του αγροκτήματος με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.
Η σχέση του με την μεγαλύτερή του σε ηλικία κι εμπειρίες δασκάλα του στο πιάνο , τη Σοφί… κρατούσε ακόμα, με μεγάλες προσδοκίες για δημιουργία οικογένειας, τουλάχιστον από τη δική της πλευρά. Εκείνος ανταπέδιδε με ειλικρίνεια και πάθος τον έρωτά της, όμως κάτι μέσα του, του ψιθύριζε ότι το δικό του παντοτινό ταίρι δεν ήταν η πανέμορφη Σοφί… και ότι σύντομα θα είχε την τύχη να γνωρίσει τη γυναίκα που θα τον συγκινούσε ως τα τρίσβαθα του είναι του.
Έπαιζε, κρυφά από τη Σοφί, με καμαριέρες, υπηρέτριες κι εργάτριες του αγροκτήματος οι οποίες τον λάτρευαν όλες τους. Δεν είχε αναστολές κι αιδώ… δεν κοιτούσε ηλικίες, δεσμεύσεις και κοινωνικές διαφορές. Έμαθε τον Έρωτα σε όλες του τις εκφάνσεις και τον χάριζε αφειδώς και παντού σε κάθε ευκαιρία. Ήταν ετοιμοπόλεμος σε κάθε ερωτική προσταγή των παθών και της Καρδιάς του.
«Ο Έρωτας δεν έχει εγκέφαλο, μόνο καρδιά…» έμαθε να λέει, κάθε φορά που βρισκόταν με το μοναδικό του φίλο τον Φαέθωνα κι έπιναν διαβάζοντας ποίηση .
Ο Φαέθωνας Γιαμπόρωφ …μια αμφιλεγόμενη προσωπικότητα με καταγωγή από τα σκοτεινά Βαλκάνια… ένας πενηντάρης που ανάλογα με τις ώρες και τη διάθεσή του κυμαίνονταν και οι εκτιμήσεις των άλλων για την ηλικία του… ψηλός κι ευθυτενής, οστεώδης με κατάλευκο δέρμα, μακριά σκούρα μαλλιά και μαύρα σαν κάρβουνα, μάτια… σε τρόμαζε μόνο με την εμφάνισή του που είχε κάτι το απόκοσμο, το βάρβαρο και Σατανικό.
Ο Φαέθωνας του έδωσε να πιει το πρώτο του αψέντι, αυτόν τον πράσινο διάολο όπως τον ονόμαζε… κι εκείνος ήταν που τον καθοδήγησε στα δύσβατα μονοπάτια των παραισθήσεων, οδηγώντας τον σε ασφαλή επιστροφή. Ήταν σαν αδέρφια και αν και δεν το είχαν ομολογήσει ποτέ ο ένας στον άλλο …τα βλέμματά τους σπινθήριζαν όποτε συναντιόντουσαν και θα έδιναν ακόμη και τη Ζωή τους ο ένας για τον άλλο, αν οι καταστάσεις το απαιτούσαν.
Για να δώσεις όμως Ζωή… πρέπει να έχεις…
και ο Γιαμπόρωβ την είχε χάσει πριν από δυο αιώνες σε μια εμφύλια σύρραξη, Βόρεια της Ρουμανίας… Εκεί, ένας Ρουμάνος Βρικόλακας κόρεσε τη δίψα του με το αίμα του Φαέθωνα και τον έκανε κι εκείνον ένα ζωντανό – νεκρό να περιφέρεται αέναα στου Αιώνες των Αιώνων.
Δεν αποκάλυψε ποτέ το μεγάλο του ζοφερό μυστικό στο Ρουβικώνα, αντίθετα η παρέα του νεώτερου και πολύ ευχάριστου νέου, του γαλήνευε την ψυχή κι έκανε πιο ανεκτή την μη ανθρώπινη καθημερινότητα του. Σιγά – σιγά δέθηκαν (κάτι που ο Φαέθωνας σπανίως επέτρεπε στον εαυτό του), κι έγιναν αχώριστοι.
Οι μέρες κυλούσαν ανέμελα για το Ρουβικώνα και οι εποχές διαδέχονταν η μία την άλλη μεταξύ εργασίας κι Έρωτα, δουλειάς και διασκέδασης… Ώσπου εντελώς αναπάντεχα για την ανημέρευτη καρδιά του, ένα πρωί του ανακοίνωσαν ότι μια λεπτοκαμωμένη δεσποινίδα είχε έρθει να τον βρει και να ζητήσει να εργαστεί στους στάβλους του… αυτή την κοπιαστική και δύσκολη δουλειά που συνήθως επέλεγαν οι άνδρες.
Μια μελαχρινή νεαρή γυναίκα γύρω στα είκοσι τρία με μαύρα μακριά μέχρι τη μέση της μαλλιά κι ηλιοκαμένο πρόσωπο… μια Ιταλίδα από το Βορρά η Ντονατέλα …ένα βλέμμα που έσταζε ζωή κι εμπειρία, δυο αμυγδαλωτά, μελιά μάτια που χάραξαν τ όνομά της μια για πάντα στην μποέμικη καρδιά του από την πρώτη στιγμή …το πρώτο τους βλέμμα στην είσοδο του αρχοντικού του.
Της έδωσε αμέσως τη δουλειά και βασανιζόταν από τη μη ανταπόκρισή της στο φλερτ του. Κάτι που του συνέβαινε για πρώτη φορά… Του είχε γίνει πλέον εμμονή… πολλά βράδια ψιθύριζε κάθιδρος τ όνομά της «Ντόνααααα Ντονατέλλλααααααααα»
Σε λίγο καιρό η παράνοια του έρωτα τύλιξε σφιχτά το Ρουβικώνα στη γλυκιά της μέγγενη. Η έμπειρη Σοφί το κατάλαβε απ το βλέμμα του ότι ήταν «αλλού» κι αμέσως μόλις ένοιωσε να απειλείται, μια μαχαιριά ξέσχισε την καρδιά της στα δύο.
Αυτό δεν θα το άντεχε… δεν θα το άφηνε να ολοκληρωθεί.
Ήταν δικός της.
…………………………………………………………………………………………………
Από τη στιγμή που η Ντονατέλα ανέλαβε ιπποκόμος στους στάβλους του Ρουβικώνα, σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα έγινε επιστάτης όλου του αγροκτήματος.
Ανύπαντρη, όμορφη κι οικονομικά ανεξάρτητη, με γνώσεις κτηνιάτρου και ειδίκευση στους σπάνιους και πανάκριβους Αραβικούς επιβήτορες, αγοροκόριτσο και λίγο αντράκι όταν οι καταστάσεις το απαιτούσαν, πρόσεχε το ζευγάρι των αραβικών του αλόγων σα να ήταν δικά της. Ιδιαίτερο θέαμα στ αλήθεια να τη βλέπεις σαν το θεό Έρωτα με τη εβένινη βροχή που είχε για μαλλιά να παλεύει με τη λάσπη, τις καβαλίνες, το σανό και τις σέλλες.
Κι η Ντόνα όμως, κάθε άλλο παρά αδιαφόρησε στη θέα του αφεντικού της… όταν τον πρωτοαντίκρισε με τα ίσια και μακριά ξανθά του μαλλιά, να στέκει αγέρωχος κι ευθυτενής με το ολόλευκο πουκάμισο και το στενό παντελόνι ιππασίας, υγράνθηκε τόσο πολύ που κοκκίνισε νοιώθοντας άβολα, εκεί μπροστά του. Τον πόθησε από το πρώτο λεπτό αλλά είχε τη δύναμη να το κρύβει… ήθελε να τον τρελάνει …ήθελε να τον κάνει να τη βλέπει σαν ΤΗ ΓΥΝΑΙΚΑ… την ΜΙΑ και ΜΟΝΑΔΙΚΗ …δεν της έφταναν τα εφήμερα παιχνίδια που είχαν δημιουργήσει γύρω του, τη φήμη του ποθητού και περιζήτητου αρσενικού.
…………………………………………………………………………………………………
Ένα απόγευμα είχε μόλις τελειώσει τη δουλειά. Ο Ήλιος δυνατός χάιδευε τη μέρα με στοργή. Η αυλή γεμάτη με δέντρα κάθε είδους, χάριζε τη δροσερή σκιά της αν αποφάσιζες να ξαποστάσεις για λίγο κάτω από το φύλλωμα τους.
Είχε μόλις τελειώσει με τις καθαριότητες και πεινούσε. Θα έκανε ένα κρύο ντους και θα ανέβαινε να τσιμπήσει κάτι πρόχειρο. Χάιδευε τη χαίτη της θηλυκής και με το άλλο της χέρι, χτένιζε το τρίχωμα του αρσενικού. Δεν είχε καταλάβει πως το ανοιξιάτικο κάλεσμα επηρέασε τα πανέμορφα άλογα παρά μόνο όταν ένοιωσε μια ελαφρά πίεση στου ώμους. Το αρσενικό πίεζε πλησιάζοντας το θηλυκό, το οποίο με τη σειρά του είχε στυλώσει τα πόδια κι αρνούνταν να μετακινηθεί θέλοντας να δεχτεί τα χάδια του. Ένοιωσε τη ζέστη από τα στομάχια τους και την ασφυξία που της προκαλούσε η επιμονή του αρσενικού να πλησιάσει κι άλλο. Γύρισε στο πλάι , έσκυψε και πέρασε από κάτω. Είχαν ενωθεί το ένα πλάι στο άλλο. Το αρσενικό μαύρο και γυαλιστερό έστριψε αργά το κεφάλι του και ρουθούνισε κάτι στ αυτί του θηλυκού. Ένα μήνυμα. Η Ντόνα, χαμογέλασε και τράβηξε το λερωμένο της πουκάμισο μέχρι που το έβγαλε από τη φόρμα της. Πήγε λίγο πιο πέρα στο αυτοσχέδιο ντους που είχε φτιάξει ο Ρουβικώνας, πλάι στις ταΐστρες. Ήταν μόνη και η ζέστη μεγάλη δεν είχε κανέναν να ντραπεί. Με μια κίνηση πέταξε από πάνω της τη λερωμένη πουκαμίσα και τα στήθη της πλούσια και στρογγυλά με σκούρες καφέ θηλές και ρώγες, χόρεψαν για λίγο μεστά και ιδρωμένα από τη ζέστη και τον κάματο.
Το πανέμορφο θηλυκό άλογο έσκυψε το κεφάλι σα να ντράπηκε αρχικά άλλα αμέσως το έστριψε συναντώντας αυτό του αρσενικού, και το κούνησε πάνω – κάτω σ ένα πανέμορφο ζωώδες χάδι στο λαιμό του αρσενικού.
Πέταξε τη φαρδιά φόρμα και το βαμβακερό της εσώρουχο, σε μια ξύλινη δέστρα. Η ήβη της με ένα σκούρο μωβ χρώμα, κι επιμελώς περιποιημένη, με τα κάτω της χείλη να κρέμονται σαν ώριμα φρούτα, στεκόταν ηδονική, έχοντας την όψη και την υφή της χνουδωτής σάρκας του ροδάκινου. Τράβηξε δυο τρεις φορές το έμβολο σηκώνοντας ένα μεγάλο μεταλλικό λεκανάκι που έκανε το αποθηκευμένο νερό να κυλήσει σ ένα ξύλινο αυλάκι και να πέσει στα μαλλιά και στο κορμί της κρύο και αναζωογονητικό.
Ανατρίχιασε.
Το κρύο νερό έσφιξε κι άλλο το κορμί της και πήρε από πάνω της τη βρωμιά και τον ιδρώτα. Κοιτούσε τα ζώα να ερωτοτροπούν απολαμβάνοντας παράλληλα το ντους.
Της ξέφυγε ένα γελάκι από το ξάφνιασμα καθώς είδε το μόριο του αρσενικού να κρέμεται πελώριο μπροστά από τα πισινά του πόδια, και να πάλλεται με τους σφυγμούς του, προς τα εμπρός με ρυθμό. Κινήθηκε αργά προς τα πίσω φέρνοντας το πρόσωπό του στα οπίσθια του θηλυκού.
Τη μύρισε κι ο φαλλός του έφτασε σχεδόν οριζόντιος παράλληλος με το χορτάρι. Το θηλυκό ακίνητο περίμενε ανήσυχο ενώ η ανάσα του γινόταν πιο γρήγορη. Ρουθούνισε δυνατά.
Η Ντόνα, είχε δει κι άλλες φορές ζώα να το κάνουν. Η εικόνα όμως που είχε μπροστά της ήταν τόσο ειδυλλιακή. Η φύση γιόρταζε και το έδειχνε απροκάλυπτα χωρίς τις δικές μας ανθρώπινες, κατασκευασμένες ντροπές. Πέρασε το δεξί της στήθος με το σφουγγάρι και χωρίς να το καταλάβει το μάλαζε πιο δυνατά τσαλακώνοντας τη ρώγα της που σκληρή και σκούρα αντιστεκόταν στο λύγισμα πεισματικά. Το άλλο της χέρι κατευθύνθηκε δειλά στο βρυσάκι της και το χάιδεψε. Ρίγη διαπέρασαν το κορμί της κι έκλεισε τα μάτια της. Παρά το παγωμένο νερό, εκεί κάτω καιγόταν και τα πρώτα υγρά της ήταν ζεστά και κολλούσαν. Έφερε χωρίς να ντραπεί τα δάχτυλά της στο στόμα της και τα έγλειψε ανοίγοντας τα μάτια της.
Ο αρσενικός σηκώθηκε στα μπροστινά του πόδια με το όργανό του να πάλλεται πιο έντονα και προσπαθούσε να κεντράρει στο φύλλο της θηλυκής η οποία συνέχιζε με τον τρόπο της να τον βοηθά μένοντας ακίνητη. Βρήκε εύκολα το στόχο του και χώθηκε μέσα της, αρχικά μέχρι τη μέση. Εκείνη χλιμίντρησε από τη ζωώδη ηδονή που ένοιωσε κι έκανε ένα μικρό βήμα πίσω. Μπήκε ολόκληρος μέσα της κι άρχισε να κινείται με ένταση. Όλες του οι φλέβες ήταν τεντωμένες με τους μύες του να διαγράφονται από ερωτική ένταση. Η θηλυκή κούνησε δυο φορές το κεφάλι της πάνω κάτω σα να ενέκρινε τη διείσδυση.
Η Ντόνα γλίστρησε το μεσαίο δάχτυλο στην σχισμή της κι ένοιωσε τα πόδια της να κόβονται. Σαν αντίμετρο βύθισε μέσα της κι άλλο. Μετά και τρίτο. Ασυγκράτητη έβαζε κι έβγαζε τα δάχτυλά της μέσα της κι έγλυφε με τη γλώσσα της τα χείλη της, με μάτια λάγνα μισόκλειστα.
Το τέλος δεν άργησε να έρθει .
Το αρσενικό έβγαλε ένα δυνατό χλιμίντρισμα και βγήκε από τα οπίσθια του θηλυκού ραντίζοντας με τους χυμούς του το χορτάρι από κάτω. Η Ντόνα, πιάστηκε από τις δέστρες να μην πέσει. Δεν άντεχε άλλο. Κόντευε… Έκλεισε τα μάτια της κι άρχισε να βγάζει μια ψιλή φωνούλα που αυξήθηκε σε ένταση ώσπου έγινε ένα μικρό ουρλιαχτό. Συνέχισε να γονατίζει και ήρθε σε ένα πολύ δυνατό οργασμό πέφτοντας πίσω στο χορτάρι. Ήταν κι αυτή μούσκεμα και μια ατελείωτη γλύκα κι αδυναμία συνάμα, την τύλιξε από το λαιμό και κάτω. Για μια στιγμή ένοιωσε να μην ακουμπάει στη Γη. Την άλλη στιγμή προσπαθούσε να σηκωθεί μετά βίας μ ένα έντονο χαμόγελο ευτυχίας και πληρότητας σχηματισμένο στο πανέμορφο της πρόσωπο. Γύρισε και πήρε τα ρούχα της από την ξύλινη δέστρα. Κατευθύνθηκε μέσα στο στάβλο να ντυθεί. Τα άλογα ηρεμούσαν κι αυτά ακουμπώντας τους ιδρωμένους λαιμούς του και ρουθουνίζοντας το ένα στο άλλο.
Μερικά μέτρα πιο κει κάτι λευκό φάνηκε πίσω από ένα παλιό και μεγάλο δέντρο. Ο Ρουβικώνας κρυμμένος όλο αυτό το διάστημα… ήταν ο ευτυχής θεατής αυτής της πανέμορφης γεμάτης ηδονή παράστασης.
Τα είχε δει όλα… εκτός από ένα…
τον είχε δει από την αρχή …κι ΕΚΕΙΝΗ…
…………………………………………………………………………………………………
Ο καιρός περνούσε γλυκά κι η έλξη της Ντόνας  με το Ρουβικώνα μεγάλωνε και θέριευε, χωρίς όμως να έχουν ολοκληρώσει το πάθος που ένοιωθε ο ένας με τον άλλο. Ο Ρουβικώνας χαιρόταν την κουβέντα μαζί της, κάθε δευτερόλεπτο της καθημερινής τους συνύπαρξης… τα λιτά γεύματα τους και το χαμόγελό της όταν το κόκκινο κρασί έλυνε τη γλώσσα της και της προσέδιδε μια υπέροχη γλυκύτητα αποτέλεσμα της ζάλης και της χαύνωσης, τους έφερναν ολοένα πιο κοντά, σώμα και ψυχή. Την ένοιωθε δικό του άνθρωπο όπως κι εκείνη… ήταν σα να είχαν πλαστεί ο ένας για τον άλλο… μια καρμική συνάντηση τις οποίας την ομορφιά έπιναν αχόρταγα μέχρι τέλους σε κάθε ευκαιρία. Έμοιαζε ειρωνικό, μα δίχως να έχουν κάνει έρωτα, ήταν σα να έκαναν συνεχώς, με το βλέμμα το άγγιγμα τα λόγια και τη σκέψη… μια νέα πνευματική κατάσταση πρωτόγνωρη και για τους δύο που δεν συμβάδιζε με τα νιάτα και την ομορφιά τους, κι όμως απολάμβαναν…
Είχαν καταλάβει πια ότι τίποτε δεν θα έμπαινε εμπόδιο σ αυτό το παράξενο αίσθημα που σπάνια ενώνει τους ανθρώπους κάτω από τα επιφανειακά ρούχα των σαρκικών επαφών, που ο Ρουβικώνας λάτρευε κι απολάμβανε μέχρι τότε, σε κάθε ευκαιρία….
ζούσαν την Αγάπη πριν από τον Έρωτα…

Μια νύχτα, κοιμήθηκαν μαζί… ήρεμα και φιλικά… αδελφικά … τον καληνύχτισε κι έκανε να τον φιλήσει στο μέτωπο… στάθηκε λίγο και κατέβηκε αποφασιστικά προς τα κάτω. Άγγιξε τα χείλη της στα δικά του και του χάρισε για πρώτη φορά τη γεύση της… δυο σταγόνες υδρόμελι, ζάχαρη κι αψέντι από το πιο δυνατό.
Κοιμήθηκαν αγκαλιά. Γλυκά, λυτρωτικά κι όμορφα.
Το επόμενο πρωί ο Ρουβικώνας ξύπνησε από ένα δυνατό χλιμίντρισμα αλόγου… μύριζε ζεστό, δυνατό τσάι κι εκείνο το άρωμά της δέσποζε σε όλο το κρεβάτι… όμως εκείνη έλειπε…
Την είδε να καβαλάει το άλογό της και να κατευθύνεται προς τη στέρνα…
Ντύθηκε όπως όπως… ήθελε να την ακολουθήσει να ξαναπάρει μια δόση από τη γεύση της που τώρα είχε τόσο ανάγκη, της γεύσης που ένοιωθε πια να του ανήκει.
Κατέβηκε με τις μπότες του λυμένες πουκάμισο ατημέλητα ανοιχτό στο στήθος του παρά το πρωινό ψύχος και τα μαλλιά του όμοια με πυκνό θύσανο αχτένιστα και λυτά… Καβάλησε το άλογό του το οποίο τρόμαξε και σηκώθηκε στα πισινά του αφήνοντας ένα δυνατό ρουθούνισμα, ακριβώς τη στιγμή που εκείνη χτυπώντας το καμουτσίκι στα καπούλια του δικού της έβγαινε σκύβοντας κάτω από την είσοδο του αγροκτήματος.
Δεν ήθελε, όχι μόνο να την προλάβει… μα ούτε καν να τον αντικρίσει… Ήξερε…
ήξερε ότι αν έκανε πίσω τώρα, δεν θα έφευγε ποτέ πια από την αγκαλιά του… ήθελε να γυρίσει και να του δοθεί, όμως μια περίεργη δύναμη ενός σκοτεινού πεπρωμένου την τραβούσε μακριά…
Το κυνήγι ξεκίνησε… έσκυβαν κάτω από μεγάλα χαμηλά κλαδιά σημύδας και πηδούσαν πάνω από φράχτες και πεσμένους κορμούς… κάποια στιγμή την έχασε… κάπου πρέπει να έστριψε και δεν πρόλαβε να τη δει…
Μερικές εκατοντάδες μέτρα πιο κάτω μια γυναίκα με κόκκινα σαν αίμα μαλλιά είχε δέσει το δικό της άλογο πίσω από μια συστάδα δέντρων και καραδοκούσε. Το καρτέρι της είχε στηθεί επιμελώς για τον ίδιο το Ρουβικώνα… ήθελα να του μιλήσει όσο τίποτα , να του δώσει μια τελευταία φορά να καταλάβει ότι της ανήκε ολοκληρωτικά και ότι της ήταν αδύνατον να ζει πια μακριά του.
Όταν την πλησίασαν οι δυνατοί καλπασμοί, βγήκε με φόρα κι αποφασιστικότητα από την κρυψώνα της, στη μέση του μονοπατιού….
Το άλογο της Ντονατέλας, χλιμίντρησε τρομαγμένο και σηκώθηκε στα πισινά του τόσο απότομα που την πέταξε κατάχαμα. Τα λεπτά πόδια της γλίστρησαν μέσα στους μεγάλους χάλκινους αναβολείς κι έπεσε στο σκληρό έδαφος με την πλάτη. Ξαφνικά σκοτάδι και νεκρική ησυχία την πλημμύρισε. Η Σοφί την πλησίασε και φανερά σαστισμένη έκανε να σκύψει πάνω από το λαβωμένο μελαχρινό κορίτσι …μα νέοι πιο δυνατοί καλπασμοί που πλησίαζαν την τρόμαξαν τόσο, που κρύφτηκε ξανά μέσα στους πυκνούς θάμνους… Ο Ρουβικώνας έστριψε απότομα και είδε το λεπτό ανθρώπινο κορμί καταμεσής του μονοπατιού τόσο αργά, που μετά βίας σταμάτησε το άλογο τραβώντας τα χαλινάρια με όλη του τη δύναμη….
«Ντόνα μου… μικρή μου Ντονατέλαααααα» ψέλλισε και βούρκωσε ταυτόχρονα… η καρδιά του σταμάτησε… έσκυψε από πάνω της… Άνοιξε τα μάτια της και τον κοίταξε με το πιο όμορφο και συνάμα πικρό χαμόγελο…
…ένα χαμόγελο που θα στοίχειωνε την ψυχή του στα χρόνια που θα έρχονταν. Άλικο αίμα έτρεξε από την άκρη των χειλιών της κι ένας σπασμός διαπέρασε το κορμί της… Η σπονδυλική στήλη της είχε κομματιστεί από τη δύναμη της πτώσης πάνω στις πέτρες… Την πήρε στην αγκαλιά του… τη σήκωσε με ευλάβεια και στοργή όπως η μάνα το άρρωστο μωρό….
«ΌΧΙ…ΌΧΙ…ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΘΕΟΣ …..ΟΧΙ ….ΝΤΟΝΑΤΕΛΛΑΑΑΑΑΑΑ….»
Οι κραυγές και οι λυγμοί του στάλθηκαν πένθιμα πάνω από το δάσος… πουλιά έφυγαν τρομαγμένα από τα δέντρα τους και τα άλογα, τόσο της Ντόνα, όσο και το δικό του. τράπηκαν σε φυγή… ήθελε να την ζητήσει σε γάμο… να την ξαφνιάσει… ήταν η μόνη γυναίκα που άγγιξε τις πιο σκοτεινές πτυχές της καρδιάς του… και «ΘΕΕ ΜΟΥ»… τα μάτια της …τον κοίταγαν ακίνητα όμοια με βλέμμα ενός πανέμορφου μα άψυχου τελικά, πορτραίτου…
είχε φύγει…
Η ψυχή της μικρής λατρεμένης του Ντονατέλας… ταξίδευε με ιλιγγιώδη ταχύτητα για τις κοιλάδες του Ιταλικού Βορρά , τις ρίζες και την Πατρίδα της….
Έκλαιγε με λυγμούς κι έβρεχε με τα δάκρυά του το άψυχο πρόσωπό της ξεπλένοντας το από τη σκόνη και το χώμα της πτώσης… λίγο πιο κει… πίσω από τους θάμνους οι θρηνητικοί του λυγμοί, κάλυπταν έναν άλλο… αυτόν της Σοφί… προϊόν τρόμου, αγάπης δίχως αντίκρισμα και Ζήλιας… μια απόκοσμης και στεντόρειας… Ζήλιας που κόχλαζε και θέριευε ακόμα και τώρα… τώρα που η αντίπαλός της ήταν πια μια άψυχη κούκλα….

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

ΖΩΝΤΑΝΟΣ ΝΕΚΡΟΣ

Οι μέρες συντάχθηκαν σε μήνες, οι μήνες γέννησαν χρόνια. Χρόνια σκοτεινά και μαύρα…
Ο Ρουβικώνας θρηνούσε τη χαμένη Αγάπη… τον μοναδικό, ανεκπλήρωτό του Έρωτα. Εφιάλτες συντάραζαν τον ύπνο του τις περισσότερες νύχτες.

Η Ντονατέλλα πανταχού παρούσα… πιο όμορφη από ποτέ, τον καλούσε ερωτικά στην αγκαλιά της. Φιλιόντουσαν κι έκαναν έρωτα απαλά… γλυκά …λυτρωτικά, στο τέλος που οι ρυθμοί τους γινόντουσαν έντονοι και έδειχναν να πλησιάζουν την τέλεια κορύφωση… εκεί η πανέμορφη Ντόνα γέμιζε σκόνη… αίμα άρχισε να κυλάει από τα χείλη της… το σφιχτό κορμί της έπαιρνε περίεργες κλίσεις από τα σπασίματα της σπονδυλικής της στήλης και κατέρρεε άψυχα πάνω του. Εκείνος ούρλιαζε με το λευκό πουκάμισό του γεμάτο από το αίμα της και ξυπνούσε, κάθιδρος.
Ο πόνος και η στεναχώρια του, η τροφή σε ποσότητα ίσα να κρατιέται στα πόδια του και ο ύπνος που δεν τον ξεκούραζε πια, αποτυπώνονταν στο πρόσωπο και στο παρουσιαστικό του. Δεν ήταν πια ο ίδιος. Βασανιζόταν κι έψαχνε μια διέξοδο που δεν έβλεπε πουθενά. Μόνη παρηγοριά του οι βαριές δουλειές στο αγρόκτημα που αποφάσισε να κάνει μόνος του πλέον… για να μη σκέφτεται, να μην ΤΗΝ σκέφτεται… η ένταση ο κάματος κι η εξάντληση, του δημιουργούσαν μια χαύνωση και τον οδηγούσαν σ ένα βαθύ, δίχως όνειρα, ύπνο… ένα μικρό θάνατο …κάθε βράδυ.
Μια δυο φορές την εβδομάδα, τον επισκέπτονταν ο Φαέθωνας. Μιλούσαν , έπαιζαν σκάκι κι έπιναν παλιό κόκκινο κρασί… Ο Φαέθωνας τον παρατηρούσε προσεχτικά. Ήθελε να είναι καλύτερα, πίστευε ότι ο χρόνος (το καλύτερο φάρμακο) σίγουρα θα κατάφερνε ν” απαλύνει τον πόνο του. Έτσι έδειχναν τα πράγματα… στην αρχή.
Άρχισε και πάλι να «παίζει» ερωτικά με φίλες και δυο μικρές υπηρέτριες του σπιτιού, προς μεγάλη τους τέρψη κι ευχαρίστηση. Εκείνος όμως σπανίως ήταν εκεί. Συνήθως πιωμένος, χωρίς συναίσθημα, η πράξη γινόταν για την πράξη και την σωματική εκτόνωση… τίποτα παραπάνω.

…………………………………………………………………………………………………

Ήταν πρωί, ο ήλιος μόλις είχε ανατείλει και χάιδευε με στοργή τα παγωμένα δέντρα. Στο αγρόκτημα επικρατούσε ησυχία.
Καλπασμοί ακούστηκαν πέρα από την κεντρική είσοδο… τυλιγμένος στη ζεστή του κάπα με το μαύρο γούνινο γιακά, ο Φαέθωνας κάλπαζε γοργά προς το αγρόκτημα. Το ύφος του σφιγμένο και τα πόδια του χτυπούσαν με βία τα πλευρά του αλόγου του, σα να ήθελε κάτι να προλάβει. Πλησίασε το κεντρικό στάβλο και πήδηξε πάνω από τα άλογο αφήνοντάς το ελεύθερο. Προσγειώθηκε με μαεστρία στο χώμα και δίχως να πέσει, συνέχισε να τρέχει προς την είσοδο του στάβλου.
Το προηγούμενο βράδυ ο Ρουβικώνας τον εκλιπαρούσε για λίγο από κείνο τον πράσινο κλέφτη το αψέντι… Ο Φαέθωνας ήξερε ότι θα του δημιουργούσε ψυχολογική αστάθεια και αυτό ήταν το τελευταίο που χρειαζόταν αυτή την περίοδο, ειδικά με την βελτίωση που παρουσίαζε η διάθεσή του τον τελευταίο καιρό. Αφού μίλησαν για ώρες πίνοντας κρασί που έφτιαχνε μόνος του ο Φαέθωνας, ο Ρουβικώνας πέταξε την κάπα στους ώμους του και έφυγε βιαστικός ζητώντας συγγνώμη και λέγοντας πως είχε κάτι επείγον να κάνει. Ο Φαέθωνας πρόσεξε τα χέρια του που έτρεμαν, καθώς και τα μάτια του που απέφευγαν να τον κοιτάξουν, ίσια και σταθερά… δεν πρόσεξε όμως τη φιάλη με το αψέντι που ο Ρουβικώνας πρόλαβε να κρύψει στον κόρφο του και να πάρει  μαζί του φεύγοντας.
Το αντιλήφθηκε περπατώντας χαράματα, δίχως διάθεση για ξεκούραση, δίπλα στην γιγάντια μαονένια βιβλιοθήκη του και είδε τη μικρή προθήκη που έβαζε το αψέντι … άδεια.
Τα νεύρα του τεντώθηκαν… έβαλε το χέρι του πάνω από τα μάτια του και ξαφνικά… «έβλεπε»
Ο Ρουβικώνας έπινε και γελούσε , ένα γέλιο τρελού που δυνάμωνε σε ένταση και χολή… έβριζε και τραγουδούσε… έπειτα έκλαψε… έκλαψε πικρά… και τότε… ήρθαν τα οράματα. Η Ντόνα άνοιξε την πόρτα του μεγάλου καθιστικού και πέρασε ελαφροπατώντας μέσα ντυμένη Νύφη… με ένα μαύρο νυφικό… άπλωσε τα χέρια του να την αγγίξει… το στήθος του σπάραζε από τους λυγμούς. Άνοιξε τα χέρια της κι εκείνη κι έτρεξε καταπάνω του… έτρεξε κι εκείνος και τότε, αφού ήρθαν κοντά …εκείνη πέρασε από μέσα του… σα φάντασμα σα μαύρος καπνός που διαλύθηκε κι επανασυνδέθηκε λίγο πιο πέρα σχηματίζοντας ξανά τη μορφή της. Προσπάθησαν ν” αγκαλιαστούν ξανά και ξανά… τίποτα… συνέχιζαν να περνούν ο ένας μέσα από τον άλλο. Κι εκείνη έδειχνε να μην καταλαβαίνει… το ίδιο μ” εκείνον… σ α να μην ήξερε ότι χάθηκε για πάντα, σα να μην είχε συνειδητοποιήσει ακόμα ότι είχε περάσει σε μια νέα μορφή ύπαρξης όπου τίποτε πια δεν θα ήταν όπως πρώτα… Δεν θα ήταν ποτέ ξανά μαζί. Το ένιωσαν θαρρείς την ίδια στιγμή και τότε, ο Ρουβικώνας με ένα βλέμμα όμοιο με κρύσταλλα σπασμένα έμεινε να κοιτάζει το φάσμα της κι εκείνη έδωσε μια και χάθηκε μέσα από ένα συμπαγή πέτρινο τοίχο…
Τη στιγμή ακριβώς που κλότσησε κι άνοιξε την ξύλινη πόρτα του στάβλου, την ίδια στιγμή έπεφτε η καρέκλα λίγο πιο πέρα στο πάτωμα με θόρυβο… τα μάτια του κοίταξαν λίγο πιο ψηλά από το πεσμένο κάθισμα… Οι μαύρες μπότες του Ρουβικώνα αιωρούνταν στο κενό, όλο του το κορμί άρχισε να χτυπιέται σα μαριονέττα… κρεμασμένο μ ένα χοντρό σχοινί τυλιγμένο στο λαιμό του… δεμένο στο κεντρικό μεσοδόκαρο της ξύλινης στέγης.
Κρεμάστηκε.
Πνιγόταν και κλωτσούσε μανιασμένα τον αέρα… αυτό μαρτυρούσε ότι το πάχος του σχοινιού και το μικρό του σωματικό βάρος, τον βοήθησαν και δεν έσπασε το λαιμό του με την πτώση. Το πρόσωπό του είχε μελανιάσει. Τα μάτια του κατακόκκινα και με την απόγνωση ζωγραφισμένη μέσα τους κάρφωναν εκείνα του Φαέθωνα. Υπήρχε ακόμα χρόνος. Ο Φαέθωνας, έτρεξε κι έστησε όρθιο το σκαμνί, εκεί που βρισκόταν πεσμένο. Οι μύτες των ποδιών του Ρουβικώνα ξαναβρήκαν στήριγμα κι άρχισε να παίρνει κοφτές ανάσες καθώς, χωρίς βάρος πια, η θηλιά ξέσφιγγε κάτω από τη δύναμη των χεριών του. Ο Φαέθωνας έκοψε το σχοινί με ένα καλοακονισμένο μαχαίρι με μια γρήγορη κίνηση. Τη λύτρωση της κρεμάλας ακολούθησε ένα δυνατό παραλήρημα… Όσο κι αν τον έσφιγγε επάνω του ο Φαέθωνας εκείνος έτρεμε και ταραζόταν από δυνατούς σπασμούς…. «Δε θέλω να την ξεχάσω Φαέθωνα… όσο ζω θα ζει κι εκείνη μέσα στο μυαλό και την καρδιά μου… μα… πως να ζω δίχως τη Ντόνα μου Πως;» Η φωνή του έχασε τη ζέση της κι άρχισε να βήχει… ξαφνικά ένοιωσε αδυναμία και τυλίχτηκε στο σκοτάδι…
Λιποθύμησε.
Ξύπνησε “ωρες μετά, νοιώθοντας καλύτερα, όμως… κάτι έσφιγγε γερά τους καρπούς και τους αστραγάλους του. Άνοιξε τα μάτια του. Βρισκόταν σ ένα σκοτεινό μέρος . Έκανε ζέστη κι ήταν δεμένος σφιχτά, στο προσκέφαλο και στο κάτω μέρος ενός σιδερένιου κρεβατιού. Αριστερά, στον τοίχο δίπλα του, μια μεγάλη σκιά έπαιζε παράξενα με τα πελώρια χέρια της. Κοίταξε αμέσως δεξιά… τα μάτια του προσαρμόστηκαν στο έντονο φως που σαν αύρα έλουζε την ψηλή μορφή που κατευθυνόταν προς το μέρος του.
Ήταν ο Φαέθωνας. Κρατούσε μια αυτοσχέδια σύριγγα γεμάτη με ένα σιέλ παχύρευστο υγρό. «Τι συμβαίνει Φαέθωνα; τι είναι αυτό που κρατάς; τι θα μου ΚΑΝΕΙΣ;» φώναξε… ο Φαέθωνας έκατσε σ ένα μικρό σκαμνί δίπλα του και τον χάιδεψε απαλά στο μέτωπο… πλησίασε το αυτί του και του ψιθύρισε…» Λένε ότι κάποιος πεθαίνει στ αλήθεια όταν τον ξεχάσουν κι εσύ δεν θέλεις να ΤΗΝ ξεχάσεις ΠΟΤΕ, έτσι δεν είναι φίλε μου;»
Ο Ρουβικώνας σφίχτηκε μα δεν μπόρεσε να μη γνέψει καταφατικά. Άκουγε την αλήθεια… Ο Φαέθωνας κάρφωσε μαλακά τη βελόνα στη φλέβα του βραχίονα του φίλου του κι ενώ έχυνε μέσα σιγά – σιγά όλο το υγρό… συνέχισε... «Θα σε βοηθήσω με αυτό το ΠΟΤΕ Ρουβικώνα,» έδειξε την άδεια σύριγγα… «Εδώ είναι κάτι που θα σε κρατήσει ήρεμο σε όλη τη διάρκεια της αλλαγής. Της αλλαγής σου από Θνητό σε Απέθαντο… όπως είμαι κι εγώωωωω…». Η φωνή του Φαέθωνα έσβησε… έπαψε να  ακούει καθώς το βότανο έδρασε σχεδόν αμέσως κι ο Μορφέας εμφανίστηκε πίσω από βαριές βελούδινες κουρτίνες και πήρε στην αγκαλιά του το ανήσυχο πνεύμα του.
Δεν ένοιωσε καν τους κυνόδοντες του Φαέθωνα που τον δάγκωσαν βαθιά στο λαιμό. Ρούφηξαν λίγο από το αίμα του κι άρχιζαν να μεταγγίζουν το απέθαντό, μιαρό, δικό του.
Μετά τη μετάγγιση ο Ρουβικώνας ανέβασε πυρετό κι άρχισε και πάλι να έχει σπασμούς. Ο Φαέθωνας τον σκέπασε με παχιές γούνες και του έβρεχε το μέτωπο και τα χείλη με λίγο νερό πότε – πότε…
Τρεις μέρες και τρεις νύχτες…τόσο κράτησε η μεταμόρφωση. Κι όλες τους πέρασαν μέσα στο ζόφο ενός έρποντος σκοταδιού που μια στεκόταν απέναντί του απειλητικά και μια τον κατάπινε σαν παχύρευστη πίσσα και του αφαιρούσε κάθε ικμάδα δύναμης κι ικανότητας ακόμα και να σκεφτεί. Στο τέλος της τρίτης νύχτας με δέρμα πελιδνό, όμοιο με νεκρού, κάθιδρος και κουρασμένος, ούρλιαξε δυνατά ανοίγοντας διάπλατα τις σιαγώνες του κι αποκαλύπτοντας δυο τεράστιους κυνόδοντες, έτοιμους να κατασπαράξουν και να ρουφήξουν αχόρταγα το αίμα του θύματος τους. Ήταν πλέον κι εκείνος Βρικόλακας. Ένας Απέθαντος… ένας Ζωντανός Νεκρός

Μπροστά του ανοίγονταν ένα καινούριο... Χάος

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4

ΑΓΑΠΗ ΚΑΙ ΑΙΜΑ

 Γαλλία
14 Μαΐου 1610
Μονμάρτη

Ολόκληρη η Γαλλία βυθίζεται σε βαθύ πένθος.
Πεθαίνει ο Βασιλιάς της, Ερρίκος ο Δ. Σε μια εποχή που χιλιάδες ανθρώπων έδωσαν την ζωή τους για την θρησκεία που υποστήριζαν, με αποκορύφωμα τη μεγάλη σφαγή Καθολικών και Προτεσταντών, που έμεινε γνωστή στην ιστορία ως η Νύχτα του Αγίου Βαρθολομαίου, χρίζεται νέος Βασιλιάς της Γαλλίας, ο Ερρίκος ο ΙΓ, υιός του απελθόντος Βασιλιά.
Σε ένα αγρόκτημα λίγο έξω από την πόλη, ένας άλλος άντρας αγωνίζεται ψυχή τε και σώματι, να κολυμπήσει στο βαθύ σκοτάδι που τον βύθισε το εκτυφλωτικό φως της μιαρής αυτής Αθανασίας. Δεν τον ενδιέφεραν οι θρησκείες και δεν ήταν σκλάβος θεωριών και πεποιθήσεων παρά ενός και μόνου διακαούς πάθους
Του έρωτα.
Ο Ρουβικώνας δυσκολεύτηκε πολύ να συνηθίσει τη νέα του φύση. Το δέρμα του ήταν και θα παρέμενε χλωμό, κάτι που ευτυχώς ταίριαζε με το ξανθό χρώμα των μαλλιών του. Το φως δεν τον προβλημάτιζε αν και ζώντας κυρίως τη νύχτα, όπως όλοι οι μεγάλοι εραστές ποιητές και καλλιτέχνες, συνήθως κοιμόταν το μεγαλύτερο διάστημα της μέρας. Η δύναμή του είχε αυξηθεί σε τέτοιο βαθμό που έπρεπε να μάθει να την ελέγχει ώστε να μην προκαλεί υποψίες.
Ένα απόγευμα, βοήθησε ένα γέρο που το κάρο του είχε βυθιστεί μέχρι τη μέση στη λάσπη. Του ζήτησε ν ανέβει στο κάρο και να χτυπήσει με το καμουτσίκι το ήδη κουρασμένο ζωντανό, ενώ την ίδια στιγμή με υπεράνθρωπη δύναμη το σήκωσε και το έσπρωξε μέσα από τη λάσπη. Από την απότομη κίνηση εμπρός, ο γέρος σωριάστηκε με την πλάτη μέσα στην άμαξα. Ο Ρουβικώνας τον είδε χαμογελώντας πάνω από τον ώμο του καθώς απομακρυνόταν καλπάζοντας, να τον κοιτάζει με δέος…
Ένα από τα πράγματα που δεν μπορούσε να ανεχθεί με τίποτα ήταν το φαγητό. Η οικονομική του κατάσταση του εξασφάλιζε πάντα πρόσβαση στα πιο σπάνια και νόστιμα εδέσματα. Εκείνος όμως τσιμπούσε ελαφρά, καθότι το στομάχι του δεν μπορούσε πλέον να δεχθεί τις τροφές. Όταν κάτι του έλειπε και το επιθυμούσε αφάνταστα το μύριζε και σπανίως γευόταν ελάχιστο για να το φτύσει κατόπιν προκειμένου να αποφύγει τους εμετούς που τον συντάρασσαν. Δεν πεινούσε πια, μόνο διψούσε και διψούσε όπως όλοι οι Βρικόλακες για Αίμα κι… Έρωτα.
Ο Φαέθωνας έλειπε έναν ολόκληρο χρόνο στη Ρωσία. Του είχε εξηγήσει καθώς συνερχόταν από τη μεταμόρφωση πως, όταν τον έπιανε η δίψα για αίμα, έπρεπε να την κατευνάζει.
Το αίμα ζώων ήταν ένα αξιοπρεπές αν κι όχι νοστιμότερο του ανθρώπινου, ποτό για εκείνους. Και σίγουρα κάτι, του οποίου η συλλογή, δεν θα τους δημιουργούσε προβλήματα και τη διαρκή ανάγκη για μετακινήσεις που θα προκαλούσαν στα σίγουρα οι δολοφονίες… αθώων.
Μια νύχτα όμως το κακό νίκησε το καλό που χε απομείνει άσβεστο μέσα του.
Είχε μόλις βρέξει και περπατούσε στα βρεγμένα πλακόστρωτα της Μονμάρτης με τα πόδια, φορώντας ένα δερμάτινο πανωφόρι με κουκούλα να τον προστατεύει από τη βροχή. Στο τέλος ενός σκοτεινού δρόμου έστριψε αριστερά για να βγει στο ξέφωτο όπου είχε αφήσει δεμένο το άλογό του. Με την ακοή του – που είχε επίσης μεγεθυνθεί σε ζωώδη μεγέθη – άκουσε σκισίματα υφάσματος και πνιχτά αγκομαχητά, από την αντίθετη κατεύθυνση.
Γύρισε και κινήθηκε προς τους ήχους.
Καλύφθηκε πίσω από κάτι βαρέλια κι εστίασε μπροστά. Τρεις λεχρίτες, βρώμικοι και ρυπαροί, με γένια και γουργουριστές από την έξαψη φωνές, θώπευαν ένα νέο κορίτσι. Της έσκισαν τα ρούχα και της τραβούσαν βάναυσα τα πόδια για να τ ανοίξουν. Το λευκό της δέρμα φώτισε τη σκηνή. Άπλωναν τα βρώμικα χέρια τους, χάιδευαν και πίεζαν την άσπιλη σάρκα, με τη μικρή να ταλανίζεται τρομαγμένη σα παγιδευμένο ελάφι. Τα μάτια της ήταν γεμάτα δάκρια. Το πρόσωπο και ο λαιμός της κατακόκκινα από την προσπάθεια. Ένα βρώμικο χέρι πίεσε το πάλλευκο και σφριγηλό από την ηλικία και το κρύο, στήθος της. Ένας την κρατούσε από πίσω κι ένας από τα πόδια ενώ ο τρίτος με σάλια να τρέχουν – όμοια με πεινασμένου λύκου – απ το αξύριστο σαγόνι του, ξεκούμπωνε το παντελόνι του κι έβγαζε έξω το ήδη σηκωμένο όργανό του. Τα μάτια της κοπέλας γούρλωσαν κι εστίασαν στο πράμα του, καθώς φαντάστηκε τη ζημιά θα της προκαλούσε στα επόμενα τρομακτικά δευτερόλεπτα.
Πλησίασε  το στόμα της και ζήτησε από τον άντρα πίσω της να της γυρίσει το κεφάλι. Εκείνος το έπραξε τραβώντας της δυνατά τα μαλλιά κι αναγκάζοντάς της να ανοίξει διάπλατα το στόμα της. Είδε την κατακόκκινη γλώσσα της να χαμηλώνει καθώς συσπάστηκε ολόκληρη σε ένα τελευταίο ουρλιαχτό απόγνωσης.
Ήταν και το τελευταίο που εκείνος είδε ποτέ.
Ένα βαρέλι κατέβηκε από το πουθενά κι έλειωσε το κεφάλι του στον τοίχο δεξιά, σα παραγεμισμένη κολοκύθα. Μέχρι ν αφήσουν την κοπέλα να πέσει κάτω οι άλλοι δύο, είχε ήδη τσακίσει το λαιμό του ενός ορμώντας πάνω του με σβελτάδα αιλουροειδούς. Έκανε δε, μια τόσο αστραπιαία κι επιδέξια κίνηση που ο λεχρίτης πέθανε αμέσως μετά το κρακ των θρυμματισμένων του οστών, κάποια δευτερόλεπτα πριν να πέσει καταγής.
Ο τρίτος σοκαρισμένος από την επίθεση έβγαλε από τη μπότα του ένα στιλέτο και το προέταξε απειλητικά μπροστά γρυλίζοντας. Η κοπέλα βρήκε τη δύναμη να σηκωθεί και να χαθεί ημίγυμνη στο σκοτάδι. Δύναμη που της προσέφερε η αδρεναλίνη και το ένστικτο της επιβίωσης. Το μαχαίρι άρχισε να χορεύει λάμποντας στο φεγγάρι σα να χε δική του ζωή. Ο Ρουβικώνας το απέφυγε με μαεστρία μια δυο φορές. Την τρίτη, που ήταν με την πλάτη στον τοίχο και υπολόγισε που θα καρφωνόταν, έκανε μια μικρή κίνηση με το σώμα του κι ούρλιαξε δυνατά. Έμεινε με τα μάτια κλειστά για μερικά δευτερόλεπτα κι ακίνητος. Ο βρωμιάρης, δεν το πίστευε ότι τον κάρφωσε και για μια στιγμή έκανε να δει από πιο κοντά για αίμα. Τότε ακριβώς ο Ρουβικώνας άνοιξε τα μάτια του κι άρχισε να γελά σατανικά δυνατά. Το μαχαίρι είχε χτυπήσει αέρα σχίζοντας μονάχα την κάπα και το λευκό του πουκάμισό , μεταξύ του μπράτσου και του θώρακα. Έσφιξε τα μέλη του, που έκλεισαν σα μέγγενη και δεν άφηνε το ληστή να το τραβήξει. Έβαλε το δικό του βραχίονα πίσω από τον αγκώνα του κι έκανε μοχλό τραβώντας τον προς τα εμπρός. Τον έκανε να ουρλιάξει σπάζοντάς του το χέρι, κι έχωσε τα δικά του στο …στόμα του, στην άνω και την κάτω γνάθο που έχασκαν ανοιχτές, σπρώχνοντας τον κατά πίσω. Έβγαλε ένα γρύλισμα καθώς χρησιμοποιούσε και πάλι τη ζωώδη του δύναμη, σχίζοντας στη μέση το πρόσωπο του άλλου στο ύψος του στόματος.
Ο ληστής έβγαλε ένα λαρυγγισμό απελπισίας καθώς η κάτω σιαγώνα του κρεμόταν αποκαλύπτοντας όλα τα σάπια του δόντια και μια τεράστια γλώσσα γεμάτη φλύκταινες. Παραπάτησε μουγκρίζοντας πένθιμα κι έπεσε νεκρός, πνιγμένος στο αίμα του μπροστά στα πόδια του Ρουβικώνα.
Η έξαψη της τρέλας ήταν μεγάλη και η αδρεναλίνη του χτύπαγε τα μηνίγγια, όμοια με σφυρί. Το αίμα και των τριών παραλίγο βιαστών είχε σχηματίσει μια μικρή λίμνη που μούσκευε σε κόκκινη μπογιά το καστόρι από τις μπότες του. Δεν μπόρεσε να μη μυρίσει το… απαγορευμένο. Η ζεστή μεταλλική του οσμή τον τσάκισε… Οι κυνόδοντές του πετάχτηκαν κι αναπτύχθηκαν προς τα κάτω σχίζοντάς του επιφανειακά, τα χείλη από μέσα… Σκέφτηκε τις συμβουλές του Φαέθωνα. Τον είδε μπροστά του να του απαγορεύει …φασματικά.
Η κοπέλα είχε χαθεί… ήταν ο μόνος ζωντανός εκεί με μόνους μάρτυρες το νερό την πέτρα και το φεγγάρι. Σαν ύαινα όρμησε στον πρώτο. Βύθισε τα δόντια του βαθιά στην καρωτίδα, με μάτια που γυάλιζαν κατακόκκινα. Ρούφηξε, γεύτηκε κι απόλαυσε σα ζώο. Σήκωσε το κεφάλι του κι αφουγκράστηκε… μετά ξανά και ξανά. Μακάβριοι κι υγροί ήχοι ακούγονταν, καθώς οι φλέβες των ληστών στέρευαν. Ήπιε μέχρι σκασμού. Τους άδειασε εντελώς κι έφυγε βαδίζοντας αργά. Χρειαζόταν ύπνο. Το απαγορευμένο αυτό γεύμα θα τον κρατούσε καιρό.

…………………………………………………………………………………………………

Ξύπνησε κι ένοιωσε υπέροχα.

Υγρά και ζεστά χάδια σε όλο του το κορμί.

Τι ήταν αυτό που ζέσταινε την κρύα κι αμαρτωλή του καρδιά;
Η Μαρί, η νεαρή του υπηρέτρια τον έπλενε εκεί, στο κρεβάτι του, μ ένα σφουγγάρι, ζεστό νερό και σαπούνι.
Τόσο λερωμένος από αίμα και λάσπη ήταν.
Τόσο κουρασμένος, ακόμα και να ανοίξει και τα μάτια του, αρκέστηκε να βάλει τα χέρια πίσω από το κεφάλι του και να απόλαυση τα χάδια της. Η Μαρί έχοντας γεμίσει όλο του το σώμα σαπουνάδες, πέταξε το μοναδικό ριχτό νυχτικό που φορούσε αποκαλύπτοντας ένα γεμάτο στήθος με ροζ θηλές και φακίδες και μια ροδαλή σφριγηλή ήβη . Ξάπλωσε πάνω του κι άρχισε να απλώνει τη σαπουνάδα του κορμιού του με το δικό της. Είχε ξυρίσει προσεχτικά το κουτάκι της, με μια λάμα πριν από μέρες και οι τριχούλες που είχαν εμφανιστεί κοντές και σκληρές, τον γρατζούνησαν βασανιστικά εκεί κάτω, εν μέσω σαπουνάδας και νερού. Κάποια στιγμή κι ενώ πήγαινε αργά όσο και …υπέροχα το κορμί της μπρος και πίσω, με μια επιδέξια κίνηση σήκωσε λίγο τη μέση της και τον βύθισε μέσα της ολόκληρο. Συνέχισε μόνη της την πρωτοβουλία που ανέλαβε, με τα στήθη της να τον πνίγουν, καθώς είχε σκύψει από πάνω του και με τις παλάμες της κρατούσε σφιχτά τα δικά του χέρια, ακίνητα. Ήταν τόσο εκστασιασμένοι και οι δυο από το έξυπνο αυτό και υγρό παιχνίδι κυριαρχίας, που τέλειωσαν σχεδόν αμέσως… κι έμειναν εκεί πολύ ώρα αγκαλιασμένοι μέχρι που άρχισαν να κρυώνουν.
Τότε ο Ρουβικώνας της χάρισε την ζέστη του κορμιού του όπως μόνο αυτός ήξερε, ευχαριστώντας την με τη σειρά του, που του πρόσφερε πρώτη το κορμί της, μ ένα τόσο όμορφο τρόπο.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5

ΦΑΕΘΩΝΑΣ
ΑΓΓΕΛΟΣ ΘΑΝΑΤΟΥ

Ρωσία
Μόσχα 1613

Το κίνημα του Λαού, υπό την ηγεσία του Κουζμά Μίνιν και του Ντμίτρι Παζάρσκι απελευθέρωσε τη Μόσχα από τα στρατεύματα των Πολωνών.
Το φθινόπωρο του 1612 το στράτευμα των εθελοντών, νίκησε στη μάχη δίπλα από τα τείχη του Κρεμλίνου τον πολυάριθμο πολωνικό στρατό, και στις τέσσερις Νοεμβρίου τους εξανάγκασε σε  παράδοση.
Ο Φαέθωνας Γιαμπόρωφ συμμετείχε ως λοχαγός στην μάχη για την απελευθέρωση. Οι πόλεμοι που έλαβε μέρος ανά τους αιώνες, άφησαν στο κορμί του ανεξίτηλα σημάδια – μνήμες.
Είχε κοντέψει να ακρωτηριαστεί τρεις φορές ως Οπρίτσνικος, (εντεταλμένο ένοπλο όργανο της Εξαίρεσης που θέσπισε ο Ιβάν ο Δ”, σε συνεργασία με την Εκκλησία) στο πλάι του Ιβάν του Δ” του Τρομερού στην μεγάλη σφαγή στο Νόβγκοροντ, σαράντα και πλέον χρόνια πίσω, όπου χάθηκαν χιλιάδες ζωές σαν αποτέλεσμα της ισοπέδωσης ολόκληρων πόλεων.
Ο Ιβάν ο Δ”, με καταγωγή από τη βυζαντινή οικογένεια των Παλαιολόγων έγινε ο πρώτος Τσάρος (Καίσαρας) της Ρωσίας. Ήταν ένας από τους αγριότερους και πιο βάναυσους βασιλιάδες της. Η συμπεριφορά του ήταν απρόβλεπτη. Είχε έντονες ψυχολογικές διακυμάνσεις καθώς συχνά τον καταλάμβανε δολοφονική μανία ενώ λίγες στιγμές μετά έκλαιγε ζητώντας συγχώρεση από το Θεό. Εκτελούσε φίλους κι εχθρούς χωρίς να διστάζει ενώ ηρεμούσε μόνο από την πανέμορφη Αναστασία Ρομάνοβα, την πρώτη του γυναίκα, ο θάνατος της οποίας τον τρέλανε τελειωτικά.
Μετά την απελευθέρωση της Μόσχας το 1612 ο Φαέθωνας είχε αποκτήσει δόξα και πλούτη. Ζούσε μια άνετη ζωή σε μια πολυτελή έπαυλη με τρεις πανέμορφες κοπέλες που τον υπηρετούσαν και φρόντιζαν για τα πάντα. Οι δύο μεγαλύτερες ήταν μυημένες στη μάχη και στον έρωτα από τον ίδιο κι έκαναν όλες τις βαριές δουλειές μαζί του.
Η μεγαλύτερη ήταν η Γιάνκα, μια ψηλή μελαχρινή γυναίκα με μάτια όμοια με σμαράγδια κι αγέρωχο παρουσιαστικό. Η Γιάνκα έμοιαζε με αρχαία Ελληνίδα Θεά, με τα μαλλιά της μαζεμένα ψηλά πάνω από το υπέροχο κεφάλι της, καθώς έπεφταν σε μπούκλες έως τη μέση της πλάτης. Ήταν άριστη τοξοβόλος και μαγείρευε τόσο νόστιμα, όσο κανένας μάγειρας της εποχής
Η δεύτερη σε ηλικία γυναίκα, ήταν η Μάσσκα. Εξαδέλφη της Γιάνκα από την πλευρά της μητέρας της, πανύψηλη και γλυκιά, καστανή με τεράστια καφέ μάτια. Η Μάσσκα χειριζόταν με μαεστρία μικρά ξίφη και γνώριζε όλα τα βότανα και τα μυρωδικά, τα θεραπευτικά και τα δηλητηριώδη. Μπορούσε το ίδιε εύκολα και αποτελεσματικά, να χαρίσει την υγεία ή το θάνατο. Ήταν εκείνη που περιποιόταν τις πληγές του Φαέθωνα και βοηθούσε στην γρηγορότερη ίαση τους.
Η τρίτη, η μικρότερη και πιο όμορφη απ όλες ήταν η Κάτια, η αγαπημένη του Κατιούσα. Ήταν δεκαεννέα ετών, πιο κοντή από τις άλλες δυο με υπέροχα γαλανά μάτια και ξανθά μαλλιά. Το μυαλό της ήταν μόνιμα σε εγρήγορση, Ήταν η εξυπνότερη .Μιλούσε τρεις γλώσσες και λάτρευε τα βιβλία.
Ο Φαέθωνας ένοιωθε πατρική στοργή για τη μικρή, την οποία απολάμβαναν από κοινού, με αποτέλεσμα να μη συνευρεθούν ποτέ ερωτικά. Την πήρε υπό την προστασία του από τα πέντε της όταν μικρό κοριτσάκι ακόμα, έχασε τους γονείς της από πανούκλα και τη βρήκε να περιπλανιέται βρώμικη και πεινασμένη στα χιονισμένα δρομάκια της Μόσχας.
Η Κάτια άργησε να συνηθίσει το τρομακτικό, της μη ανθρώπινης φύσης του Φαέθωνα και δεν γνώριζε ότι, οι Γιάνκα και Μάσσκα που είχε σα μεγαλύτερες αδερφές της ήταν επίσης βρικόλακες.
Τις μεταμόρφωσε, λίγο πριν πεθάνουν, όταν πενήντα χρόνια πριν, πολεμώντας στο πλάι του Ιβάν του Τρομερού, τις βρήκε αγκαλιασμένες να αιμορραγούν μέχρι θανάτου, σε έναν αχυρώνα. Σκότωσε τους στρατιώτες που ετοιμαζόντουσαν να τις βιάσουν και ήπιε το αίμα τους ζωωδώς. Τις έκρυψε σε δυο μεγάλα άδεια βαρέλια που βρήκε εκεί και γύρισε με το κάρο του το βράδυ να τις πάρει. Τις βρήκε με υπόλευκο πελιδνό βλέμμα να ρουφούν αίμα από ένα ψόφιο άλογο, ενώ μια μεγάλη κόκκινη λίμνη έβαφε άλικα το πεσμένο σανό.

………………………………………………………………………..

Ο Φαέθωνας μιλούσε συχνά για το φίλο του το Ρουβικώνα στην Κάτια, κι έβλεπε τα γαλάζια μάτια της να λάμπουν κάθε φορά που άκουγε το όνομά του. Της είπε για την μεγάλη κατηφόρα που πήρε η ψυχή του μετά το θάνατο της μεγάλης του Αγάπης και το πως αναγκάστηκε να τον λυτρώσει από τα εγκόσμια δεσμά γλυτώνοντας τον από την αυτοκτονία. Η Κάτια του είπε πως θα ήθελε πολύ να γνωρίσει αυτό τον όμορφο κι ευγενή νέο και θα της έκανε μεγάλη ευχαρίστηση να την έπαιρνε μαζί του σε ένα από τα ταξίδια του στη Γαλλία.

………………………………………………………………………..

Ήταν χαράματα.
Η Κάτια κοιμόταν γλυκά έχοντας πεσμένο στο στήθος της το αγαπημένο βιβλίο που τις χάρισε συντροφιά μέσα στην παγερή Ρώσικη νύχτα.
Ο Φαέθωνας, κοιμόταν κι εκείνος αποκαμωμένος μετά από μια νύχτα γεμάτη ανομολόγητο πάθος κι έρωτα με τις μελαχρινές του μετρέσες . Ήταν σκεπασμένος μ ένα πορφυρό σκέπασμα που χε πάνω του χρυσοκεντημένες σκηνές από μάχες. Η Μάσσκα και η Γιάνκα ολόγυμνες, ήταν πεσμένες πάνω από το σκέπασμα, και τα υπέροχα κορμιά τους σχημάτιζαν ένα τέλειο πίνακα με πορφυρό και χρυσό φόντο. Το χέρι της Γιάνκα ήταν πεσμένο από εξάντληση πάνω από τη λεπτή μέση της Μάσσκα η οποία με τη σειρά της ανέπνεε γλυκά και ζέσταινε το λαιμό του Φαέθωνα. Τα στήθη τους σφιχτά και σφριγηλά ακουμπούσαν και πίεζαν το κόκκινο βελούδο, ενώ τα γυμνασμένα τους οπίσθια σαν χιονισμένοι λόφοι πότιζαν με ομορφιά, το θεόρατο κρεβάτι.
Η Γιάνκα ξύπνησε και φίλησε γλυκά τα κερασένια χείλη της Μάσσκα ξυπνώντας της. Τα μάτια της μαρτυρούσαν μια ένταση κι ένα ένστικτο, χαρακτηριστικό των απέθαντων.
Αίμα.
Κάπου στην πόλη κυκλοφορούσε φρέσκο ανθρώπινο και ζωντανό αίμα. Έπρεπε να βιαστούν και να εκμεταλλευτούν το χάραμα και το βαθύ ύπνο του Αφέντη τους.
Σε λίγα λεπτά, δυο ολόλευκα άλογα κάλπαζαν δυνατά προς το έρημο ακόμα, κέντρο της Πόλης με δυο μαυροφορεμένες μορφές πάνω τους, με χαρακτηριστικά που έκρυβαν οι μαύρες κουκούλες των μανδύων τους.
Στην κεντρική πλατεία, ένα απόσπασμα στρατιωτών πρόσεχε δυο μικρά κορίτσια, γόνους βασιλικής οικογένειας, στον πρωινό τους περίπατο και στην επιπλέον ασφάλεια του έρημου πρωινού.
Ξεπέζεψαν κι έδεσαν τα άλογα στο τελευταίο στενό πριν την πλατεία. Ανέβηκαν σε μια μικρή υπερυψωμένη αυλή και παρακολουθούσαν. Το σχέδιο ήταν απλό. Η Γιάνκα θα παρέσερνε τους τρείς στρατιώτες αποσπώντας τους την προσοχή, ενώ η Μάσσκα θα έπαιρνε τις γαλαζοαίματες. Παρά το πρωινό Ρώσικο κρύο η Γιάνκα πέταξε το ζεστό της μανδύα και κατευθύνθηκε λύνοντας τα πλούσια μαλλιά της προς το απόσπασμα. Οι χούφτες της κλειστές, έκρυβαν μια υπνωτική σκόνη που είχε φτιάξει η μικρή για ανάλογες περιστάσεις. Οι στρατιώτες άρχισαν να φωνάζουν προς το μέρος της δυνατά και οι μικρές πριγκίπισσες σήκωσαν το βλέμμα τους από τη παγωμένη λιμνούλα και την κοίταξαν. Οι φωνές μαλάκωσαν σε ένταση και το αυστηρό βλέμμα μετατράπηκε σε χαμόγελα καθώς η σπάνια ομορφιά της Γιάνκα μάγεψε τους βρώμικους και παγωμένους στρατιώτες χαρίζοντάς τους ένα θέαμα πέρα από οτιδήποτε είχαν δει στην δύσκολη ζωή τους. Εκμεταλλευόμενη την μαγεία που έστειλε η μορφή της, τους αγκάλιασε κι έφερε πιο κοντά το κορμί της στο δικό τους. Άρχισε να χορεύει και να λικνίζεται σαν νεράιδα κι όταν ήταν πια κοντά της σε απόσταση φιλιού, σήκωσε ψηλά τα χέρια της και στριφογύρισε αφήνοντας την λευκή σκόνη να πέσει ανακατεμένη με τις πρωινές χιονονιφάδες. Την ίδια στιγμή άρχισε να απομακρύνεται χορεύοντας, αφήνοντας τους στη χαύνωση και στην ταχύπνοια του πόθου, να ρουφούν αχόρταγα τον παγωμένο αέρα και τον. ..ύπνο.
Τα παιδιά είδαν τους στρατιώτες να πέφτουν ένας – ένας γλυκά πάνω στο φρέσκο χιόνι κι έτρεξαν απορημένα γελώντας και νομίζοντας ότι πρόκειται για παιχνίδι… η Μάσσκα εμφανίστηκε από πίσω τους τρέχοντας κι αυτή και φωνάζοντας : «Τώρα τα φυλάνε εκείνοι… ελάτε πάμε να κρυφτούμε όσο είναι καιρός… το κρυφτό μόλις ξεκίνησε» .
Οι δυο γυναίκες άρχισαν να τρέχουν προς το μέρος που είχαν αφήσει τα άλογα. Η ομορφιά τους και τα χαμόγελα στα πρόσωπα των στρατιωτών δεν άφησαν τις μικρές να υποψιαστούν το παραμικρό. Μόλις οι τέσσερις τους χάθηκαν πίσω από το σκοτάδι που χάριζε η μεγάλη σκιά του πρώτου σπιτιού, τα δυο κορίτσια βρέθηκαν ξαπλωμένα με τη βία στο χιόνι να κοιτάζουν δυο θηλυκά τέρατα με κατακόκκινα μάτια, και δόντια μεγάλα και κοφτερά σαν εκείνα των λύκων, των παραμυθιών.
«Γαλαζοαίματες» ψέλλισε η Γιάνκα τρέμοντας από έξαψη. «Αυτό σημαίνει πολλούς μήνες χωρίς το άνοστο και λερό αίμα των ζώων…» Τη στιγμή που τα δόντια της απείχαν μια τρίχα από τον ζεστό παιδικό λαιμό… ένας βέλος τρύπησε το κρανίο της στο μέτωπο και την άφησε ακίνητη, όμοια με άγαλμα να κοιτάζει αόριστα εμπρός, καθώς η μιαρή ζωή της την άφηνε γρήγορα.
Δυο στρατιώτες, κρυμμένοι κι αυτοί σε ένα ψηλό μπαλκόνι είχαν δει τα πάντα. Ο ένας όπλιζε ξανά τη βαλλίστρα του και τοποθέτησε νέο βέλος στη σχισμή, ενώ ο άλλος είχε κιόλας ξεσπαθώσει κι έτρεχε προς τις γυναίκες ουρλιάζοντας , μια θανατερή ιαχή.
Η Μάσσκα κρατούσε το δεύτερο κορίτσι στο χιόνι και δεν μπορούσε να πάρει τα μάτια της από το άψυχο βλέμμα της εξαδέλφης της. Όταν συνειδητοποίησε τι είχε συμβεί, η Γιάνκα έπεσε μπρούμυτα πάνω από το παιδί, ενώ μ ένα συριστικό ήχο το βέλος καρφώθηκε πιο βαθιά στο κρανίο της κι έβαψε κατακόκκινο το λευκό. Η Μάσσκα μάζεψε ασυνείδητα όλο τον αέρα που χωρούσαν τα πνευμόνια της κι εξέπνευσε κραυγάζοντας θρηνητικά. Ένα λυγμό που τα δυο ανήλικα δεν θα ξεχνούσαν ποτέ σε όλη τους τη Ζωή. Την κραυγή της στο τέλος της, διέκοψε το ξίφος του δεύτερου στρατιώτη που ξερίζωσε το κεφάλι από τους ώμους της κι άρχισε να περιστρέφεται με σφαλιστά μάτια στον αέρα, μ ένα θανατερό ματωμένο γουργούρισμα.

…………………………………………………………………………………………………………….

Θάνατος, παγωνιά και φρίκη παραμόρφωσαν τα πρόσωπα της Γιάνκα και Μάσσκα, καθώς τα άψυχα κεφάλια τους στόλιζαν παλουκωμένα το κέντρο της Μόσχας, με πλήθος κόσμου μαζεμένου τριγύρω να καλύπτει το πρόσωπο του από το τσουχτερό κρύο του πρωινού και την τρόμο της εικόνας. Ανάμεσά τους και ο Φαέθωνας ντυμένος ώστε να μην αναγνωρίζεται, έκλαιγε κι έβριζε για την απερισκεψία που έδειξαν οι μετρέσες του και τους στοίχισε τη Ζωή.
Ώρες αργότερα, έχοντας μαζέψει όπως – όπως, ότι είχε αξία για εκείνον, ρούχα, βιβλία, αναμνηστικά και σακιά με χρυσές λίρες, τα στοίβαζε με τη βοήθεια της μικρής του Κάτιας σε μια μεγάλη ξύλινη άμαξα. Πήραν μαζί τους τροφή για αρκετό διάστημα, νερό και κρασί σε ασκούς και ξεκίνησαν γρήγορα με τα τέσσερα μαύρα άλογα που είχαν απομείνει στον στάβλο.
Την ώρα που οι στρατιώτες πλησίαζαν την έπαυλη του Φαέθωνα, εκείνη καιγόταν συθέμελα μαζί με τους στάβλους και τα υπάρχοντά του Λοχαγού.
Ενώ το ταξίδι τους ξεκίνησε κάπως απότομα καθώς δε γινόταν αλλιώς, άρχισε να διηγείται στη Κατιούσα όσα δε γνώριζε. Εκείνη ζωντάνευε με το μυαλό της κάθε εικόνα και το αρχικά απορημένο της βλέμμα μετατράπηκε σε μικρές ξέχειλες από δάκρυα, λίμνες
Το ταξίδι για τη Γαλλία θα ήταν μεγάλο και …δίχως επιστροφή.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6

ΚΑΤΙΟΥΣΑ….
ΑΓΑΠΗ ΞΑΝΑ

Το ταξίδι της επιστροφής χάρισε κούραση στο σώμα και ένα απέραντο γκρι στην ψυχή.
Η ταλαιπωρία ήταν αποτυπωμένη στο πρόσωπο της Κάτιας, καθώς μαύροι κύκλοι στα υπέροχα γαλανά μάτια της και σκασμένα από το κρύο χείλη, έκρυβαν την νεανικότητα και την ακμή που είχε συνηθίσει να βλέπει ο Φαέθωνας, σε πιο ήσυχες μέρες.
Μπήκαν στο Παρίσι χαράματα Παρασκευής και κατευθύνθηκαν προς την έπαυλη του Ρουβικώνα. Οι περιπέτειες της επιστροφής στη Γαλλία, το κρύψιμο από τους στρατιώτες της Ρώσικης φρουράς, καυγάδες με μεθυσμένους στα πανδοχεία που διανυκτέρευαν κι ένα διαρκής φόβος που τους ανάγκαζε να έχουν μόνιμα το βλέμμα στραμμένο πίσω τους, τους είχε εξαντλήσει αφάνταστα.
Η άμαξα του Φαέθωνα πέρασε την κεντρική είσοδο.
Ο Ρουβικώνας κατηφής και βυθισμένος στις θρηνητικές σκέψεις του, σηκώθηκε και κοίταξε από το κεντρικό μεγάλο παράθυρο στο σαλόνι. Ένα αμυδρό χαμόγελο διαγράφηκε στο πελιδνό και χωρίς αίσθημα για καιρό, πρόσωπο του καθώς αναγνώρισε το Φαέθωνα.
Δεν ήταν μόνος…
Το βλέμμα του έπεσε στον μικρό ταλαιπωρημένο άγγελο που έφερνε μαζί του. Αυτή τη μικροκαμωμένη ξανθιά ύπαρξη που έστεκε μετά βίας στο πλάι του, πάνω στο παγκάκι της άμαξας, με κορμί να ταλαντεύεται και σχεδόν έτοιμο να σωριαστεί από την κακουχία.
Ένοιωσε μια ξαφνική πίεση στο εσωτερικό του κεφαλιού του κι ασυνείδητα εισέπνευσε όσο αέρα γινόταν μεμιάς σα να αναδύθηκε μέσα από τα νερά μιας λίμνης γλυτώνοντας τον πνιγμό την τελευταία στιγμή.
Πεπρωμένο…
Έτρεξε να προϋπαντήσει αλλά και να βοηθήσει τους κουρασμένους ταξιδιώτες.
Μόλις πλησίασε την άμαξα, ο Φαέθωνας βοηθούσε κιόλας την Κάτια να κατέβει. Κοίταξε για μια στιγμή λυτρωμένη τον ουρανό και λιποθύμησε μέσα στην αγκαλιά του Ρουβικώνα από εξάντληση.
«Ελάτε Φαέθωνα… έχω ανάψει το τζάκι, το φαγητό είναι έτοιμο για σερβίρισμα… Θεέ μου από πόλεμο έρχεστε;»
«Σχεδόν» απάντησε νευρικά ο Φαέθωνας χτυπώντας τον φιλικά στην πλάτη… «θα τα πούμε όλα, σιγά – σιγά».
Σερβιρίστηκε αχνιστή κρεατόσουπα η οποία έμενε να κρυώνει πάνω στο τραπέζι… η ευωδιά και η ζέστη της θα σήκωναν και πεθαμένους μα απείχε κατά πολύ από τις βλάσφημες και μη ανθρώπινες ορέξεις των δύο αντρών.
Ο Ρουβικώνας τοποθέτησε απαλά την Κάτια σε ένα ανάκλιντρο και τη σκέπασε με μια παχιά και ζεστή μάλλινη κουβέρτα. Την έτριψε στα χέρια και στο λαιμό με λάβδανο μέχρι που υποψίες ερυθρού χρώματος έδωσαν στο πρόσωπό της την εικόνα της Ζωντανής.
Ανακάτεψε τα ξύλα στο μεγάλο τζάκι και πρόσθεσε μερικά ακόμα. Οι σκιές στους μεγάλους τοίχους χόρευαν ζωηρές ένα χορό καλωσορίσματος.
Έδωσε ένα μπουκάλι μ ένα σκούρο υγρό στον Φαέθωνα και του “πε… «Έλα, πιες …θα σε ζωντανέψει»
Κατέβασε την πρώτη γουλιά… και γρύλισε από ευχαρίστηση… κάποιες μικρές φλέβες στο μέτωπό του παλλόταν… «Μα που το βρ…»
«μη ρωτάς… μόνο πιες να συνέλθεις» του αποκρίθηκε.
Το πανωφόρι του Φαέθωνα σκούρυνε όπου έπεφτε πάνω αυτό το εξαίσιας ποιότητας για τα γούστα του,
..Αίμα.
Έφερε το ξύλινο πιάτο με τη σούπα και προσπάθησε να ταΐσει λίγο τη μικρή.
«Τη λένε Κάτια… είναι η μικρή μου Κατιούσα» είπε ο Φαέθωνας στραγγίζοντας το μπουκάλι με ευχαρίστηση»
Για μια απειροελάχιστη στιγμή η Κάτια άνοιξε τα μάτια της και χαμογέλασε στο Ρουβικώνα. Ήταν όμως αρκετή… οι δυο γαλάζιες λίμνες των ματιών της χαράχτηκαν βαθιά στην μιαρή του ψυχή υποσχόμενες γαλήνη και κατανόηση… Της χαμογέλασε κι εκείνος καθώς είδε στα μάτια της την ελπίδα να βγει για όσο ήταν δυνατόν από το πένθος που τον σκέπαζε με το ζόφο του νύχτα και μέρα.
Κοιμήθηκε σχεδόν αμέσως σκεπασμένη και ζεστή πάνω στο ανάκλιντρο, μην έχοντας δύναμη ούτε να φάει.
Οι δύο παλιοί φίλοι, έκατσαν αντικριστά στο μεγάλο ξύλινο τραπέζι… χαμήλωσαν το φως σβήνοντας μερικά κεριά και κεράστηκαν αψέντι λέγοντας τα νέα τους, από όλο αυτό το διάστημα. Η χαύνωση του πράσινου μαγικού πιοτού, τους έκανε να ζήσουν ο ένας στις εικόνες και στις περιπέτειες του άλλου, ώστε όταν τελείωσαν το άλλο πρωί… ήταν σαν να μην είχαν χωρίσει ποτέ.

……………………………………………….

Άνοιξε ξανά τα μάτια της κι ο Ρουβικώνας ήταν και πάλι το πρώτο πράγμα που αντίκρισε. Χαμογέλασαν και οι δύο κι έμειναν να κοιτάζονται για μερικά λεπτά χωρίς να μιλούν. Ήξεραν τόσα πολλά ο ένας για τον άλλον από τις εκατέρωθεν διηγήσεις , αυτές τις τόσο υπέροχα ζωντανές ιστορίες που τους είπε ο Φαέθωνας που ήταν σα να γνωρίζονταν για χρόνια.
Στο τέλος από αμηχανία αλλά κι από ένα σκίρτημα που ένιωσαν από κοινού να σφίγγει τα στομάχια τους έσκασαν στα γέλια σα να άκουσαν ταυτόχρονα το ίδιο υπέροχο αστείο.
Έκανε ένα ζεστό μπάνιο σε μια μπανιέρα με τη βοήθεια δυο νεαρών υπηρετριών. Το λυτρωτικό ζεστό σαπουνόνερο και το απαλό μασάζ από τα έμπειρα χέρια των νεαρών κοριτσιών, έκανε το πλούσιο στήθος της να σφίξει και τις ρόγες της να σκουρύνουν σκληραίνοντας. Ντράπηκε και τις προέτρεψε να την αφήσουν να ολοκληρώσει μόνη το μπάνιο της. Χαλάρωσε και βυθίστηκε μέχρι το στόμα στο νερό μέχρι που κρύωσε σιγά – σιγά και την ανάγκασε να διακόψει. Τυλίχτηκε σε ένα ολόλευκο μπουρνούζι και γύρισε να ευχαριστήσει την υπηρέτρια που της το προσέφερε μεγάλο και ζεστό… ήταν εκείνος… που την κοιτούσε μαγεμένος… μέσα στο μυαλό του, την παρομοίασε με την αρχαία Ελληνίδα Θεά Αφροδίτη, καθώς σκέφτηκε πως ένα τόσο αιθέριο πλάσμα με ολόχρυση κόμη και υπέροχα μπλε μάτια, ένα τόσο αγγελικά πλασμένο κορμί με τέλειες και πλούσιες αναλογίες, μόνο από τον έρωτα μπορεί να είναι πλασμένο... για τον ίδιο τον Έρωτα.
Κοκκίνισε καθώς στο βλέμμα του αισθάνθηκε πιο γυμνή από ποτέ. Εκείνος της χαμογέλασε στοργικά και τράβηξε το μεγαλύτερο μέρος της ντροπής από το βλέμμα της. Την έκανε να αισθάνεται όμορφα, μα με έναν περίεργο τρόπο διαφορετικό από εκείνο τον πατρικό που αισθανόταν για το Φαέθωνα.
Οι μέρες κύλησαν όμορφα με τους δυο νέους να έρχονται ολοένα πιο κοντά ελευθερώνοντας μύχιες σκέψεις όνειρα και επιθυμίες.
Ένα απόγευμα ο Φαέθωνας έλαβε ένα γράμμα.
Ένας παλαίμαχος Ρώσος στρατιωτικός στάλθηκε με μερικούς επίλεκτους στρατιώτες, από τον ίδιο τον Αυτοκράτορα μυστικά για να σκοτώσει και τους δυο φυγάδες και να μη γυρίσει πίσω χωρίς τα κεφάλια τους, αν δεν το είχαν κάνει οι κακουχίες και οι ληστές που θα συναντούσαν στο μεγάλο τους ταξίδι.
Το ίδιο βράδυ ο Φαέθωνας εξήγησε στο Ρουβικώνα ότι ξεκούραστος πια έπρεπε να φύγει και πάλι για να μην ξεσπάσει πάνω στο φίλο του η Ρώσικη οργή, άσβεστη και τραχιά και μάλιστα για κάτι που δεν διέπραξε ο ίδιος. Νωρίς το πρωί έφυγε μόνος του με ένα άλογο και προμήθειες λίγων ημερών κι άφησε την Κατιούσα του να την προσέχει ο καλύτερος του φίλος. Έβλεπε κι ο ίδιος χαρούμενος το πόσο κοντά είχαν έρθει και χαιρόταν στην ιδέα να καταφέρει η Κάτια να τραβήξει το μαύρο πέπλο που σκέπαζε τον Ρουβικώνα μετά το Θάνατο της μεγαλύτερης αγάπης του. Εκείνης της οποίας τη θύμηση δεν ήθελε να ξεχάσει ποτέ.

Της υπέροχης κι αδικοχαμένης Ντονατέλλα…

……………………………………………….

Ήταν απόγευμα κι ο Ήλιος χάριζε μια ακόμα υπέροχα ζεστή για την εποχή, ημέρα σε ολόκληρη τη Γαλλία. Ήπιαν κρασί κι έπαιξαν σα μικρά παιδιά, ντάμα και σκάκι για ώρες… φλέρταραν κορόιδεψαν ο ένας τον άλλο και κυνηγήθηκαν από δωμάτιο σε δωμάτιο… με πάντα την ίδια κατάληξη… σφιχτές αγκαλιές κι αρωματισμένες – παραλίγο παθιασμένα φιλιά – ανάσες…
Η Κατιούσα χάθηκε με το αραχνοΰφαντο λευκό φόρεμα – ήταν η πρώτη και μόνη που άφησε ο Ρουβικώνας να φορέσει ρούχο της Ντόνας – στο δωμάτιό της όπου ξάπλωσε για λίγο κουρασμένη…
Ο Ρουβικώνας κάθισε στο ανάκλιντρο και χάθηκε για κάποιες στιγμές στο μαύρο ποτάμι της θλίψης και της ανάμνησης της Ντονατέλλα κοιτάζοντας ένα πορτραίτο που με δική του διαταγή φιλοτεχνήθηκε από τον μεγαλύτερο ζωγράφο που γνώριζε τότε η Ευρώπη.
Μονολογούσε… «Ντόνα, γλυκιά μου Ντονατέλλα, εκεί που η ψυχή σου αναπαύεται και η θύμηση σου ζωντανεύει μέσα από μένα για πάντα στους Αιώνες» κόμπιασε… η παρουσία της Κάτιας σκέπαζε ξαφνικά κι απροειδοποίητα τις σκέψεις του και τον έλουζε με ενοχές… Η Ντόνα απέναντί του, χαμογελούσε ακίνητη στο πορτραίτο της, αλλά ο ίδιος δεν μπορούσε να καταλάβει αν ενέκρινε τα αισθήματα που για πρώτη φορά άρχισαν να γεννιούνται μέσα του για άλλη γυναίκα, ή αν το χαμόγελο ήταν ειρωνικό… βασανίζονταν.
Βασανίστηκε για ώρα με σκέψεις λογικές, πασπαλισμένες με το παράλογο του αυθορμητισμού και του Έρωτα που δε νοιάζεται για τις υπαγορεύσεις του μυαλού και της λογικής. Από την πρώτη ματιά το κατάλαβε πριν από λίγο καιρό ότι η Κάτια δεν θα ήταν μια ακόμη γυναίκα…. από τις πολλές που ήρθαν κι έφυγαν από τη Ζωή του.
Εκεί που είχε βυθιστεί σε μια ύπουλη θάλασσα γεμάτη σκέψεις θύμισες και προβληματισμούς, κι έμοιαζε χαμένος ολοκληρωτικά, τρόμαξε νοιώθοντας το φως να χάνεται καθώς δυο δροσερά και μικρά χέρια σκέπασαν τα μάτια του και κόπασαν για λίγο τη φωτιά του με τη …δική τους.
Τα έπιασε κι έκανε να τα τραβήξει απαλά χαμογελώντας. Τα χέρια όμως επέμειναν στη θέση τους, ενώ δυο χείλη άρχισαν να ψιθυρίζουν γλυκά στο αυτί του, σέρνοντας μαλακά τις καταλήξεις των ψιθυρισμών… «Ρουβικώναααα, τα ξέρω όλαααα, μην αισθάνεσαι άσχημα, είμαι εδώ για σένα και τώρα και πάνταααα, άσε με να σε βοηθήσω να γλυκάνεις τον πόνο σου, άσε με να φωτίσω τα σκοτάδια σου… τι νόημα έχει να ζεις αν είναι να ζεις έτσι Αγάπη μουυυυυυυυ»… Ετοιμάστηκε να ψιθυρίσει …Ντονατέλλαααα, μα το ένα λευκό χέρι κατέβηκε από τα μάτια στο στόμα του και σχημάτισε με το δείκτη του στα χείλια του το σήμα της σιωπής… «ΣΣΣΣΣΣΣΣΣ» του ψιθύρισε και τότε εκείνος αντίκρισε μπροστά του ολόγυμνη την Αφροδίτη του, τη μικρή του Κάτια.
Η υπέροχη μορφή της τον ζάλισε και προσπάθησε να αρθρώσει μια λέξη… οποιαδήποτε… δε κατάφερε τίποτα καθώς τα χείλη της σφράγισαν τα δικά του ολοσχερώς σε ένα από τα πιο καυτά και παθιασμένα φιλιά που πήρε ποτέ του… Άρχισε να τον φιλάει παντού σε όλο του το πρόσωπο κι όταν έφτασε στο αυτί του αφού έπαιξε λίγο με το λοβό του, του ψιθύρισε…» Να την αγαπάς όπως καμιά, να την έχεις πάντα εκεί που θες στην Καρδιά σου, μα πρέπει και να ζεις Ρουβικώνααααα… Ζήσε… ξεκίνα να ζεις μαζί μου… κάνε με Γυναίκα Ρουβικώωωναααααα»… «Εσένα διαλέγω …κάνε με Γυναίκααααα».
Την έσφιξε πάνω του με τόση δύναμη που εκείνη πίστευε πως θα έσβηνε. Την πόνεσε και τη γλύκανε μαζί , την μια στιγμή την πίεζε πάνω του και την άλλη χαλάρωνε και την άφηνε να τον τραβάει πάνω της εκείνη… της χάρισε τον Έρωτά με τρόπο που του θύμισε αισθήματα που είχε αρχίσει να ξεχνά. Ένοιωσε ξανά μετά από τόσο καιρό… Ζωντανός.
Το χάραμα τους βρήκε αγκαλιασμένους σαν ένα σώμα, μπροστά στο τζάκι… οι φλόγες γυάλιζαν στα πυρόξανθα μαλλιά τους. Δεν ήταν μόνο Έρωτας εκείνη η πληρότητα που ένοιωθαν ο ένας για τον άλλο, κι εκείνη τη νύχτα κι άλλες πολλές που ακολούθησαν, καθώς εκείνος της έδειχνε όλα τα υπέροχα μονοπάτια του πάθους και πως να περπατάει μαζί του σε κείνα… ήταν κάτι πολύ μεγαλύτερο με μεγαλύτερη διάρκεια
ήταν Αγάπη… Αγάπη ξανά.

…………………………………………………………………………………………………………………….

Μερικές χιλιάδες χιλιόμετρα Βορειότερα ένας λαβωμένος άσχημα Ρώσος στρατιωτικός κάλπαζε προς τη Ρωσία με τους δύο εναπομείναντες στρατιώτες του. Μετά από μια λυσσαλέα μάχη τριών ημερών, επέστρεφε καταρρακωμένος μα νικητής στον Αυτοκράτορα, με δυο κεφάλια μέσα σε ένα καφετί σάκο. Το ένα ήταν αυτό του Βρικόλακα Φαέθωνα και το άλλο μιας ξανθιάς νεαρής πόρνης με την οποία τους βρήκαν μαζί.
Η αποστολή του είχε στεφθεί με επιτυχία.
Εκείνο που δεν θα μάθαινε ποτέ, τόσο ο Αυτοκράτορας όσο και ο ίδιος ο Ρουβικώνας ήταν ότι και η προσωπική αποστολή του ίδιου του Φαέθωνα είχε με κάποιο τρόπο ολοκληρωθεί .

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7

ΕΙΣ ΤΟΥΣ ΑΙΩΝΕΣ ΤΩΝ ΑΙΩΝΩΝ

Ήταν μεσάνυχτα.

Παραδομένοι στην αγκαλιά του Μορφέα, γυμνοί από ρούχα κι έγνοιες, απολάμβαναν έναν ύπνο λυτρωτικό και ήσυχο. Το τζάκι έκαιγε ζωηρά και το δωμάτιο μύριζε έρωτα.

Εκείνος ,γύρισε ξαφνικά στο πλάι σαν κάτι να τον ενόχλησε. Άνοιξε δυο μάτια – φωτιές κοιτάζοντας κάθιδρος το ταβάνι.

Ένας μακάβριος ψιθυρισμός χάιδεψε όμοιος με ψυχρό ρεύμα τα μακριά του μαλλιά.

Ανατρίχιασε.

Την κοίταξε… κοιμόταν σαν αποκαμωμένο παιδί.

«Ρουβικώωωωναααααααα»

«Τι ; Ποιός;»

«O Φαέθωνας είμαι Ρουβικώνααααα. Είμαι πολύ μακριάαααα θ αργήσουμε πολύ να τ πούμε ξανάαααααα Ρουβικώναααααααα»

«Φαέθωνα….; Πως…»

«Σσσσσσσσσσ άκουσε μεεεεεεεε Ρουβικώναααααααα, έχω περάσει σε μια άλλη σφαίρα ύπαρξης πιααααααα , ίσως είναι καλυτερα ετσιιιιιιιι. Ήμουν πολύ κουρασμένοοοοοος κι έπρεπε να γίνει έτσιιιιιιιι. Οι αιώνες έκαναν την ψυχή μου να λαχταράει το Θάνατοοοοο. Ο Ρώσος Αυτοκράτορας δεν θα έπαυε να με κυνηγάααααααααα. Κινδύνευε και η Κάτιαααααα ακόμη κι εσυυυυυυυυυυ φίλε μουυυυυυυυυ, Υιέ μουυυυυυυυυυυυυυ»

Τράβηξε πάνω του το δερμάτινο ριχτάρι. Κρύωνε μ ένα κρύο αλλιώτικο, βασανιστικό. Τα μάτια του βούρκωσαν.

«Ο κόσμος δεν μπορεί να δεχτεί το διαφορετικοοοοοοοο, να φύγετεεεεεεεεεεεεε. Η δύναμή μας πρέπει να κρύβεταιιιιι Ρουβικώνααααααααααααα. Το γήρας δεν μας αγγίζειιιιιιι. Είστε νέοι ακόμαααααα μα θα το δειιιιιιιιιιις. με τα χρόνια που θα ρθουυυυυυννν. Φίλοι θα γερνουν και θα πεθαίνουυνννννν …είναι θνητοίιιιιιιιιιι και θα αναρωτηθουυυυυυυυν … θα ζηλέψουυυυυυν …θα μισήσουυυυυυυν. Είστε ότι ήμουν κι ότι είχαααααααααα. Πάρε τη θνητότητα απο την Κατιούσαααααααααα. Την χρειάζεσαι Ρουβικώνααααααααα… Σ αγαπάααααειιιιιιιιιιι»

Γύρισε και την κοίταξε ξανά και τη στιγμή που ο ψιθυρισμός του Φαέθωνα έσβησε εκείνη άνοιξε τα μάτια της και του χαμογέλασε με στοργή.

Τη σκέπασε με το σώμα του. Μύρισε και φιλούσε κάθε σπιθαμή από το λευκό δέρμα στο λαιμό της. Την έκανε να βογκήξει και να τον δεχτεί μέσα της σε ένα νέο παιχνίδι ερωτισμού που ξεκινούσε με την ίδια ζέση και πάθος, εκείνης της πρώτης τους επαφής.

Όμως αυτή τη φορά ήταν αλλιώς.

Σ αυτό το ταξίδι της ηδονής, η μικρή Κατιούσα βρήκε ένα εισιτήριο για ένα ταξίδι πολύ μεγαλύτερο. Ένα ταξίδι μέσα σε μια μιαρή όσο και γεμάτη υποσχέσεις… γλυκιά αθανασία…

Το χάραμα τους βρήκε αγκαλιά.

Εκείνος είχε τυλιγμένο το χέρι του γύρω της κι εκείνη είχε κουρνιάσει στην θαλπωρή της θέρμης του με δυο μικρά κόκκινα σημάδια στον λευκό της λαιμό. Μικρά ρυάκια από ξεραμένο αίμα σχημάτιζαν ρίζες δέντρων στον αλαβάστρινο καμβά της.

Θα ήταν δική του για Πάντα.

……………………………………………………….

Άνοιξαν τα μάτια τους σχεδόν ταυτόχρονα ενώ μια χαύνωση γλυκιά τους έσφιξε σα μέγγενη. Υπόλευκος καπνός, έμπαινε από τις χαραμάδες όλων των ανοιγμάτων και θόλωνε το τοπίο του δωματίου. Αγκαλιάστηκαν σφιχτά και περίμεναν πιο πολύ περίεργοι παρά φοβισμένοι.

Άρχισαν να ίπτανται…

Πετούσαν όρθιοι κι αγκαλιασμένοι μέσα σε ένα ληθαργικό, ομιχλώδη φόντο ενώ μικρές λάμψεις τους αποσπούσαν την προσοχή κάθε λίγο. Λάμψεις που έπαιρναν σχήμα και χρώμα, μυρωδιά και ήχο… Είχαν μπροστά τους υλοποιήσεις προσώπων, γεγονότων και καταστάσεων…πραγματικότητες που κάποιες τις έβλεπαν σα θεατές από μακριά ενώ άλλες τους πλησίαζαν και τους έκαναν κοινωνούς καταστάσεων από το μέλλον που θα ερχόταν… ή που ήδη ζούσαν…

Ηλιόλουστες μέρες εναλλάσσονταν με παγερές νύχτες… Γεωγραφικά μήκη και πλάτη σε κάμψη, τους μετέφεραν παντού και πουθενά… Ο χώρος κι ο χρόνος, το μηδέν και το άπειρο …το ποτέ και το πάντα… όλα εκεί.

Τα χρόνια κυλούν όμοια με τη σκόνη που πέφτει από το στενότερο σημείο της κλεψύδρας. Ο Ρουβικώνας και η Κάτια ουραγοί και υποκινητές των πιο σημαντικών στιγμών κι ανακαλύψεων των Αιώνων που περνούν. Πρωταγωνιστές ή κομπάρσοι, φανερά ή λιγότερο εμφανείς μα πάντα σε διαρκή φυγή, μεταμφιέσεις κι αλλαγή ταυτότητας, καθώς τα χρόνια που χαράζουν τα σημάδια τους αμείλικτα στα πρόσωπα και τις ζωές των ανθρώπων , είναι για εκείνους μικρές σταγόνες στη θάλασσα του Χρόνου.

Αμερική

Ο Βενιαμίν Φραγκλίνος στα πρώτα του πειράματα με τον Κεραυνό έχει δίπλα του ένα κάτισχνο – σχεδόν ασθενικό νέο – μοιάζει τόσο με το Ρουβικώνα… μαζί ανακαλύπτουν το αλεξικέραυνο, διαπιστώνοντας την ηλεκτρική φύση των κεραυνών. Η Ηλεκτρική θερμάστρα με επαγωγή αέρα και οι διεστιακοί φακοί ακλουθούν, ενώ καμία πατέντα δεν κατοχυρώνεται καθώς ο Φραγκλίνος και ο βοηθός του θεωρούν ότι όλα αυτά ανήκουν στον κόσμο…

Ρωσία

Στην αυλή της Μεγάλης Αικατερίνης (Β”) της Ρωσίας η Κατιούσα προσφέρει αφειδώς τις υπηρεσίες της . Είναι η αγαπημένη της φίλη και η μόνη στην οποία εκμυστηρεύεται τις ερωτικές της περιπέτειες με τους εικοσιτρείς συνολικά εραστές της …

Γερμανία

Στη χιονισμένη Λειψία του 1740 ο Ρουβικώνας είναι ένας από τους βοηθούς – εκτελεστές της εξώκοσμης τοκάτας και φούγκας σε Ρε Ελάσσονα του Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ….

Γαλλία

Στη Βαστίλη της Γαλλίας το πριόνισμα των άκρων της μοναρχίας κορυφώνεται με τη Γαλλική Επανάσταση του 1789 ενώ δέκα χρόνια μετά ο Ναπολέων Βοναπάρτης εγκαθιστά δικτατορία… τα Παιδιά του Σκοταδιού, ανώνυμοι πρωτοστάτες σε πορείες διαμαρτυρίας και σε όσα γεγονότα ακολούθησαν…

Ο δέκατος όγδοος αιώνας περνάει τη σκυτάλη του λαχανιασμένος στον δέκατο ένατο και πέφτει σκοντάφτοντας…

Τις 21 Μαρτίου του 1800, υπογράφεται στην Κωνσταντινούπολη η συνθήκη μεταξύ Ρωσίας και Τουρκίας. Ο Ρουβικώνας ξεναγείται από την Κάτια στη Μόσχα και με άκρα μυστικότητα ψάχνουν επί ματαίω να βρουν στοιχεία και πράξεις της μεγάλης οικογένειας του Φαέθωνα.

Οι εραστές παρακολουθούν στις πρώτες σειρές την πρεμιέρα της Πρώτης συμφωνίας στη Βιέννη υπό τη Διεύθυνση του Λούντβιχ Βαν Μπετόβεν…

Λίγα χρόνια μετά η κοιτίδα του Πολιτισμού και τη Δημοκρατίας, η Μεσογειακή Ελλάδα αποπειράται να αποτινάξει από πάνω της τον Οθωμανικό ζυγό που επί τέσσερεις αιώνες δυναστεύουν και τυραννούν το μικρό και ταλαιπωρημένο της κράτος . Ο Ρουβικώνας με διασυνδέσεις στη Βρετανία και σε μεγάλους φιλέλληνες της εποχής πληροφορείται την απελευθέρωση των πρώτων Ελληνικών πόλεων από τους Οθωμανούς. Ξεκινούν τα Καλάβρυτα κι ακολουθεί η Καλαμάτα. Η 25η Μαρτίου του 1821 τίθεται κι επίσημα συμβατική ημερομηνία έναρξης της Επανάστασης, για την ανεξαρτησία των Ελλήνων από την Οθωμανική αυτοκρατορία.

Η χωροχρονική περιδίνηση των εραστών συνεχίζεται με ιλιγγιώδη ταχύτητα, οι εικόνες περνούν μπροστά από τα υπό συνεχή μετεικάσματα μάτια τους…

Κατασκευάζεται η πρώτη ατμομηχανή και λίγα χρόνια αργότερα η διώρυγα του Σουέζ, πρόσωπα γεννιούνται και μεγαλώνουν αφήνοντας το αποτύπωμά τους στην Ιστορία… Μαχάτμα Γκάντι, Αλβέρτος Αινστάιν, Τέσλα, Ρέντγκεν…

Το ζευγάρι επισκέπτεται την απελευθερωμένη Ελλάδα το 1896 και παρακολουθεί στην Αθήνα μια παγκόσμια προσπάθεια συμφιλίωσης των Εθνών μέσα από τον Αθλητισμό. Τους πρώτους Ολυμπιακούς Αγώνες των νεώτερων χρόνων…

Την ειρήνη διαδέχεται ο πόλεμος και το λευκό καλύπτεται αρχικά από γκρι πριν πνιγεί στο απόλυτο μαύρο… Το 1914, ξεσπά ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος.

Οι Ενωμένες Δυνάμεις, καλούμενες και Δυνάμεις της Αντάντ (Μεγάλη Βρετανία, Γαλλία, Ιταλία η Ρωσία και οι ΗΠΑ) νίκησαν τις Κεντρικές Δυνάμεις καλούμενες και Τριπλή Συμμαχία, (Γερμανία, Αυστροουγγαρία, Οθωμανική Αυτοκρατορία και Βουλγαρία) και οδήγησαν αφενός στην κατάρρευση τεσσάρων αυτοκρατοριών και σε ριζικές αλλαγές στον χάρτη της Ευρώπης. Ο Ρουβικώνας πολεμά στο πλευρό των Βρετανών έχοντας παρουσιαστεί ως γιός του …εαυτού του και τραυματίζεται θανάσιμα. Με τη βοήθεια της Κάτιας φυγαδεύεται στις Ηνωμένες πολιτείες όπου και διαμένουν μέχρι τη λήξη του Πολέμου σε μια επαρχία του Βορρά.

Πικάσσο , Φρόυντ, Παπανικολάου, Μαρξ …η διαδοχή των προσώπων είναι καταιγιστική.

Βιομηχανική Επανάσταση , Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος… μια κόκκινη σημαία με τη σβάστικα ανεμίζει στο κέντρο της περιδίνησης, φωτιά καπνός… οργή και θάνατος… αμέσως το χρώμα της αλλάζει, η σημαία θαμπώνει τσαλακώνεται… το ύφασμα της αρχικά φθείρεται και κατόπιν λερό… σχίζεται και παίρνει φωτιά, η άνοδος και η πτώση των αιμοδιψών Ναζί σε λίγα δευτερόλεπτα… ή έτσι φαίνεται στους απέθαντους;

Ο πλούτος με τη φτώχεια και η ζωή με το θάνατο, χορεύουν με μόνιμο παρτενέρ τον Άνθρωπο.

Το μικρό και μεγάλο Άνθρωπο.

Η περιδίνηση διαρκής …η λάμψη εκτυφλωτική…

Εξαιτίας της ταχύτητας, η Κάτια αδυνατεί να παρατηρήσει ότι καθώς οι εικόνες αρχίζουν να εξαϋλώνονται και να γίνονται πιο αχνές , όπως όταν πρωτοεμφανίστηκαν… είναι μόνη της και περιστρέφεται γύρω από τον εαυτό της… ένας εκκωφαντικός θόρυβος συνοδεύει το τέλος του ταξιδιού. Σφίγγει τους πήχεις της και πιέζει τις παλάμες της πάνω στ αυτιά της ενώ νοιώθει να προσγειώνεται σε στέρεο έδαφος.. ένα κρεβάτι.

Το ενοχλητικά φωτεινό λευκό αρχίζει να μειώνει την έντασή του… η ζάλη της στην αρχή του τέλους της… ανοίγει τα φυσικά της μάτια σε έναν τόπο αρχικά άγνωστο. Κι όμως σε λίγες στιγμές ξέρει… σκεπάζει τη γύμνια της μ ένα σεντόνι… Μόνη σε ένα σπίτι λίγο έξω από την Κωνσταντινούπολη… κι Εκείνος …μόνος.

Θαμμένος από δεκαετίες ζωντανός με ένα θρησκευτικό θησαυρό να μην τον αφήνει να κινηθεί. Ηλίθιες δοξασίες των ευκολόπιστων. Τα σύμβολα της Πίστης δεν ενεργούν πάνω τους… μόνο ο Έρωτας και η Αιώνια Αγάπη.

Αύγουστος 1965
Κωνσταντινούπολη
Ρωμέικο Νεκροταφείο Εγρίκαπου

 

Οι τυμβωρύχοι έκρυψαν τον Σταυρό του Μεγάλου Κωνσταντίνου σε ένα δερμάτινο σάκο και τράπηκαν σε άτακτη φυγή.

Είναι εκεί, τυλιγμένη σ ένα μαύρο μανδύα με την πλούσια κουκούλα του να μην αφήνει ούτε υποψία των χαρακτηριστικών της, ελεύθερη.

Ο κουρνιαχτός της σκόνης από την έξοδο των – όμοιων με λυσσασμένη αγέλη από λύκους – τυμβωρύχων καταλαγιάζει. Μαζί του κι ό άνεμος.

Μέσα στον τάφο δεν ακούγεται τίποτα. Οι αιωρούμενοι κόκκοι της άμμου, χρυσίζουν από το ελάχιστο φως που διαρρηγνύει το σκότος στην είσοδο.

Πλησιάζει με βήματα Ιέρειας πριν τη θυσία προς το βωμό.

Η μουμιοποιημένη μορφή, τα αραιά μαλλιά και η λερή του σαπισμένη σάρκα την οδηγούν να φέρει την παλάμη στο στόμα και να σκεπάσει ένα λυγμό.

Μια κραυγή λύτρωσης κι απόγνωσης.

Κοιτάζει σκουπίζοντας τα μάτια της, καθώς τα δάκρυά της παραμορφώνουν το είδωλο… Χαϊδεύει το σάπιο ροζιασμένο δέρμα, κοντά στα χείλη. Οι εξοχές που δημιουργούν οι υπερμεγέθεις κυνόδοντες… είναι …σκίζει με τα νύχια της την αδύναμη σχεδόν διάφανη πέτσα… βλέπει τα δόντια… δεν είναι ανθρώπινα αλλά ούτε και …μα δεν μπορεί… είναι τοποθετημένα εκεί …σηκώνει ένα τους και το κοιτάζει στο φως στρέφοντάς το στην είσοδο... «αγριόχοιρος… μα»

Ένα άγγιγμα στο λαιμό της, την κάνει να ανατριχιάσει ολόκληρη… να πονέσει από φόβο και να λυγίσει από προσμονή την ίδια στιγμή. Το άγγιγμα μετατρέπεται σε χάδι.. .

«Ρουββββ»

Την πνίγει μ ένα παρατεταμένο φιλί και τη σφίγγει πάνω του ενώ οι δυνάμεις της, την εγκαταλείπουν.

Λιποθυμά, την ώρα που εκείνος ξεσπά σε δυνατά γέλια και δάκρυα χαράς… Τα γέλια του, γεμάτα ένταση, χτυπούν τους αιωνόβιους μαρμάρινους τοίχους κι επιστρέφουν πίσω παραμορφωμένα. Τη σηκώνει ξαπλωμένη στο ύψος του στέρνου του και τη βγάζει στο φως της μέρας που ήλθε.

                           ……………………………………………………………

Και πάλι μαζί…

Κάνουν έρωτα όπως ποτέ… σα λυσσασμένοι. Λαχανιάζουν στην αναζήτηση μεγαλύτερου πάθους. Κυνηγούν την ηδονή σε όλες της τις εκφάνσεις… την ευχαρίστηση με όλα της τα πρόσωπα.

Χορτασμένοι εικόνες κι εμπειρίες, πικραμένοι από την απληστία και τις αντιδράσεις των Ανθρώπων μπροστά σε ότι δεν μπορούν να καταλάβουν, οι Απέθαντοι Εραστές μπλεγμένοι σε έναν ψυχοσωματικό δεσμό… συνεχίζουν την πορεία τους στο Χώρο και το Χρόνο, έχοντας ο Ένας τον Άλλο.

Ο Έρωτας κι η Αγάπη, η μηχανή και το καύσιμο στην ατέρμονη κίνηση και πορεία στο Άγνωστο…

Εις τους Αιώνες των Αιώνων…

 

                                                           ΤΕΛΟΣ

 

 _

γράφει ο Δημήτρης Μποσκαΐνος

Επιμέλεια κειμένου

Δημήτρης Μποσκαΐνος

Ο Δημήτρης Π. Μποσκαΐνος είναι 43 ετών παντρεμένος και πατέρας μιας κόρης. Ζει κι εργάζεται ως πολιτικός μηχανικός στην Αθήνα, κι όταν δε βρίσκεται στη δουλειά ή με την οικογένειά του, συνήθως γράφει και χαλαρώνει στον… Κόσμο του. Λάτρης της λογοτεχνίας του Φανταστικού από παιδί, γράφει ιστορίες για αγρίους, παράξενες ή με χιούμορ, λυτρωτικές ή θέτοντας προβληματισμούς... Το γράψιμο είναι για εκείνον, αυτοκριτική και ψυχοθεραπευτική μέθοδος που μαζί με τη μουσική και τον ποιητικό λόγο τον βοηθούν να αντέχει το σήμερα. Ξεκίνησε προ τριετίας να δημοσιεύει μικρά διηγήματα στα e-magazines: microstory.gr, bibliotheque.gr, staxtes.com, ideostato.gr, ενώ τα 24grammata.gr του δημοσίευσαν και το πρώτο τουebook με τίτλο «Παράξενες Ιστορίες». Με τις δημοσιεύσεις του να ξεπερνούν τις 50 μέσα σε τρία χρόνια (διηγήματα, κείμενα και ποίηση) ετοιμάζει πυρετωδώς με τους λογοτεχνικούς του πράκτορες (Αγγέλα Παντελή και Στέφανο Ξένο), την πρώτη του συλλογή διηγημάτων και βρίσκεται επί της απαραίτητης ιστορικής έρευνας για το πρώτο του μυθιστόρημα. Το Δεκέμβριο του 2014 κερδίζει το 1ο πανελλήνιο βραβείο στο Διαγωνισμό με θέμα : "το δείπνο",που διοργάνωσε το περιοδικό βιβλιοκριτικής diavasame.gr και το ιταλικό εστιατόριο da bruno, με το διήγημα του "ΔΕΙΠΝΟ ΣΤΟ ΜΕΤΩΠΟ". Συνεργάζεται με τον Κώστα Θερμογιάννη και τον υπέροχο λογοτεχνικό ιστοχώρο του "το βιβλίο.net", όπου δημοσίευσε σε συνέχειες την ερωτοβαμπιρική του Νουβέλα "Ρουβικώνας , ο Απέθαντος Εραστής" και συνεχίζει με την δική του στήλη "οι Παράξενες Ιστορίες του Δημήτρη Μποσκαΐνου" σε (σχεδόν) εβδομαδιαία βάση. Το τελευταίο διάστημα συνεργάζεται με την συγγραφέα, ηθοποιό και σκηνοθέτη Άντα Τσεσμέλη κι ετοιμάζουν μαζί Θεατρικές Καταστάσεις που θα συζητηθούν...

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!