Σκόρπισαν τα σωσίβια

19.06.2016

life-vest-941942_1920

Η ασέληνη νύχτα με δυσκόλευε. Περπατούσα χωρίς να τολμώ να κοιτάξω πίσω. Γρήγορα, τόσο γρήγορα, λες κι είχα φτερά στα πόδια μου. Φωνή δεν έβγαινε από το στόμα. Λαχάνιασα από την αγωνία. Έφτασα σ’ ένα σταυροδρόμι. Οι ανάσες μου κομμένες. Η βαλίτσα ήταν πολύ βαριά και την έσερνα καθώς προχωρούσα. Κινούμουν προς κάποιο συγκεκριμένο σημείο. Το θρόισμα από ένα μακρύ ρούχο ενέτεινε την αγωνία μου. Ήταν ο περαστικός που θέλησε να με πειράξει… Και με ακολουθούσε. Με αργά αλλά σταθερά βήματα. Σ’ ένα σημείο κατάλαβα πως τόση ώρα έκανα κύκλους γύρω από τον εαυτό μου. Κάποια στιγμή ένιωσα τον περαστικό να με προσπερνά. Ίσως κάπου να ήθελε να με οδηγήσει. Παρότι τον φοβόμουνα, δεν ήθελα να μείνω μόνη. Επιτάχυνα να τον προλάβω πριν από τη στροφή. Έχασα όμως τα ίχνη του. Η αγωνία μου κορυφωνόταν. Κι από το σώμα μου αναδυόταν μια κακοσμία που θύμιζε την μπόχα της τσιγαρίλας. Σκούριασα από την υγρασία… Ξαφνικά, μου φάνηκε πως ακούγονταν φωνές. Όχι, δεν ήταν από τον περαστικό. Ούτε από το υπερπέραν˙ μάλλον από τα ενδόμυχα της συνείδησης. Γύρισα ενστικτωδώς ν’ αρπαχτώ από κάπου. Αφουγκραζόμουν τον φόβο και την ανησυχία που αιωρούνταν στον αέρα. Δεν υπήρχε τίποτε. Πουθενά. Στεκόμουν ολομόναχη στο μέσον της νύχτας. Ήθελα να φτάσω κάπου, μα δεν ήξερα πού. Ένα πέτρινο χρέος καθόταν αναπαυτικά στην πλάτη μου. Τόσο πέτρινο που άρχισα να καμπουριάζω. Προσπάθησα με μια απότομη κίνηση να το αιφνιδιάσω. Μάταια. Με πολλές προσπάθειες κατάφερα να υψώσω το βλέμμα προς τον ουρανό. Η λάμψη των αστεριών έπεφτε σαν αντανάκλαση στο πρόσωπό μου. Ήθελαν είτε να μου αποσπάσουν την προσοχή και κάτι να μου αποκαλύψουν, ή να με βοηθήσουν ν’ αποκρυπτογραφήσω τις λέξεις. Άρχισα να τα παρατηρώ ένα προς ένα. Το σχήμα, το μέγεθος, τη λάμψη τους. Ήταν σαν ιερογλυφικά γράμματα. Ένα άτονο κλάμα, κλάμα μικρού παιδιού. Το κεφάλι μου ξαφνικά μεγάλωσε, βάρυνε κι έπεσε στον έναν ώμο. Τα κύματα λυσσομανούσαν. Η σανίδα σωτηρίας σάπισε. Εντελώς άχρηστη πια. Άγγιξα το σώμα μου. Αντιλήφθηκα τη γύμνια μου κι ανατρίχιασα˙ το σώμα μου που ξεφλουδιζόταν όπως το σάπιο ξύλο. Μάταια περίμενα τον ήλιο ν’ ανατείλει. Μάταια περίμενα τη θάλασσα να στραφταλίσει. Τα δάκρυα ανακατεύονταν με τα κύματα. Το αίμα άφηνε μια στυφή γεύση. Η θάλασσα κοκκίνισε. Το κλάμα τώρα έγινε γοερό. Τα χέρια γυμνά, σηκώνονταν προς τ’ αστέρια. Τ’ αστέρια έριχναν θλιμμένες ματιές. Κοίταζα ολόγυρα σαν χαμένη. Σκέπασα τα μάτια να μην βλέπω. Δεν είχα άλλα χέρια. Ήθελα να βουλώσω τ’ αυτιά να μην ακούω. Ήθελα να κλείσω τη μύτη να μην μυρίζομαι. Η ατμόσφαιρα ήταν αποπνικτική από τη μυρωδιά της σκουριάς και της σαπίλας. Μερικά σωσίβια επέπλεαν και το κλάμα, εκείνο το κλάμα…

Έψαχνα απελπισμένα ολόγυρά μου μήπως έβρισκα κάποιο ίχνος ζωής. Σκοτάδι. Παντού βουβαμάρα. Ένιωθα έντονη την ανάγκη κάποιο χέρι ν’ ακουμπούσε το σώμα μου. Ήθελα κάποιον να με διαψεύσει για τη σαπίλα μου. Τίποτε. Δεν μου απέμενε παρά να συνηθίσω την μπόχα. Έστρεψα ξανά το βλέμμα προς τον έναστρο ουρανό. Επίμονα, παρακλητικά. Η ψυχή αποζητούσε εξευμενισμό. Εξέταζα εξονυχιστικά τ’ αστέρια. Παρατηρούσα την ανομοιομορφία στο μέγεθός τους. Μέχρι τότε όλα τ’ αστέρια μου φαινόντουσαν ακριβώς τα ίδια. Όμως όχι, δεν ήταν. Εκείνη την ασέληνη νύχτα, κάποια ήταν μεγαλύτερα και κάποια, ίσως τα περισσότερα, μικρότερα. Όσο τα παρατηρούσα, τα χαρακτηριστικά τους γινόντουσαν πιο ευδιάκριτα. Τ’ αστέρια μεταμορφώνονταν σε πρόσωπα. Μάτια, μύτη, στόμα. Τα έβλεπα πλέον ξεκάθαρα. Κι έπειτα, εκτός από το κλάμα, ξεχώριζα και κάποια λόγια που δεν καταλάβαινα τη σημασία τους. Μιλούσαν μια γλώσσα εντελώς άγνωστη σ’ εμένα. Πρώτη φορά την άκουγα. Κι η βαλίτσα που έσερνα καθώς προχωρούσα, γινόταν όλο και πιο βαριά.
Τα πτώματα πλήθυναν ξαφνικά. Η λάμψη των άστρων ξεθώριασε απότομα. Χάθηκα με την ομίχλη και παραλίγο να πέσω στην άβυσσο. Η ανάμειξη της απόγνωσης και της παραπλάνησης έδωσαν ένα πικρόγευστο μείγμα. Η μάνα μετά τον θάνατο του παιδιού της δεν είχε καμιάν απαντοχή. Βυθίστηκε στη θλίψη περιμένοντας…
Λύσσαξε ο βοριάς. Μάνιαζε η φουρτούνα. Κοιτούσα πέρα στον ορίζοντα μήπως φανεί μια υποστήριξη. Την είδα κι αυτή να επιπλέει ξεψυχισμένη μακριά, πολύ μακριά.
Εκλιπαρούσα παρηγοριά στην αντίπερα όχθη. Κάποιος που ν’ αντιλαμβανόταν την κατάσταση. Ο περαστικός παρέμενε εξαφανισμένος. Τα σημάδια της εγκατάλειψης διάσπαρτα παντού. Κανείς δεν καταλάβαινε τη γλώσσα. Αλλόθρησκοι, αλλόγλωσσοι, χρωματισμένες σάρκες.
Δίψασα. Μου έδωσαν να πιω αίμα. Γιατί μου το κάνουν αυτό; Άραγε μοιάζω με αιμοβόρο ζώο;
Πείνασα. Μου πέταξαν ένα κομμάτι παιδικής σάρκας. Τέτοια ήταν η αποστροφή που μου προκάλεσε η μυρωδιά του που κόντεψα να κάνω εμετό. Γιατί όμως, μοιάζω μήπως με κανίβαλο;
Τελικά ξύπνησα αλαφιασμένος από ένα δυνατό τσίμπημα.
Το βιβλίο ήταν πεσμένο στα γόνατά μου και μια μέλισσα ξεκομμένη έψαχνε γύρη μέσ’ από τις σελίδες του.
Είμαι σίγουρος ότι εάν οι ακροατές μου άκουγαν αυτή την ιστορία, όχι μονάχα το γέλιο μα και το χαμόγελο θα σβηνόταν ολότελα από τα χείλη τους. Τη θέση τους θα έπαιρνε ένα βουβό δάκρυ…

-

γράφει η Στέλλα Ρωτού

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Ακολουθήστε μας

Βήματα στη γειτονιά

Βήματα στη γειτονιά

Τον φίλο από τα παλιά τον συνάντησα στη γειτονιά του πατρικού. Έμοιαζε φευγάτος. Δεν ξέρω τι είχε καταφέρει από όσα ζητούσε, όμως έμοιαζε να μην τον ενδιαφέρει πια το ρήμα. ''Ζω ανάμεσα στο παρελθόν και στο τώρα'' μου είπε και δεν πολυκατάλαβα. ''Με δένει ένα περίεργο...

Το τηλέφωνο της μοναξιάς

Το τηλέφωνο της μοναξιάς

ΤΟ ΤΗΛΕΦΩΝΟ. Μεγάλη εφεύρεση του ανθρώπου. Εκτός των πολλαπλών χρήσεών του και εφαρμογών, έχει γίνει απαραίτητο συμπλήρωμα, ας το πούμε κι’ έτσι, της καθημερινότητάς μας είτε μέσα στο σπίτι είτε έξω απ΄ αυτό. Αν τύχει και συμβεί κάποια βλάβη στο δίκτυο και δεν...

Το φλερτ

Το φλερτ

_ γράφει ο Νίκος Πουλικίδης _ Η οθόνη του κινητού αναβόσβηνε. Μόλις ήρθε το μήνυμα από το αγόρι της. Περιχαρής πληκτρολόγησε την απάντηση αγάπης. Όλα ήταν τόσο αυτοματοποιημένα πλέον. Η αγάπη μπορούσε να βρει καταφύγιο στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, να γίνει story...

Ανώνυμος τόπος

Ανώνυμος τόπος

Δεν ξέρω πως βρέθηκα εδώ σε αυτήν την παραλία να κοιτάζω τους γλάρους και να γεύομαι την μεθυστική αλμύρα της ατίθασης θάλασσας, το μόνο που επιθυμώ είναι να παραμείνω σε αυτόν τον αλλόκοτο τόπο που μου μιλά μέσα από τα τοπία του. Πριν λίγο τα χέρια μου άγγιξαν τα...

Η μάσκα

Η μάσκα

Μόλις πριν λίγα χρόνια, έβλεπε κανείς αραιά και πού, κανέναν ξένο, κυρίως Κινέζο- εύκολα εντοπίζεις την Εθνικότητά του,- να περιδιαβαίνει τους Αρχαιολογικούς χώρους του τόπου, σαν τουρίστας, φορώντας, περιέργως, χειρουργική μάσκα. Δεν ήξερα τι να υποθέσω. Να ήταν ο...

Ακολουθήστε μας στο Google News

Ακολουθήστε μας στο Google News

Διαβάστε κι αυτά

Η μάσκα

Η μάσκα

Μόλις πριν λίγα χρόνια, έβλεπε κανείς αραιά και πού, κανέναν ξένο, κυρίως Κινέζο- εύκολα εντοπίζεις την Εθνικότητά του,- να περιδιαβαίνει τους Αρχαιολογικούς χώρους του τόπου, σαν τουρίστας, φορώντας, περιέργως, χειρουργική μάσκα. Δεν ήξερα τι να υποθέσω. Να ήταν ο...

Μια αναπάντεχη συνάντηση

Μια αναπάντεχη συνάντηση

- γράφει η Αγάπη Χαριτάκη -   Μ’ αρέσει να φτιάχνω πρωινό για τα παιδιά μου. Έρχονται στο σπίτια πια μόνο τις Κυριακές. Δουλειά, σπουδές, τρεχάματα, που να προλάβουν και αυτά. Τηγανίζω 2 αυγά και βράζω άλλα δύο δίπλα. Έτσι ήταν πάντα οι γιοι μου, ο ένας μέρα, ο...

Η απεργία

Η απεργία

Ο προϊστάμενος βγήκε απ’ το υπερυψωμένο γραφείο του διευθυντή, ακούμπησε στα κάγκελα και κοίταξε τους εργάτες που ήταν μαζεμένοι από κάτω. Όλα τα κεφάλια στράφηκαν στο μέρος του. -Ο κύριος Ηρακλής θέλει να κουβεντιάσει με την αντιπροσωπεία σας, είπε. Τέσσερις εργάτες...

3 σχόλια

3 Σχόλια

  1. ΧΡΥΣΟΥΛΑ ΠΛΟΚΑΜΑΚΗ

    Συγκλονιστική προσέγγιση στο πανανθρώπινο πρόβλημα της διακίνησης ψυχών και ελπίδων στα έγκατα της αδιαφορίας που κάνει τις ακτές μας κρανίου τόπο και τις θάλασσές μας υγρούς τάφους…

    ΜΠΡΑΒΟ Στέλλα!!!!!!!!!!!!!!!!!!!

    Απάντηση
  2. Ανώνυμος

    Στέλλα, συγχαρητήρια.Καταπληκτικό!!!Κάποιοι δεν ακούν και δε βλέπουν…

    Απάντηση
  3. Στέλιος Παπαντωνίου

    Πρόκειται για γραφή πολύ δυνατής προσωπικότητας, που μπορεί να διεισδύει στα κατάβαθα της ψυχής και να συλλαμβάνει τις μυστικές φωνές που σχετίζονται άμεσα με την ύπαρξή μας και το θάνατο. Τα αόρατα που γίνονται ορατά και απτά, τα ανήκουστα που ακούονται και τα αγγίζουμε και τα μυριζόμαστε. Γλώσσα όχι μόνο πλούσια αλλά σφιχτοδεμένη και αναδύουσα τις εσώτερες φωνές, τις λεπτές αποχρώσεις των νοημάτων και συναισθημάτων. Μια πολυεπίπεδη παρουσίαση του εξωτερικού και εσωτερικού κόσμου με πολυεδρικές συλλήψεις και ερμηνείες. Εξ όνυχος τον λέοντα. Θερμά συγχαρητήρια. Στέλιος Παπαντωνίου

    Απάντηση

Υποβολή σχολίου