τοβιβλίο.net

Στέφανος Τσιτσόπουλος – «ΡΟΚ ΣΤΑΡ»

Το 1951 ο Τζέι Ντι Σάλιντζερ γράφει τη βιβλιάρα Catcher in the Rye, ήρωας ένας Χόλντεν Κώλφηλντ, μούρλα το αγόρι. Το διαβάζω δεκατεσσάρων χρονών στην Παλιοξάνθη του 1978, τρώω τρελή φλίπα με τη Σίκαλη, λέω, αυτό είναι, πρέπει να την κάνω για Νέα Υόρκη, να τον βρω τον μπαρμπα-Σάλιντζερ, να του ζητήσω συμβουλές, να μην καταντήσω κάλπης ψευτένιος ή του γιατρού, τέτοιο άγχος είχα για το μέλλον μου.

Ένα βιβλίο που ξαφνιάζει:

Στέφανος Τσιτσόπουλος

«ΡΟΚ ΣΤΑΡ»

 Εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ

Ο γνωστός δημοσιογράφος και ραδιοφωνικός παραγωγός

Στέφανος Τσιτσόπουλος μιλά για το βιβλίο του «ΡΟΚ ΣΤΑΡ».

γράφει ο Άγγελος Πετρουλάκης

Μια autofiction μαρτυρία, ένα ημερολόγιο από μίλια τρελών νυχτερινών πτήσεων που ξεκινούν από τη Θράκη, τη Θεσσαλονίκη και την Αθήνα, καταλήγοντας στη Νέα Υόρκη του συγγραφέα-μυστήριο Τζέι Ντι Σάλιντζερ παραδίδει ο γνωστός δημοσιογράφος και ραδιοφωνικός παραγωγός Στέφανος Τσιτσόπουλος.

Το Ροκ Σταρ είναι η ιστορία της ενηλικίωσης μιας παρέας από αληθινούς και φανταστικούς ήρωες με αρχηγό τον Τζέι ντι Σάλιντζερ.

Ένα βιβλίο που διαβάζεται και ακούγεται δυνατά. Μια μεγάλη γιορτή κόντρα στη μοναξιά και τη μιζέρια ή τη μισαλλοδοξία των καιρών. Η ιστορία μιας συμμορίας με ήρωες που ακούνε γκαζάτες μουσικές, διαβάζουν ζόρικα βιβλία, παλεύουν να κατακτήσουν τα πιο τρελά τους όνειρα. Το χρονικό μιας εποχής και μιας παρέας που θα μπορούσε να είναι και η δική σας. Ένα βιβλίο αυτοβιογραφικό, με ρέουσα γραφή, που αιχμαλωτίζει τον αναγνώστη.

Ο Στέφανος Τσιτσόπουλος εξηγεί τι είναι και ποιους αφορά η ιστορία του βιβλίου του:

«Το 1951 ο Τζέι Ντι Σάλιντζερ γράφει τη βιβλιάρα Catcher in the Rye, ήρωας ένας Χόλντεν Κώλφηλντ, μούρλα το αγόρι. Το διαβάζω δεκατεσσάρων χρονών στην Παλιοξάνθη του 1978, τρώω τρελή φλίπα με τη Σίκαλη, λέω, αυτό είναι, πρέπει να την κάνω για Νέα Υόρκη, να τον βρω τον μπαρμπα-Σάλιντζερ, να του ζητήσω συμβουλές, να μην καταντήσω κάλπης ψευτένιος ή του γιατρού, τέτοιο άγχος είχα για το μέλλον μου.

»Τότε δεν είχαμε και κωλοΐντερνετ για να ξέρω πως ο Σάλιντζερ είχε σαλτάρει και εξαφανίστηκε, νόμιζα πως έτσι και πήγαινα καμιά Νέα Υόρκη, όλο και κάπου θα τον πετύχαινα. Είχα και την Ντέμπι Χάρι των Blondie στο παιδικό μου δωμάτιο, μου ’λεγε όλο, έλα, έλα Μεγάλο Μήλο κι ό,τι μας προκύψει. Εγώ το άκουγα μέχρι και σαν πρόταση να παντρευτούμε αν το πράγμα πήγαινε.

»Πρώτη δουλειά, μέχρι να πάρω τα πάνω μου και να γίνω διάσημος και ραδιοφωνικός, θα δούλευα ρεπόρτερ δρόμου στη φρι πρες Βίλατζ Βόις.

»Γιατί πολύ μου άρεσε, στην Ξάνθη, εκτός από τον Χόλντεν στη σίκαλη, να γράφω και για λογοτεχνία ή για ροκενρόλ. Δεν τα κατάφερα όμως, άλλη ιστορία αυτό, και να με εδώ, με εκπομπές στην άλλη Βόις, της Αθήνας.

»Ακούτε Ράδιο Σάλιντζερ, ροκενρόλ φουλάρα. Που πάνε κιόλας εκατό χρόνια από τη γέννηση του Τζέι Ντι, κι έχουμε και τα επετειακά εδώ, έχουμε πάρτι, ρε συ Χόλντεν Κώλφηλντ».

Ο Στέφανος Τσιτσόπουλος είναι δημοσιογράφος σε εφημερίδες, περιοδικά, ραδιόφωνα και τηλεόραση. Σήμερα κατοικεί στην Αθήνα. Παλαιότερα αλλού, εντός κι εκτός. Το Ροκ Σταρ είναι το πρώτο του μυθιστόρημα.

Αντί άλλης παρουσίασης, προτίμησα να κάνω μια συνέντευξη μαζί του, ζητώντας του ν’ απαντήσει σε κάποιες ερωτήσεις, που σκιαγραφούν τόσο το βιβλίο, όσο και τον ίδιο:

– Σε τι περιβάλλον μεγαλώσατε; Τι θυμάστε από τα παιδικά σας χρόνια; 

«Μεγάλωσα στον Έβρο και τη Θράκη, Αλεξανδρούπολη, Ορεστιάδα και Ξάνθη, παιδί μιας οικογένειας που με περιέβαλλε πάντα με αγάπη, στοργή αλλά μια υπερπροστασία που, καμία φορά, ένιωθα πως με στραγγάλιζε από την τόση έγνοια! Και ευτύχησα να περιβάλλομαι από δασκάλους, φίλους και αξίες που σε εκείνη την Ξάνθη, τέλη του ’70, με κάνουν ακόμα να δηλώνω περήφανος για τον τίτλο «Επαρχιώτης στην Ομόνοια».

»Σήμερα που ζω στην Αθήνα και τα παιδικά μου χρόνια τα «ξαναέζησα» συμπυκνωμένα στη νύχτα της παρουσίασης του «Ροκ Σταρ» στην Ξάνθη: σε ένα βιβλιοπωλείο ακριβώς απέναντι από το δημοτικό σχολείο όπου έμαθα γράμματα και μετά στο πάρτι, σε ένα μπαρ όπου έπαιξα μερικές από τις μουσικές του βιβλίου. Στο ίδιο μπαρ, λέγεται «Γκουέρνικα», και ενώπιον αρκετών από τους ίδιους ανθρώπους που στην εφηβεία μου μοιραζόμασταν τις ίδιες ανησυχίες αλλά και μερικά πανάρχαια ερωτήματα, τύπου πόσο μεγάλος είναι ο κόσμος μετά τον ποταμό Νέστο; Ή: τι θα μας συμβεί όταν μεγαλώσουμε; Ψιλοσυγκινήθηκα, όπως κάθε φορά που επιστρέφω εκεί ‘‘επάνω’’»!

– Πώς ξεκινά και με ποιο κίνητρο η ενασχόλησή σας με την πεζογραφία;

«Είτε με την πεζογραφία, είτε με τη μουσική, είτε με τη δημοσιογραφία, το ραδιόφωνο και το dj-ing, όλα ξεκινούν εκεί στην Ξάνθη του 1978, όταν διαβάζω για πρώτη φορά το μυθιστόρημα «Φύλακας στη σίκαλη» του Τζέι Ντι Σάλιντζερ, ακούω φανατικά στα μεσαία κύματα τους «πειρατές» να παίζουν Black Sabbath ή Rolling Stones ή τους ντισκ τζόκεϊ της Φωνής της Αμερικής που με μυούν στη βαθιά μουσική, άσπρη και μαύρη. Δεν χάνω επίσης καμία από τις εκπομπές του Γιάννη Πετρίδη, γράφω στα λευκώματα των συμμαθητριών μου απαντήσεις πονηρά μεταποιημένες από ατάκες των αγαπημένων μου συγγραφέων ή αλλοιωμένους στίχους του Bruce Springsteen, και τσεκάρω καθημερινά τη Δημοτική Βιβλιοθήκη, τα δύο δισκοπωλεία της πόλης μου και το περίπτερο της κεντρικής πλατείας, ζαλίζοντας τον περιπτερά με την ερώτηση: «Γιατί δεν φέρατε ακόμη το περιοδικό “Ποπ και Ροκ”;». Έτσι θυμάμαι να βουτώ στο σύμπαν αυτών που αναφέρατε».

– Γιατί δεν πεθαίνουν ποτέ τα ινδάλματα;

«Γιατί ιστορία είναι η πάλη της μνήμης ενάντια στη λήθη, όπως λέει κι ένας συγγραφέας που ‘‘συμπρωταγωνιστεί’’ μαζί με τον Τζέι Ντι Σάλιντζερ στο βιβλίο μου, ο Μίλαν Κούντερα. Που σε συνδυασμό με τους στίχους του Springsteen στο «No Surrender» έρχεται και το δένει το γλυκό: ‘‘Σαν στρατιώτες μέσα στην παγωμένη χειμωνιάτικη νύχτα, με έναν όρκο για να υπερασπιστούμε, καμία οπισθοχώρηση, καμιά παράδοση, μωρό μου’’! Νομίζω επίσης πως αν βγάλω το ερωτηματικό από την ερώτησή σας, αυτούσια βγαίνει και η απάντηση: γιατί δεν πεθαίνουν ποτέ τα ινδάλματα!»

– Γίνονται τα ινδάλματα πρότυπα ζωής;

«Η λέξη, ο όρος ‘‘πρότυπο’’, όσο κι αν καταλαβαίνω πώς τον χρησιμοποιείτε στην ερώτησή σας, κατά βάθος πέρα από ρομαντισμό, αγνότητα και κανόνα συμπεριφοράς, στο βάθος με φοβίζει: είναι πολύ ψυχοφθόρο, είτε να σου επιβάλουν, ή να ακολουθείς εθελοντικά πρότυπα ανθρώπων, να τους χρίζεις ‘‘αρχηγούς’’ και να πορεύεσαι υπό την ‘‘καθοδήγησή’’ τους. Στο μυαλό μου ισοδυναμεί με την τέλεια δυστυχία, αφού μου ακούγεται είτε σαν εμπόδιο στον δρόμο για την αυτογνωσία και την αυτοπραγμάτωση είτε σαν σκλαβιά. Αναφορές είναι, για μένα, ο πιο τίμιος αλλά και ουμανιστικός όρος: ναι, έχω μέσα μου αναφορές, ανθρώπους-πυξίδες, που όμως η σταθερή μου προσήλωση σε αυτούς πηγάζει από τη συνεχή αμφισβήτησή μου, από το αέναο ξεψάχνισμα και τσεκάρισμα του λόγου και έργου τους».

– Πώς μπορεί, αν μπορεί, ένα βιβλίο ν’ αλλάξει τη ζωή ενός ανθρώπου;

«Μου πήρε 350 σελίδες για να το τεκμηριώσω. Ειδικά το ‘‘Στη σίκαλη, στα στάχυα ο πιάστης’’, όπως ξαναμετέφρασε το 2014 η Τζένη Μαστοράκη τον ‘‘Φύλακα’’ του 1978, δεν μεταμόρφωσε μόνο τη δική μου ζωή αλλά και εκατομμύρια άλλων αναγνωστών! Εξαιτίας του ‘‘χτυπήσαμε κόκκινο’’ και πήραμε τους δρόμους. Ξέρετε, είτε αυτό το βιβλίο, που εξαιτίας του ‘‘εμβαθύνω’’ στο μυθιστόρημα ‘‘Ροκ Σταρ’’, είτε η ‘‘Μπανάνα’’, δίσκος των Velvet Underground, ‘‘συνέβησαν’’ κάποτε, αλλά η φλόγα τους καίει αιώνια με αποτέλεσμα να τσουρουφλίζουν και να καψαλίζουν ψυχές και στο σήμερα. Και ειδικά όσους παραμένουν πάντα πρόθυμοι να ακολουθήσουν τον δρόμο, ανακαλύπτοντας πόσο μεγάλος και αληθινός είναι ο κόσμος πέρα από τα όρια του fb, που οι περισσότεροι από τους χρήστες διατείνονται ‘‘να, εγώ, εδώ, καταπληκτικά, καταθλιπτικά!’’»

– Το ροκ είναι τρόπος ζωής; Και ως τρόπος ζωής, τι δεν δέχεται;

«Θα ορίσω το προσωπικό μου ‘‘ευαγγέλιο’’ υπό μορφή αρκτικόλεξου: Ρομαντισμός, Ομορφιά, Καλοσύνη. Πιο ροκ, κατ’ εμέ, από αυτά δεν έχει, ειδικά στην Ελλάδα των παρεξηγήσεων, των ειδικών, των μεντόρων λογής λογής ‘‘συμπεριφοράς’’, των καθοδηγητών ή των παλαβών ιεροκηρύκων που επιβάλλουν την εμμονοληπτική ‘‘αλήθεια’’ τους, ορίζοντας τι είναι σωστό και τι λάθος, χωρίς περιθώριο συζήτησης και αναθεώρησης.

»Χμ, αυτό ίσως τελικά να είναι και κοντά στην ερώτηση, αλλά και την απάντηση που μου ζητάτε να σας δώσω: η αναθεώρηση. Να πορεύεσαι με πίστη μεν στις βασικές αξίες που σας είπα παραπάνω, αλλά όλα τα υπόλοιπα πλην αυτών να τα αναθεωρώ, να τα επανεκτιμώ διαρκώς και να αμφισβητώ εγώ ο ίδιος πρώτος τις βεβαιότητές μου. Κάθε μέρα, κάθε τραγούδι, κάθε βιβλίο, κάθε λεπτό».

– Τι έχει χάσει κάποιος που δεν έχει διαβάσει Σάλιντζερ;

«Δεν έχει χάσει τίποτα απολύτως! Όπως νομίζω πως κι εγώ δεν έχω πληρώσει ακριβά ή δεν νιώθω πως έχασα κάτι που δεν κατάφερα να τελειώσω ποτέ το ‘‘Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο’’ του Προυστ. Μια χαρά μας βρίσκω όλους μας μέσα σ’ αυτήν την ατέλειά μας, αν μου επιτρέπετε! Και θα συμπεριλάβω και το δικό μου μυθιστόρημα: δεν θα χάσει η Βενετιά βελόνι αν δεν το διαβάσετε, όπως ούτε και θα πάθετε κάτι, αν αφού το διαβάσετε δεν αγοράσετε κι άλλα επτά αντίτυπα! Για να τα χαρίσετε στις γιορτές που έρχονται σε επτά επίσης ‘‘συνασθενείς’’ σας με το ροκ, τη λογοτεχνία, τον έρωτα, τη φιλία, την περιπέτεια και την περιπλάνηση στον μεγάλο κόσμο!»

– Ο Σατομπριάν είχε πει: «Ο άνθρωπος δεν ζει μία και μόνη ζωή. Ζει πολλές ζωές, τη μία μετά την άλλη, κι αυτό είναι η αιτία της δυστυχίας του». Το πιστεύετε; 

«Θα μιλήσω μόνο για μένα γι’ αυτό και χρησιμοποιώντας τη γλώσσα του Χόλντεν Κώλφηλντ, ήρωα του Σάλιντζερ, αλλά και συμπρωταγωνιστή μαζί με τον ‘‘μπαμπά’’ του, τον Τζέι Ντι, στο βιβλίο μου: ‘‘Μπορεί και να έχεις έως και πολύ δίκιο, ή στο εντελώς, Σατομπριάν, δικέ μου, μα όποιος σκέφτεται έτσι πολύπλοκα θα δυστυχήσει και μπορεί και να βρεθεί και σε κάναν τάφο σαν τον Τζιμ Μόρισον. Ή τον άλλον τον φιλάρα μου τον Έλβις ή και το άλλο το παιδί, τον Ρίτσι Έντουαρντς των Manic Street Preachers, που ο Τσιτσόπουλος στο «Ροκ Σταρ», γι’ αυτόν λέει εξαφανίστηκε κάπου στην Ταϊλάνδη. Αν και δεν είναι στο εντελώς τσεκαρισμένο αυτό το τελευταίο, όμως μπορεί και ίσαμε κι από τον Σατομπριάν που τον διάβασε να ραντίστηκε η ψυχή του με απόγνωση και μελαγχολία, και είπε την κάνω από εδώ, κάλπηδες. Την κάνω για να πάω και να τις ζήσω τις χίλιες ζωές μου στα αληθινά κι όχι μόνο στους ανεμόμυλους του μυαλού μου!’’»

– Κατά τη διάρκεια της συγγραφής, ταυτιστήκατε ή αποστασιοποιηθήκατε από τους ήρωές σας; Τους οδηγήσατε εκεί που θέλατε ή σας οδήγησαν εκείνοι μέσα από τη βιωματικότητα της πλοκής;

«Μα από το εξώφυλλο, που είμαι εγώ στα πέντε μου χρόνια, 1969 στην Αλεξανδρούπολη, έως και την τελευταία σελίδα, όπου σαν αστυνομικός γρίφος (ή Άρλεκιν) στην Αθήνα του 2019 καταφέρνω να απαντήσω στον αναγνώστη γιατί εξαφανίστηκε ο Τζέι Ντι Σάλιντζερ και πού ζει σήμερα ο Χόλντεν Κώλφηλντ, αυτό κάνω: διηγούμαι πού μας έβγαλαν και τους τρεις μας αυτή η εμμονή μας να μιλάμε ευθέως και ατρόμητα για μας, χωρίς να μασάμε τα λόγια μας, ή δήθεν να κάνουμε πως αυτά δεν τα είπαμε ή δεν τα κάναμε εμείς, αλλά κάποια άλλα παιδάκια που από το σχολείο έως και σήμερα γράφουν εκθέσεις ιδεών γόνιμης φαντασίας, χωρίς κανένα ρίσκο».

– Καίριο σημείο της ζωής ενός ανθρώπου είναι η επιλογή αυτού που είναι σωστό και εκείνου που θέλει να κάνει. Σας απασχόλησε αυτό, καθώς διαμορφώνατε τους χαρακτήρες των προσώπων που χρησιμοποιήσατε στο μυθιστόρημα;

«Είστε ακριβώς μέσα στον γρίφο και του ‘‘Φύλακα’’, αλλά και του ‘‘Ροκ Σταρ’’: κατά το αμλετικό ‘‘to be or not to be’’, ο Χόλντεν Κώλφηλντ, αλλά και οι έξι άλλοι κεντρικοί ήρωες του βιβλίου μου, αυτό καλούνται να απαντήσουν: phoney or true; Δήθεν σοβαροί περισπούδαστοι, αλλά και κάλπηδες υποκριτές που ‘‘εκτελούν’’ το σωστό, που ανάθεμα αν ξέρουμε ποιος και γιατί το όρισε έτσι. Ή να ακολουθήσουμε τον δρόμο του ενστίκτου και της καρδιάς μας, τον δρόμο του δικού μας σωστού, το ρίσκο του δικού μας σωστού; Που όσο και να φοβόμαστε ή λιποψυχούμε, εντούτοις μόνο αυτά τα δυο, η καρδιά και το ένστικτο, θα διαπιστώσουν από πρώτο χέρι και στο πετσί τους ποια είναι και η αλήθεια, και το σωστό. Αλλά και το τίμημα της ενηλικίωσης όπως και του μεγαλύτερου ονείρου μας: να ζήσουμε με αξιοπρέπεια, ενώ όλο το σύμπαν-περίγυρος μας προστάζουν να συμβιβαστούμε γιατί θα το φάμε το κεφάλι μας!»

– Υπήρξαν συγγραφείς που επηρέασαν τις αντιλήψεις σας για το μυθιστόρημα; 

«Άπειροι: ο Μπαλζάκ, ο Φλομπέρ, ο Καραγάτσης, ο Σκαμπαρδώνης, ο Ελρόι και η Σώτη Τριανταφύλλου, ο Βερν και ο Χωμενίδης, η Μάργκαρετ Άτγουντ, ο Ίρβιν Γουέλς, ποιους να πρωτοαναφέρω; Τυχαία και αυτόματα, πρώτη απάντηση χωρίς πολλή σκέψη σας τους καταθέτω».

– Ο παράγοντας αναγνώστης σάς ενδιέφερε κατά τη διάρκεια της συγγραφής ή ήταν κάτι που το σκεφτήκατε αφού όλα είχαν τελειώσει και το έργο είχε πάρει τον δρόμο της έκδοσης; 

«Μα για τον αναγνώστη θέλεις να γράψεις και να εκδώσεις, για το μοίρασμα και τη συνάντηση, αλλιώς θα τα έγραφα εν είδει ενός προσωπικού ημερολογίου που το κρατάς κλειδωμένο στο συρτάρι σου. Όμως ειδικά το ‘‘Ροκ Σταρ’’ μοιάζει με μια ροκ συναυλία, φερ’ ειπείν των Blondie: αν δεν έχεις ερωτευθεί την κουκλάρα Ντέμπορα Χάρι στα δεκατέσσερά σου ή δεν έχεις συνδυάσει τον ‘‘Φύλακα’’ με το αξίωμα πως η μουσική, η λογοτεχνία, οι λέξεις και οι νότες είναι ένα και το αυτό, κι απλά αλλάζουν φόρμα, άλλα παίρνουν τη μορφή δίσκου κι άλλα το σχήμα βιβλίου, τότε είναι αδύνατον ο αναγνώστης που δεν ασπάζεται τούτο το ‘‘αξίωμα’’ να απολαύσει το μυθιστόρημα. Φιλική και καλοκάγαθη συμβουλή προς τους βιβλιοπώλες, αλλά και τους βιβλιόφιλους: μη σπρώξετε ή αγοράσετε αυτό το βιβλίο, αν τη μέρα που σκοτώθηκε ο Τζον Λένον, αυτοκτόνησε ο Κερτ Κομπέιν ή το 2010 που πέθανε ο Τζέι Ντι Σάλιντζερ, εσείς δεν σκεφτήκατε πως οι σφαίρες ή ο θάνατος μπορεί ως και κάτι δικό σας να σκότωσαν για πάντα…»

– Οι κοινωνικές συνθήκες της εποχής και η ψυχολογία είναι εμφανή στοιχεία ως εργαλεία του έργου. Μπορούμε να αναζητήσουμε και άλλα;

«Είμαι προϊόν πέραν του εαυτού μου, των ονείρων, της συγκρότησης του μυαλού μου και της νοηματοδότησης που δίνω στη ζωή μου μέσω των πράξεών μου, φυσικά και είμαι προϊόν της ιστορικής και κοινωνικής συνθήκης που μου έλαχε να ζω. Τα δυο τελευταία καταφανέστατα με όρισαν, αλλά και συνεχίζουν να καθορίζουν τη ματιά μου στον κόσμο, όπως και την ποιότητα της ζωής μου, άρα και την ψυχολογία μου. Η τελευταία, η ψυχολογία μου δηλαδή, καθορίζει και την εξέλιξη του έργου που λέγεται η ζωή μου, όπως το παίζω και το σκηνοθετώ, προσκαλώντας και άλλους να πάρουν θέση-ρόλο στην πλοκή και τη δράση. Το ροκ, η λογοτεχνία είναι τα εφέ αυτής της ‘‘ταινίας’’: η μουσική και το σενάριο-φευ, πιστεύω πως αυτά θα δείτε να κυριαρχούν στο βιβλίο».

– Τι είναι η λογοτεχνία για εσάς; 

«Μια καθημερινή ανάγκη, όπως το νερό, το φαγητό, το φιλί και η παρέα: χωρίς αυτά η ζωή μου θα ήταν ένα αφόρητο μαρτύριο δίψας, πείνας και ανάποδου μετρήματος ενός τραγικού τέλους, που ούτως ή άλλως θα το συναντήσουμε στο τέλος του βίου μας. Μέχρι εκείνη τη στιγμή όμως, ας διαβάσουμε, ας χορέψουμε, ας γνωριστούμε, λογοτεχνία, μουσική, ταξίδια, σινεμά, έρωτες που σε στέλνουν στο πάτωμα, όλα είναι λογοτεχνία, αλλά και πρώτη ύλη για τη λογοτεχνία θα είναι όλα αυτά: ζωή και δημιουργία ενάντια στην πλήξη, την ανημποριά και το μαύρο του τέλους».

– Ποιους αφορά η λογοτεχνία σήμερα;

«Όλους αυτούς που πιστεύουν όλα τα παραπάνω, συν ένα ακόμα: στο fb δεν γίνεται να κυκλοφορήσει λογοτεχνία, ασχέτως αν οι περισσότεροι χρήστες γράφουν καθημερινά κατεβατά για τη ζωή τους, διαλαλώντας πως η λογοτεχνία πέθανε ή πως μια εικόνα τους από ένα ρομαντικό ηλιοβασίλεμα ή μια μερίδα σουτζουκάκια με τσίπουρα στο ίνσταγκραμ ενέχει αξία που άνετα θα μπορούσε να εκτεθεί και σε γκαλερί ως έργο!»

– Ποιο είναι το βασικότερο πρόβλημα της ελληνικής κοινωνίας; 

«Αποφεύγω να απαντώ σε τέτοιες ερωτήσεις, πάντα ξέρετε ενέχει ο κίνδυνος να σου πουν πως, είτε είσαι για γιατρό, ή… Μέγας Ναπολέων, με τις εκτιμήσεις, τις θεωρίες, τα πρέπει ή τα νομίζω πως. Που στο αμέσως επόμενο στάδιο οδηγούν, αν τα πεις ‘‘όπως τα θέλει ο κόσμος’’, σε ύπατα πολιτικά αξιώματα. Κι εγώ πολιτικός ή και τραγουδιστής, γιατί το ίδιο μου μοιάζει, ποτέ δεν ήθελα να γίνω. Επίσης νομίζω πως το πρόβλημα της ελληνικής κοινωνίας είναι πολύ κοντά, συγγενές, ίδιο με το πρόβλημα της Ευρώπης σήμερα: στεκόμαστε από αμήχανοι έως άβουλοι παρατηρητές ενός κόσμου που αλλάζει και, αντί να προσπαθήσουμε να το αντιμετωπίσουμε όλοι μαζί, πιστεύουμε πως τη λύση θα τη δώσουν οι ελληνικές, οι γαλλικές, οι ιταλικές, οι γερμανικές ή οι σουηδικές κοινωνίες από μόνες τους».

– Γράψατε για εσάς από εσωτερική ανάγκη ή για τους άλλους; 

«Βιοπορίζομαι ως γραφιάς στην Άθενς Βόις, αλλά και σαν ραδιοφωνικός παραγωγός στο Athens Voice Radio 102.5, μιλώ για το δημοσιογραφικό μου επάγγελμα. Όμως το ίδιο συμβαίνει και με το βιβλιοσυγγραφικό μου: αυτά που γράφω τα γράφω για τους άλλους, υπάρχω κυριολεκτικά υπό το βλέμμα τους, για να χρησιμοποιήσω τη ρήση του Μπαρτ, ή και ‘‘Without you I’m nothing’’, όπως τραγούδησαν οι Placebo καθοδηγούμενοι από τον David Bowie. Αλλά χωρίς εσωτερική πρώτα από όλα ανάγκη να εκφραστείς, δεν μπορείς να εκφράσεις. Οι άλλοι, που λέτε, είναι αυτοί που παράγουν τη συγκίνηση του γεγονότος, εγώ απλά το επεξεργάζομαι, το εκτιμώ, το φωτίζω, το καταγράφω, το ‘‘συσκευάζω’’.

»Αυτό ήθελα να κάνω και στο ‘‘Ροκ Σταρ’’, όπου όμως πέραν της προσέγγισης στο φαινόμενο Σάλιντζερ, εκατό χρόνια μετά τη γέννησή του και την ευθεία σύνδεση της λογοτεχνίας του με το ροκενρόλ του Τσακ Μπέρι, αυτό ήταν και που ήθελα επίσης: να στείλω μια στοχευμένη επιστολή αγάπης σε ένα κορίτσι που αγαπώ περισσότερο και από τους δίσκους, τα βιβλία, τις ταινίες, τα ταξίδια κι όλα τα ευλογημένα που μου έσωσαν τη ζωή, αλλά και συνεχίζουν να μου την ομορφαίνουν και να απαλύνουν τα μπλουζ μου. Κι εδώ κρύβεται το στοίχημα του βιβλίου και το αν θα καταφέρει να συνδέσει την εποποιία της δικής μου παρέας-κυψέλης με τις ζωές-κυψέλες των άλλων. Έτσι βγαίνει το άγριο μέλι…»

0 Σχόλια

Υποβολή σχολίου