Select Page

Ρουβικώνας, ο Απέθαντος Εραστής

Ρουβικώνας, ο Απέθαντος Εραστής

_

Μικρή εισαγωγή του Συγγραφέα.

Τιμώντας τη συνεργασία μου με τον Αγωνιστή του Λόγου κο Θερμογιάννη και το λογοτεχνικό του δημιούργημα το βιβλίο.net, (και αλήθεια τι καλύτερο για το γραμμα , Ρ που έπεται του Π – βλέπε το Πετάς το δαχτυλίδι; την αληθινη ιστορία που προηγηθηκε και πρωτη μου σ αυτό τον υπέροχο χώρο) αποφάσισα να δωσω μεσα απο το βιβλίο.net , σαρκα και οστά, σε μια ιστορία σε…συνεχειες… Έχει τίς ρίζες της σε ταινίες και βιβλία τρόμου καθώς και σε ανγώσματα ερωτικής λογοτεχνίας που είχα την τύχη να διαβάσω κατά καιρούς. Ανήκει σαφώς στη σύγχρονη Λογοτεχνία του Φανταστικού με τον μύθο του Βρικόλακα σε μια δική μου παραλλαγή. Για λόγους που θα αντιληφθείτε όσοι πιστοί…. το σκοτεινό και ο ο ερωτισμός (ακραίος καποιες φορές) αποτελούν αναπόσπαστο κομάτι της μικρής αυτής Νουβέλας που προτίθεμαι να ξεδιπλώσω εδώ…μπροστά σας .

Φίλοι και φίλες που ακολουθείτε τα διηγήματα την ποίηση και τα κείμενά μου, τα τελευταία δυο χρόνια ανελλειπως…σας παρουσιάζω το Ρουβικώνα

Ρουβικώνας ο Απέθαντος Εραστής

Λένε ότι κάποιος πεθαίνει στ αλήθεια όταν τον ξεχάσουν…κι εκείνος Δεν Θέλει να Την Ξεχάσει …Ποτέ

 

Ρουβικώνας
Ρουβίκων (Rubico) είναι το λατινικό όνομα ενός μικρού ποταμού στη βόρεια Ιταλία που χυνόταν στην Αδριατική θάλασσα.
Στη ρωμαϊκή εποχή, κατά τη ρεπουμπλικανική περίοδο, ο νόμος απαγόρευε στους Ρωμαίους στρατηγούς να τον διαβούν με τις λεγεώνες τους. Το μέτρο αποσκοπούσε στο να αποτρέψει την είσοδο στρατού στην Ιταλία, επομένως και το ενδεχόμενο πραξικοπήματος ή εμφυλίου πολέμου.
Όταν ο Ιούλιος Καίσαρ το 49 π.Χ. αποφάσισε να τον περάσει, πριν συγκρουστεί με τον Πομπήιο, αναφώνησε την περίφημη ιστορική φράση “Ο κύβος ερρίφθη” (alea jacta est).
Η φράση “διέβη τον Ρουβίκωνα” αναφέρεται σε ανθρώπους που εν γνώσει τους λαμβάνουν μια ριψοκίνδυνη απόφαση χωρίς επιστροφή.
Wikipedia

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Αύγουστος 1965
Κωνσταντινούπολη
Ρωμέικο Νεκροταφείο Εγρίκαπου

Ρυπαρό φως χρύσιζε σκόνη και ιδρώτα στηλιτεύοντας την ιερότητα του Χώρου, όσο και το ζοφερό σκοτάδι που (Μάρτυρας ο Θεός όλων των πλασμάτων) έπρεπε να παραμείνει τέτοιο.
Δε μιλούσε κανείς.
Γρήγορες, ξέπνοες ανάσες, φλεγματικά φτυσίματα λάσπης, αγκομαχητά, θόρυβοι από εργαλεία σκαπανικής, φτυάρια, αξίνες και καρότσια, συνέθεταν ένα βάρβαρο κονσέρτο που θρυμμάτιζε την γυάλινη σιωπή.
Δεν ήταν τα μάτια των τυμβωρύχων που γυάλιζαν από πόθο και προσμονή καθώς διερρήγνυαν τη μαρμάρινη πόρτα στον Αρχαίο οικογενειακό Τάφο, πολλά μέτρα κάτω από την τωρινή επιφάνεια.
Δεν ήταν ο αέρας που μπήκε γλύφοντας μανιασμένα την κλεισούρα αιώνων, στο φέρετρο με το άνοιγμα της Σαρκοφάγου.  Δεν ήταν ούτε το ανεμοψιθύρισμα που παρέσυρε τον κουρνιαχτό από το μουμιοποιημένο πρόσωπο και το σάπιο κορμί. Κορμί που σκέπαζαν υποψίες ενδυμάτων μιας άλλης εποχής.
Κανείς των δεν πρόσεξε τα πρησμένα (παρά της βαθιές χαρακιές –ρυτίδες) άνω χείλη. Το φούσκωμα, που υπό άλλες συνθήκες, ευκόλως θα οδηγούσε στην παρατήρηση των αφύσικα μεγάλων κυνοδόντων που κρύβονταν κάτω από τo μουμιοποιημενο δερμα, όμοιο με σάπιες λινάτσες, ριγμένες επιμελώς ατημέλητα πάνω από πανάκριβο, ολόλευκο αλάβαστρο.                                                                                                                                                                                                                                             Μια ντουζίνα ζευγάρια από πεινασμένα μάτια εστίασαν μόνο στο εύρημα του Πόθου.
Το θρυλικό Σταυρό του Μεγάλου Κωνσταντίνου.
Κάτι αδιόρατο συγκράτησε τη φόρα του μπροστάρη να μην ξεριζώσει μαζί και τον αυχένα του Νεκρού, τραβώντας την τεράστια αλυσίδα. Με αργές σχεδόν τελετουργικές κινήσεις σήκωσε το κεφάλι που έμοιαζε με εκείνα των μαϊμούδων από την αποστέωση και τη καφέ – σε πλήρη αποσύνθεση – σάρκα, παραμέρισε τα γκρίζα μαλλιά, που ήταν στην αφή σαν λεπτεπίλεπτοι ιστοί αράχνης, και τράβηξε το Σταυρό. Με την επίσης προσεκτική εναπόθεση του κεφαλιού στο μαξιλάρι από σκόνη από κάτω του, μια ελαφρά αλλαγή στην έκφραση του πτώματος πέρασε εξίσου απαρατήρητη.
Ένας σαρκασμός, ένα αδιόρατο χαμόγελο, ένα μειδίαμα ειρωνικό… ίσως μια ανακούφιση.
Αυτό ήταν.
Τη στιγμή που ο Σταυρός του Μεγάλου Κωνσταντίνου σηκώθηκε ψηλά και γυάλισε στο ολόγιομο φεγγάρι, σηματοδοτήθηκε ένα τέλος και μια λύτρωση χαρίστηκε απλόχερα σε αναζητήσεις πολλών αιώνων.
Την ίδια εκείνη στιγμή, μια Αρχαία κατάρα έσπαγε τα δεσμά της κι ελευθέρωνε τον Καταραμένο.
Τον Ρουβικώνα, τον Απέθαντο…

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1   (Κατιούσα – Катю́ша)

Ιανουάριος 1613
Γαλλία
Παρίσι

Βρώμικα πλακόστρωτα σκέπαζαν την ψυχή, και το κρύο εισέβαλε κάτω από τα παλιόρουχα των ελάχιστων περαστικών κάνοντας τα κόκκαλα τους να πονούν και να τρίζουν. Η ομορφότερη Πόλη στην ομορφότερη Χώρα του κόσμου, σε μια πελιδνή και γκρίζα εποχή , φορώντας κατάσαρκα ένα λερό,  βραδινό φόρεμα.
Την δυσωδία και την εγκατάλειψη διαρρηγνύει ανά τις εποχές το ένα και μόνο Πάθος του ανθρώπου που είναι πάντα, πάνω από το κάθε τι, πάνω από τη δίψα για το χρήμα, πάνω απ’ την υπόληψη και κάθε ίχνος λογικής και περηφάνιας, αίτιο Πολέμων, Θανάτων και μύριων κακών.
Ο πλανευτής της Ψυχής, ο Κλέφτης της Σκέψης, ο Άρχων του Ψεύδους …
Ο Έρωτας…
Στη σοφίτα του ψηλότερου σπιτιού του δρόμου ένα φως έκαιγε τρεμοπαίζοντας κι έκανε τις σκιές δυο ενωμένων κορμιών να χορεύουν σατανικά στον τοίχο, σ ένα κρεσέντο περιπτύξεων. Ο ερωτικός χορός που βρισκόταν σε εξέλιξη απειλούσε να κάψει όλο το μικρό δωμάτιο που πάγωνε λίγη ώρα πριν.
Ξανθός με μακριά μαλλιά , ψηλός με κορμί πλασμένο για κατάκτηση κι ερωτική επιβολή. είχε τον απόλυτο έλεγχο πάνω της. Κι όχι μόνο σεξουαλικά. Μύστης του Έρωτα και των μεγάλων του μυστικών, έπαιζε έμπειρα,  το βασανιστικά υπέροχο παιχνίδι της προσμονής. Ήξερε ότι πρώτα έπρεπε να θωπεύει το μυαλό της κι ύστερα άφηνε το κορμί της που έλιωνε από τον πόθο, για επιδόρπιο. Ένα επιδόρπιο που θα έκλεινε υπέροχα και λυτρωτικά αυτό το ερωτικό φαγοπότι.
Εκείνη, μια μικρογραφία του θαρρείς, η μικρή του Κατιούσα απο τις Στέπες του Ρώσικου Βορρά,  ξανθιά και γυμνασμένη όσο έπρεπε για να’ ναι απλά τέλεια, γνώριζε το παιχνίδι του καλά και το έπαιζε τόσο πειθήνια σα μαθημένο λαγωνικό, μ ένα ενδιαφέρον, κάθε φορά, σα να ήταν η πρώτη.
Γιατί… ο Ρουβικώνας έκανε πάντα έρωτα σα να ήταν η πρώτη φορά. Κάθε που την έσφιγγε πάνω του ένα καινούριο άπαρτο μέχρι τότε κάστρο πολιορκούταν κι έπεφτε στο τέλος μέσα από άφωνους θριάμβους κι ιαχές.
Την έσφιξε πάνω του με τόση δύναμη που πόνεσε.
Με το γεμάτο λευκό της στήθος να πιέζεται πάνω στο αρωματισμένα ιδρωμένο στέρνο του, αποκαλύπτοντας μικρές γαλάζιες φλεβίτσες που πάλλονταν, σπαρτάρησε μέσα στα δυνατά χέρια του, σαν αδύναμο πουλί που παραδίδεται στο πεπρωμένο του.
Τον κοίταξε κι έβαλε όλη της τη δύναμη να πάρει την κυριαρχία έστω για μια στιγμή. Κατέβηκε χαμηλά αποφεύγοντας τη σα μέγγενη τελειωτική αγκαλιά του και δάγκωσε τη ρώγα του, σχεδόν τη μάτωσε. Εκείνος τεντώθηκε ανάσκελα πάνω στο παλιό φθαρμένο ανάκλιντρο μ όλους του τους μυς σφιγμένους από την ερωτική ένταση έτοιμος να εκραγεί . Άνοιξε διάπλατα το στόμα του σε μια βουβή κραυγή… μόνο μια καυτή ανάσα βγήκε από το σκοτάδι του λαιμού του κι αυτή με διακοπές. Άνοιξε με τη σειρά της τα υπέροχα γαλανά μάτια της.
Ήθελε να τον δει να μην αντέχει.
Ήταν κι εκείνη κοντά αλλά προσπάθησε να μη το σκέφτεται, ήθελε και παρακαλούσε μέσα της να κρατήσει κι άλλο κι άλλο, πολύ περισσότερο.
Για πάντα.
Τη γύρισε ανάσκελα με βίαιο τρόπο και πίεσε το κεφάλι της στην άκρη του μαξιλαριού. Την πόνεσε και την τρέλανε ταυτόχρονα από ηδονή . Τα όρια μεταξύ πάθους και πόνου έμοιαζαν να χάνονται. Μπήκε μέσα της  κόβοντάς της την ανάσα. Δεν ανέπνεε, μόνο έτρεμε και βογκούσε. Δεν πήγαινε άλλο , ήταν ανθρωπίνως αδύνατο να προσπαθεί περαιτέρω, ήθελε να τελειώσει όσο τίποτα άλλο. Είναι εκείνα τα δευτερόλεπτα που θα …σκότωνε για να μη σταματήσει αυτό.
Το είχε καταλάβει, την ένοιωθε όπως τον εαυτό του και πάνω εκεί στην κορφή …την έκοψε και βγήκε. Ξάπλωσε πάνω της χωρίς να την αγγίζει κι αρχίζει να εκπνέει δίπλα στ’ αυτί της, στον απαλό της λαιμό.
Ανατρίχιασε ολόκληρη με τις λεπτές ξανθές τριχούλες της να σηκώνονται. Ήθελε να του παραπονεθεί, να ξανά μπει μέσα της μέχρι …τέρμα, αλλά έχει εισχωρήσει σ’ ένα καινούριο σκοτεινό δωμάτιο ηδονής που την μάγευε εκ νέου. Η καρδιά της χτυπούσε σαν τρελή κι εκείνη μόνο για κλάσματα του χρόνου πρόλαβε να σκεφτεί λογικά μα χωρίς αιδώ…… “ή θα τελειώσει ή θα πεθάνει”
Η καυτή του ανάσα μέτρησε κάθε ύψωμα στην σπονδυλική της στήλη. Έφτασε στη μέση της κι ακολούθησε το ερωτικό της ύψωμα. Δεν άντεχε άλλο, της ήλθε να λιποθυμήσει. Είχε πάψει να αναπνέει περίπου για ένα λεπτό κι άνοιξε διάπλατα το στόμα της.
Εκείνος ανάσαινε πια, καυτά, στην είσοδο της σχισμούλας της που έλαμπε από την υγρασία… κι εκεί ακριβώς ήταν που άγγιξε τα κατακόκκινα έξω χείλη της με την άκρη της γλώσσας του. Πίεσε το πρόσωπό του εμπρός και την οδήγησε βίαια μέσα της.
Αυτό ήταν
…μια αλυσιδωτή αντίδραση ξεκίνησε. Τον έπνιξαν τα υγρά της που έβγαιναν σε κύματα.. Τη γεύτηκε χαμογελώντας από ικανοποίηση….
Εκείνη κόντευε να το χάσει, δεν έχει αέρα ούτε για να ουρλιάξει…..
Συνέχισε να στέλνει ακούσια τους χυμούς της της  πιο αργά από πριν κι έφτασε εκεί χωρίς καν να την αγγίζει, στο τέλος. Τραντάχτηκε ολόκληρη κι εκείνη ακριβώς τη στιγμή οδηγήθηκε απρόσμενα μέσα της χαρίζοντάς στο τελείωμά της, την πληρότητα…

την Ένωση …

το Ένα…

-Ρουβικώνα, ας ήταν να σβήσουμε σαν άστρα αυτή ακριβώς τη στιγμή, πνιγμένοι στα υγρά του Έρωτα και στο άρωμα της αγάπης μας. Του ψιθύρισε με μάτια ημίκλειστα από την έντασή και την εξάντληση.
Δεν κατάλαβε αν λιποθύμησε ή την πήρε ο Μορφέας στην μικρή θανατική του αγκαλιά. Άφησε το κεφάλι της να πέσει ξερά προς τα πίσω κι έπαψε να σκέφτεται. Εκείνος με μάτια γεμάτα άσβεστο πόθο κοιτούσε το κορμί της στο χαμηλό φως των κεριών και χαρτογραφούσε κάθε ίντσα της, έκανε σχέδια πιο μεγαλεπήβολα πιο βασανιστικά πιο απόκοσμα.

συνεχιζεται…

(στο επόμενο  – ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2  – Σοφί…(Αίμα και  Πάθος)

Επιμέλεια κειμένου

Δημήτρης Μποσκαΐνος

Ο Δημήτρης Π. Μποσκαΐνος είναι 43 ετών παντρεμένος και πατέρας μιας κόρης. Ζει κι εργάζεται ως πολιτικός μηχανικός στην Αθήνα, κι όταν δε βρίσκεται στη δουλειά ή με την οικογένειά του, συνήθως γράφει και χαλαρώνει στον… Κόσμο του.
Λάτρης της λογοτεχνίας του Φανταστικού από παιδί, γράφει ιστορίες για αγρίους, παράξενες ή με χιούμορ, λυτρωτικές ή θέτοντας προβληματισμούς… Το γράψιμο είναι για εκείνον, αυτοκριτική και ψυχοθεραπευτική μέθοδος που μαζί με τη μουσική και τον ποιητικό λόγο τον βοηθούν να αντέχει το σήμερα.
Ξεκίνησε προ τριετίας να δημοσιεύει μικρά διηγήματα στα e-magazines: microstory.gr, bibliotheque.gr, staxtes.com, ideostato.gr, ενώ τα 24grammata.gr του δημοσίευσαν και το πρώτο τουebook με τίτλο «Παράξενες Ιστορίες».
Με τις δημοσιεύσεις του να ξεπερνούν τις 50 μέσα σε τρία χρόνια (διηγήματα, κείμενα και ποίηση) ετοιμάζει πυρετωδώς με τους λογοτεχνικούς του πράκτορες (Αγγέλα Παντελή και Στέφανο Ξένο), την πρώτη του συλλογή διηγημάτων και βρίσκεται επί της απαραίτητης ιστορικής έρευνας για το πρώτο του μυθιστόρημα.
Το Δεκέμβριο του 2014 κερδίζει το 1ο πανελλήνιο βραβείο στο Διαγωνισμό με θέμα : “το δείπνο”,που διοργάνωσε το περιοδικό βιβλιοκριτικής diavasame.gr και το ιταλικό εστιατόριο da bruno, με το διήγημα του “ΔΕΙΠΝΟ ΣΤΟ ΜΕΤΩΠΟ”.
Συνεργάζεται με τον Κώστα Θερμογιάννη και τον υπέροχο λογοτεχνικό ιστοχώρο του “το βιβλίο.net”, όπου δημοσίευσε σε συνέχειες την ερωτοβαμπιρική του Νουβέλα “Ρουβικώνας , ο Απέθαντος Εραστής” και συνεχίζει με την δική του στήλη “οι Παράξενες Ιστορίες του Δημήτρη Μποσκαΐνου” σε (σχεδόν) εβδομαδιαία βάση.
Το τελευταίο διάστημα συνεργάζεται με την συγγραφέα, ηθοποιό και σκηνοθέτη Άντα Τσεσμέλη κι ετοιμάζουν μαζί Θεατρικές Καταστάσεις που θα συζητηθούν…

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Κερδίστε τα!

Ημερολόγιο 2018

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!