Τραχύς δρόμος ο καημός.
Δριμύς χείμαρρος ο αναστεναγμός,
βιάζεται να πνίξει τον επόμενο λυγμό,
η απουσία σκοτάδι φέρνει πυκνό.

Όταν αγαπημένη ανάσα παύσει να ηχεί,
όταν ένα βλέμμα δεν είναι πια εκεί,
όταν λείπει μια ζωή που άγγιξες,
κι ακόμη αναρωτιέσαι κάθε βράδυ το γιατί,
ένας πυρετός μια λάβα η σκέψη σου
φλογίζει το κορμί.

Κι αδύναμος λυγίζεις κλαις χωρίς αναπαμό,
κι αφήνεσαι να παρασυρθείς,
στου απείρου τον ωκεανό
αποζητώντας να ακούσεις τη φωνή,
που μ’ όμορφα χρώματα
έντυνε όλη σου τη ζωή.

Κι αν στο βάθος του σκοταδιού,
τρεμοπαίξει ένα αχνό λευκό κερί,
κι αν μες στου απείρου τη σιωπή
ακούσεις μια μουσική γνώριμη μελωδική
ορμάς σαν άνεμος ελπίδας ιδανικής
τη φλόγα αυτή να αγγίξεις, στο φως της να βυθιστείς.

Κι αν δεν συναντήσεις κι αυτή τη βραδιά
αυτό που από τα μάτια έχει χαθεί,
δεν έχεις αφήσεις άδεια από ελπίδα από προσμονή
την πονεμένη, τη ματωμένη σου ψυχή.

Κι αν η νοσταλγία
έχυσε πικρά δάκρυα κι απόψε,
κι αν το κορμί συνέχισε να αιμορραγεί,
κι αν η καρδιά ακόμη προσεύχεται γονατιστή,
η παρουσία που αποζητάς το γνωρίζεις δεν χάθηκε,
τυλιγμένη είναι στο λευκό φως
σε μια γαλήνια άκρη του ουρανού,
και θα ‘ρθει το ξέρεις η στιγμή
που ο χρόνος  πάλι θα χαθεί
γιατί το βλέμμα που αναζητάς θα σε θωρεί
κι ότι ζητάς θα υπάρχει για πάντα μαζί σου
μέσα εκεί.

Σ’ ένα βλέμμα αλήθεια
προβάλλει σαν όνειρο όλη μας η ζωή
και τίποτα δεν αξίζει πιο πολύ
από όταν σε κοιτάει να ‘σαι πάντα εκεί…

 

γράφει ο Θεόδωρος Μαντάς