Select Page

Σταγόνες του χειμώνα

Σταγόνες του χειμώνα

 

 

Είχε ξημερώσει ένα ωραίο καλοκαιρινό πρωινό απ’ εκείνα που σε κάνουν να ξεχνάς όλες σου τις έγνοιες και να κοιτάς ψηλά στον ουρανό ευχαριστώντας για το Θείο δώρο της ζωής. Ο ήλιος είχε απλώσει τις ακτίνες του και χάιδευε κάθε ίντσα του κόσμου τούτου, ωσάν στοργικός πατέρας που είχε να δει τα παιδιά του πολύ καιρό. Η θάλασσα στεκόταν ακίνητη και καταγάλανη, τόσο φυσική σαν μεταφυσική, μπορούσες να τη διαπεράσεις μ’ ένα σου βλέμμα και δεις μικρά χρυσά βοτσαλάκια να αναπαύονται στο βυθό της. Ήταν τόσο ήρεμη σαν μωρό που κοιμάται, ήσυχα, στη κούνια του με βελούδινη όψη χάρη σ’ ένα γαλάζιο όνειρο. Μόνο μερικές φορές αναταράσσονταν και τότε ευθύς μικρά κυματάκια, σαν γελάκια χιλίων μικρών παιδιών, χαλούσαν προσωρινά τη γαλήνη τούτη.

Η άμμος κειτόταν κάτω καυτή, μαυρισμένη από τον πολύ τον ήλιο. Και παρόλο που δεχόταν χιλιάδες πατημασιές πάνω στη ράχη της, δεν ενοχλούνταν καθόλου. Συνέχιζε να λαμπυρίζει και να βγάζει μια ευεργετική θερμότητα κατά κάποιο τρόπο ανακουφιστική. Από το γειτονικό μπαρ ακουγόταν μια ευχάριστη, ανάλαφρη μουσική, η οποία ταίριαζε απολύτως με αυτό το ήρεμο, φωτεινό πρωινό. Εκείνη καθόταν στο τελευταίο από τα τρία σκαλοπάτια της αρχής ενός δρομίσκου που οδηγούσε στη θάλασσα. Τα μαλλιά της καστανά –όχι πολύ σκούρα- έφταναν μέχρι τους γυμνούς της ώμους που γυάλιζαν κάτω από το φως του ήλιου. Καθόταν αναπαυτικά στο σκαλοπάτι απολαμβάνοντας το τοπίο και μια λεμονάδα σε μικρό γυάλινο μπουκάλι. Έμοιαζε ήρεμη και γαλήνια –εξάλλου μόνο η ηρεμία ταίριαζε σ’ αυτό το πρωινό- όμως το βλέμμα της ήταν σκοτεινό, σαν κάτι να την ταλανίζει εδώ και καιρό, κάτι που έκανε όλες τις προσπάθειες των σημερινών καιρικών συνθηκών να αποβαίνουν μάταιες. Το βλέμμα της έμοιαζε απρεπές, καθόλου ταιριαστό στο πρωινό αυτό και το χειρότερο όλων δεν φαινόταν να τη νοιάζει. Τόσο πολύ απορροφημένη ήταν από τις σκέψεις της. Δε σάλευε σχεδόν καθόλου, παρά μόνο όταν ήθελε να πιει καμιά γουλιά από τη λεμονάδα της. Ήταν σίγουρο πως ο κόσμος να χάλαγε τούτη εδώ τη στιγμή, εκείνη θα το αντιλαμβανόταν με καθυστέρηση.

Δεν πρέπει να πέρασε πολλή ώρα –άλλωστε μέσα σε μια τέτοια ακινησία φύσης και ανθρώπων χάνεις την αίσθηση του χρόνου- και ένας νέος την πλησίασε. Πρέπει να ήταν συνομήλικοι, το πολύ κάτι μήνες μεγαλύτερος της. Εκείνος αρκετά λεπτοκαμωμένος και μαυριδερός –μπορεί από τον ήλιο μπορεί και όχι- έκανε να ανέβει το σκαλοπάτι, κοντοστάθηκε όμως μια στιγμή και είπε:

- ‘‘Να καθίσω; Σε πειράζει;’’

Εκείνη έκανε τάχα πως δεν είχε αντιληφθεί την παρουσία του πως ήταν τόσο πολύ απορροφημένη να βάφει μαύρο το βλέμμα της, που όλα τα άλλα γύρω της δεν υπήρχαν. Ταράχτηκε, σήκωσε πάνω το βλέμμα της και προσπαθώντας να κρύψει τον ενθουσιασμό της γι’ αυτή τη στιγμή που ένα χρόνο τώρα περίμενε, του απήντησε όσο πιο ήρεμα μπορούσε:

- ‘‘Όχι… Κάθισε.’’

 

Εκείνος ανέβηκε το σκαλοπάτι και έκατσε διστακτικά κάπως και με μία δόση αμηχανίας. Και για εκείνον είχε περάσει πολύς καιρός από τότε που είχαν μιλήσει τελευταία φορά. Μέσα του ένα αίσθημα φόβου άρχισε να τον κυριεύει σχετικά με το τι θα επακολουθούσε. Ήξερε πολύ καλά τα παιχνίδια που παίζει η μνήμη πολλές φορές ερχόταν και τον περιέπαιζε στον ύπνο του χωρίς καμία συμπόνια, χωρίς κανένα οίκτο. Κι ίσως καλύτερα, σκέφτηκε, γιατί η συμπόνια δεν του ταίριαζε σ’ αυτή την περίπτωση. Είπε να κάνει την αρχή και να μιλήσει πρώτος:

 - ‘‘Επιτέλους καλοκαίριασε’’, είπε κοιτώντας ψηλά τον ουρανό. ‘‘Δεν τον μπορούσα τον χειμώνα καθόλου. Αυτό το φως μου ταιριάζει. Δεν είναι πολύ ωραία;’’

 - ‘‘Εμένα το ίδιο μου κάνει’’ αποκρίθηκε εκείνη. ‘‘Όχι ότι δεν μου αρέσει το καλοκαίρι, απλά πιστεύω πως είναι υπερτιμημένο. Άσε που σε κάνει να ξεχνάς τα αληθινά προβλήματα σου πιστεύοντας πως ο ήλιος θα τα λύσει όλα…’’ Σιώπησε για μια στιγμή και μετά συνέχισε: ‘‘Το ξέρω πως περίμενες πώς και πώς το καλοκαίρι... Κάποια πράγματα όσο και να το προσπαθώ δεν μπορώ να τα ξεχάσω... Όχι και εγώ χαίρομαι που ήρθε το καλοκαίρι, το φως αυτό το περίμενα πώς και πώς, όπως ακριβώς και εσύ.’’

 

Μια αμείλικτη συναισθηματική φόρτιση άρχισε να απλώνεται σιγά σιγά στον αέρα. Εκείνος, το ’νιωσε κατευθείαν και κούνησε το δεξί του χέρι σαν κάποιο έντομο να τον ενοχλούσε. Στην πραγματικότητα προσπαθούσε να διαλύσει το πνιχτό κλίμα, να ανανεώσει τον αέρα, να προκαταλάβει τα όσα θα επακολουθούσαν.

 - ‘‘Σε παρακαλώ’’ είπε όσο πιο ήρεμα μπορούσε ‘‘μη μιλάς έτσι. Τι νομίζεις ότι εγώ μπορώ να ξεχάσω, ότι ξεχνώ τόσο εύκολα; Κάποια πράγματα και μένα με υπερβαίνουν. Δεν είναι λίγες οι φορές που η σιωπή, η οποία σε έχει τυλίξει μες το μυαλό μου έρχεται και με χτυπάει με δύναμη, μη αφήνοντας με να ξεχάσω αλλά αντίθετα, πιέζοντας με να μετανιώνω….’’

 

Εκείνη γέλασε ειρωνικά. Το γέλιο της ακούστηκε διαπεραστικό μεσ’ τη γαλήνη του τοπίου. Τα τζιτζίκια λίγο πιο δίπλα φαίνεται πως ενοχλήθηκαν από αυτό το ανάρμοστο γέλιο και σώπασαν για λίγο. Ο ήλιος σα να σφίχτηκε κάπως και μερικές ακτίνες κουλουριάστηκαν στο εσωτερικό του. Εκείνη, όμως, απτόητη από την ταραχή που προκάλεσε γύρω της, γύρισε στο νέο, τον κοίταξε κατάματα και του είπε αυστηρά:

- ‘‘Πραγματικά αναρωτιέμαι αν αυτά που λες τα πιστεύεις κι εσύ ο ίδιος ή τα λες μόνο και μόνο για να μη στενοχωριέμαι’’. Έπειτα, έστρεψε το βλέμμα της στη θάλασσα και σαν να μονολογούσε ψέλλισε: ‘‘Ακόμα και μετά από ένα χρόνο που μετράς νικητής αυτό σε νοιάζει… να μην στενοχωριέμαι. Έχω βαρεθεί να με λυπάσαι!’’

 - ‘‘Δεν σε λυπάμαι, τι ’ναι αυτά που λες, πάντα μου σε θαύμαζα...’’

 - ‘‘Μάθε λοιπόν αυτό’’ είπε και η φωνή της ακούστηκε ακόμα πιο σκληρή, ‘‘δεν στενοχωριέμαι για το κοινό τέλος, στενοχωριέμαι που έχτισες την ακμή σου πάνω στη δική μου παρακμή, πάνω στα δικά μου τα συντρίμμια. Εσύ μεγάλωσες, πατώντας πάνω σε μένα… Πρώτα με συνέθλιψες και μετά με πάτησες. Κι όχι μόνο αυτό αλλά φρόντισες οι χάλκινες πατημασιές σου να διαρκέσουν τόσο ώστε να αφήσουν ανεξίτηλα σημάδια πάνω στη ράχη μου. Να δες’’ έκανε και γύρισε να του δείξει τη πλάτη της.

 - ‘‘Δε βλέπω τίποτα’’ αποκρίθηκε εκείνος. ‘‘Σε μερικά σημεία υπάρχουν βέβαια μερικές σκιές αλλά κατά τ’ άλλα τίποτα το ανεξίτηλο. Η πλάτη σου είναι σχεδόν πεντακάθαρη.’’

 - ‘‘Ξέχασα πως η όραση σου πάντα ήταν μέτρια.’’ του είπε υποτιμητικά. ‘‘Αυτό είναι το κακό με μας τους ανθρώπους: μετά από καιρό ξεχνάμε τα αρνητικά των άλλων. Μας μένουν μόνο τα θετικά, λες και η μοίρα παίζει το τελευταίο τραγικό της παιχνίδι μπερδεύοντας υποκειμενικές αναμνήσεις με πραγματικά γεγονότα, δημιουργώντας έτσι ένα συνονθύλευμα που βολεύει μόνον αυτήν και κανένα άλλον.’’

 

Εκείνος επέλεξε να σωπάσει και να μην δώσει έκταση σ’ αυτήν την υποτιμητική παρατήρηση της. Εξάλλου γνώριζε πως δεν μπορεί να της πηγαίνει εύκολα κόντρα λόγω της ισχυρογνωμοσύνης της. Όταν ήθελε να μιλήσει σκληρά και άγρια, κανείς δεν μπορούσε να τη σταματήσει. Βέβαια, δεν είχε και κάποιο νόημα. Μετά από τόσο καιρό δεν υπήρχε κάτι που να άξιζε την περαιτέρω ανάλυση του θέματος. Η σιωπή ήταν το πιο κατάλληλο μέσο απάντησης.

- ‘‘Δε μιλάς’’ είπε εκείνη και η φωνή της είχε μαλακώσει επικίνδυνα. ‘‘Πρέπει να μιλήσεις, όμως. Δεν μπορούμε πλέον να μένουμε στη σιωπή οι δυο μας. Κάποτε μπορούσαμε... Η σιωπή ήταν σύμβολο της οικειότητας μας. Θα καθόμασταν σ’ αυτό εδώ το σκαλοπάτι ήρεμοι και θα αγναντεύαμε αυτή την απεραντοσύνη της θάλασσας αμίλητοι, χωρίς καθόλου έγνοιες. Όλα λυμένα και τακτοποιημένα. Εγώ θα χα γείρει το κεφάλι μου στον ώμο σου και συ θα χαιρόσουν με το πρόσθετο αυτό βάρος στο σώμα σου. Δε θα λέγαμε τίποτα, το τοπίο θα μας αρκούσε. Τώρα, όμως, πρέπει να μιλάμε γιατί, όλα -θάλασσα, ήλιος, άμμος, κεφάλι, ώμος – είναι απλοί κομπάρσοι. Μίλα, λοιπόν! Μη σωπαίνεις!’’

 

Εκείνος έκανε μια προσπάθεια να μιλήσει, να πει κάτι εποικοδομητικό, κάτι ευχάριστο, κάτι που να ταιριάζει σ αυτό το καλοκαιρινό τοπίο. Η διάθεση του όμως είχε σκοτεινιάσει, ούτε ο ήλιος δεν την έσωζε. Το μόνο που κατάφερε να ψιθυρίσει είναι: ‘‘Δεν έχω να πω τίποτα... Ό,τι ήταν να πω καταστράφηκε εδώ και καιρό. Να ξέρεις όμως πως τα χρόνια δεν σβήνονται, ο χρόνος που φεύγει δεν γυρίζει και όπως αισθάνεσαι εσύ, έτσι αισθάνομαι κι εγώ. Και μην πιστεύεις πως ήκμασα... η παρακμή μπορεί να πάρει πολλές μορφές που να σε ξεγελούν... τη μια μέρα να νιώθεις νικητής και την άλλη να σε εκθρονίζει ο ίδιος σου ο εαυτός... Μην ακούς τίποτα πια!’’

- ‘‘Θυμάσαι;’’ τον ρώτησε εκείνη με φωνή πνιχτή. ‘‘Ή έχεις ξεχάσει; Γιατί εγώ σχεδόν ξέχασα. Μόνο το βλέμμα σου καμιά φορά έρχεται στην επιφάνεια της μνήμης μου και με ταράζει. Αυτό το βλέμμα το τόσο καλοσυνάτο, συμπονετικό και σκούρο, εκείνο που έσταζε αγάπη και που έκανε τα μάτια σου να μικραίνουν και να μοιάζουν με παιδιού. Γι’ αυτό σου μιλώ και δεν σε κοιτώ, γιατί το φοβάμαι αυτό το βλέμμα, δε θέλω να με στοιχειώνει άλλο…’’

 

Εκείνος είχε σκύψει το κεφάλι του τόσο πολύ που σχεδόν είχε βυθιστεί ανάμεσα στα δυο του πόδια που σχημάτιζαν ορθή γωνία πάνω στο σκαλοπάτι. Μάλλον προσπαθούσε να κρύψει το βλέμμα του, να το κάνει να σταματήσει να προκαλεί τόσο κακό σε εκείνη. Έκανα κι εγώ μια προσπάθεια να το δω έστω και λίγο, να καταλάβω περί τίνος πρόκειται αλλά μάταια. Πρέπει να’ χε κλείσει ακόμα και τα μάτια του. Μάλλον και εκείνος το φοβόταν αυτό του το βλέμμα- τον πρόδιδε.

Ο ήλιος είχε αρχίσει να γίνεται εκτυφλωτικός. Οι ακτίνες του χόρευαν από δω και απ’ εκεί γεμάτες σιγουριά και μέθη. Όλα τριγύρω στεκόντουσαν ασάλευτα και πυρωμένα. Η όραση μου είχε αρχίσει να επηρεάζεται από τη κάψα που ανέδιδε η άμμος. Μια στιγμή έκανα να ανοιγοκλείσω τα μάτια μου. Μα όταν τ’ άνοιξα, εκείνος δε βρισκόταν πια στο τρίτο σκαλοπάτι στην αρχή του δρομίσκου που οδηγούσε στη θάλασσα. Γύρισα γρήγορα το βλέμμα μου αριστερά και δεξιά αλλά αυτός άφαντος. Πού μπορεί να είχε πάει; Μα τώρα που το σκεφτόμουν καλύτερα δεν τον θυμάμαι και να έρχεται.

Ξαφνικά μαύρα πελώρια σύννεφα κάλυψαν τον ήλιο. Ο ουρανός μπλάβιασε. Το μαύρο του χρώμα αντικατοπτρίστηκε στο γαλάζιο της θάλασσας, το οποίο σε συνδυασμό με το μαύρο, έδωσε ένα σκούρο μπλε χρώμα. Τα βοτσαλάκια σαν να φοβήθηκαν και κρύφτηκαν ακόμα πιο βαθιά στο βυθό. Η θάλασσα ταραγμένη απ’ αυτή την απροσδόκητη χημεία των χρωμάτων, σήκωσε πελώρια κύματα σαν να προσπαθούσε να διαλύσει αυτό το σκούρο μπλε που τη σκίαζε και δεν της πήγαινε καθόλου. Παγερός, τσουχτερός αέρας άρχισε να φυσάει κι η καυτή άμμος κρύωσε μονομιάς. Η μουσική από το γειτονικό μπαρ δεν ακουγόταν πια και τα τζιτζίκια δεν τραγουδούσαν σαν να είχαν παγώσει από το ξαφνικό κρύο. Μόνο κάτι κοράκια κραύγαζαν πνιχτά και διαπεραστικά, κάνοντας το τοπίο ακόμα πιο σκοτεινό.

Εκείνη, καθόταν ακόμα ασάλευτη στο σκαλοπάτι. Θα πρέπει να κρύωσε γιατί άρχισε να ψαχουλεύει μηχανικά με το αριστερό της χέρι την τσάντα της. Έβγαλε ένα σάλι και το’ ρίξε στους γυμνούς της παγωμένους -από το κρύο- ώμους. Συνέχιζε να μοιάζει απορροφημένη από τις σκέψεις της μέχρι που ο αέρας έριξε το μικρό γυάλινο μπουκάλι με τη λιγοστή λεμονάδα που είχε απομείνει και την ανάγκασε να ξυπνήσει από το λήθαργο των σκέψεων της. Έκανε να σηκωθεί τυλίγοντας ακόμα πιο σφιχτά το μάλλινο σάλι της γύρω από το παγωμένο κορμό της. Κοίταξε γύρω της σαστισμένη, όχι για τις καιρικές συνθήκες, έξαλλου είχε πληροφορηθεί πως αυτός ο χειμώνας θα’ ναι δύσκολος, αλλά για το περίεργο καλοκαιρινό όνειρο, το τελείως ανάρμοστο μέσα σ’ αυτό το χειμερινό τοπίο. Ανέβηκε τα σκαλοπάτια και προχώρησε λίγα μέτρα. Ύστερα, κοντοστάθηκε για μια στιγμή και κοίταξε ψηλά τον μελανιασμένο ουρανό. Οι πρώτες σταγόνες του φετινού χειμώνα άρχιζαν να πέφτουν και να σκάνε πάνω στο παγωμένο της πρόσωπο.

Εγώ έμεινα λίγο ακόμα κοντά στα σκαλοπάτια στην αρχή του δρομίσκου που οδηγούσε στη μανιασμένη θάλασσα. Προσπαθούσα να δω ή να αφουγκραστώ κάτι που να βεβαίωνε πως το καλοκαιρινό όνειρο ήταν αληθινό. Αδύνατο, όμως, ο δυνατός αέρας τα είχε ανακατώσει όλα, είχε μεταφέρει τη μυρωδιά του καλοκαιρινού τοπίου χιλιόμετρα μακριά, κάπου που πράγματι θα ’ταν καλοκαίρι κι όχι χειμώνας.

 

_

γράφει η Μαρία Κορομηλά

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Ημερολόγιο 2018 – Πρόσκληση

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!