Από μια τζαμαρία μέσα.

Κοιτώ τον Ουρανό.

 

Kοιτώ μια κουκκίδα στο βάθος να χορεύει, να στροβιλίζεται και ακίνητη να μένει.

Να μεγαλώνει. Να αλλάζει σχήμα.

Γνώριμο σχήμα να παίρνει.

Ν’ αποχτά φτερά. Φτερούγες απλωμένες. Αστραφτερές.

Στα χρώματα της Ίριδας.

Κύκλους να κάνει και επίκυκλους.

Ίχνη πίσω της ν’ αφήνει, καθώς τη φυλακή μου πλησιάζει…

 

Σαν Ινδιάνα που πάνω στο χώμα μονάχη γεννά και στους προγόνους της προσεύχεται, το Λύκο, τον Αϊτό και το Γεράκι, πέφτω καταγής στο γυάλινό μου το κελί…

Το Γεράκι μου μ’ ορμή το τζάμι σπάζει.

Γυαλιά θρύψαλα. Βότσαλα του γιαλού και άμμος κρυσταλλική. Κοφτερή.

Σταλακτίτες αιχμηρούς ξυπόλητη να πατώ.

Με τα χέρια να έρπω…

Και

Όταν το Γεράκι τρυφερά με κρατήσει,

όταν από το φτέρωμά του σταθερά πια κρέμομαι,

τον αγέρα βάφω με ρόδινες πινελιές από των χεριών και των ποδιών το αίμα –

της ποθητής ελευθερίας το τίμημα…

 

Στο πέταγμα αφήνομαι. Στην πτήση. Στου νερού τη δίνη.

Στου αγέρα το τρελό, τρελό στροβίλισμα.

Να μη με νοιάζει ποιος και τι…

Θάλασσα, ουρανός, γεράκι, λύκος, αϊτός…

Ελεύθερη μόνο να ‘μαι κάπου.

Σα χορογραφία σε μελανόμορφη λήκυθο.

Απεικόνιση σπάνια ενός Ίκαρου. Ζωντανού.

Με φτερούγες στην ωμοπλάτη ριζωμένες.

Όνειρό του ταπεινό άλλο να μην έχει κανένα.

Μόνο περιδινήσεις, στροβιλίσματα, κύκλους…

Να χορεύει της γης τα τραγούδια με τα χέρια απλωμένα,

ανοιχτή την αγκαλιά, τα πόδια τεντωμένα. Ολόισια.

Μόνο ο κορμός και η κεφαλή σε αέναη κίνηση στις νότες της ανάσας.

Ο Ίκαρος να αιωρείται σα σύννεφο. Σαν καπνός.

Να μένει μετέωρος σαν του απομεσήμερου το άστρο.

    

Και να ‘μαι. Ο Ίκαρος. Εγώ.

Ένας Ίκαρος που κατάφερε μονάχος ψηλά να πετάξει.

Δίχως φιλοδοξία άλλη από την αίσθηση του ίλιγγου της απόλυτης ελευθερίας.

Tην υπέρβαση μιας άχρωμης ζωής με συρματοπλέγματα.

Με όρια ηλεκτροφόρα και όρους απάθειας.

Με χειροπέδες δεμένης ζωής.

Η ελευθερία μου βαφτίζει την ευτυχία μου…

Την υπέρβαση του είναι μου… Του Εγώ μου…

Μόνιμα κρυμμένα από της μέρας το φως.

 

Ω, τι ηδονή να πετά το Γεράκι εντός μου!

Μες την ερωμένη του την ερημιά…

Ευτυχισμένο έτσι καθώς διασχίζει τα νερά, τους ουρανούς, τις στεριές.

Το γαλάζιο, το λευκό, το πράσινο.

Τα γήινα τα γνωστά τα χρώματα όλα.

Να καταδύεται, ν’ αναδύεται, να μην κρύβεται…

Να ζωγραφίζει κύκλους

κι άλλους κύκλους

και ομόκεντρους κύκλους να ιχνογραφεί…

Να έχουν εξατμισθεί φόβος, φοβίες, άρνηση… Όλα.

 

Ω, τι μέθη το ουράνιο τόξο να βλέπω ένα κορμί κοιμισμένο να χρωματίζει!

Ακίνητο κορμί, άχρωμα χείλη, νύχια μελανά…

 

Για πρώτη μου φορά για κάτι οίκτο να μη νιώθω.

 

Δίπλα του αθόρυβα να προσγειωθώ.

Με την ανάσα μου, με το φτέρωμά μου να θερμάνω ένα κορμί γυμνό που μόνο του παγώνει…

Δίχως οίκτο, δίχως.  Δικό μου να γίνει ξανά…

Μέσα του να διεισδύσω όπως τότε… Όπως αλλού…

Σαν παλιά να το ζωντανέψω… Να το ξυπνήσω…

Αχ, και να του τραγουδήσω λυρικά “O Miο Bambino”…

  

Να του αποδείξω ότι.

Δεν είναι μόνο νύχτες με όνειρα ασπρόμαυρα τούτη η ζωή.

Δεν είναι πάντα γωνιές σκιερές.

Ζωή είναι πτήσεις. Καταδύσεις. Αναδύσεις στ’ ουρανού και της μέρας τα κύματα.

Είναι κρυφτό. Είναι κυνηγητό η ζωή.

Σαν παιχνίδι ερωτικό.

Παιχνίδι με τη φωτιά. Με το νερό. Την πέτρα. Τον αγέρα.

Είναι η ζωή.

Οι αισθήσεις όλες εν δράσει είναι.

Έτσι. Δίχως μέτρο. Δίχως κανόνες. Δίχως όχι και μη.

 

Ζωή είναι κατάφαση σε άρνηση.

Έτσι να λέω.

 

Και ας αναρωτιέμαι

“…μην ίσως είναι αντίστροφα;…”

σε διαδρομές με χρώμα δειλά σαν επιβιβάζομαι…

 

_

γράφει η Χριστίνα Θέμα

Το σχόλιό σας είναι επιθυμητό!