knife

Κράτησα το μαχαίρι σφιχτά.

Προχώρησα με βήματα σιγανά. Έφτασα πίσω της έχοντας κόψει την ανάσα μου. Στο ράδιο έπαιζε ένα μονότονο τραγούδι. Δεν το ήξερα μα το μισούσα. Μπορεί και κάποτε να το ήξερα. Μα τώρα δε το θυμόμουν. Αηδία.

Σήκωσα το χέρι ψηλά.

Ήμουν σχεδόν έτοιμη. Τότε σηκώθηκε και δυνάμωσε το ράδιο. Λες και το ήξερε. Λες και ήθελε να σωθεί. Πλησίασα με αθόρυβα βήματα πάλι κοντά της. Σήκωσα πιο αποφασιστικά το χέρι μου και ακόμα πιο ψηλά. Να πάρω μεγαλύτερη φόρα. Μια κι έξω, σκέφτηκα. Να τελειώνουμε γρήγορα. Σαν πήγαινα να το ρίξω πάνω της, το είδα να μικραίνει. Όλο μου το χέρι έγινε όσο μια παλάμη. Μια σπιθαμή χεράκι. Αφράτο τσαλακωμένο ρόδινο. Φρέσκο.

Σωριάστηκα στο πάτωμα.

Τα ρούχα μου πέσανε στο πάτωμα. Γυμνή. Ανήμπορη. Θέλησα να ουρλιάξω να της φωνάξω. Μα αντί για αυτό ένα κλάμα μωρού βγήκε από το στόμα μου. Την είδα να γυρίζει. Με κοίταξε με απέχθεια. «Πάλι κλαις; Σταμάτα πια να κλαις!». Με πήρε στα χέρια της και με κούναγε απότομα. «Σταμάτα σταμάτα! Θα με τρελάνεις!».

Τότε ξύπνησα.

Πάλι ιδρωμένη. Πάλι ίδιο τρέμουλο. Πάλι όλα. Στο ράδιο έπαιζε το ίδιο τραγούδι. Έβαλα τα κλάματα ασυναίσθητα. Από εκείνα τα ωραία, τα γεμάτα. Με ουρλιαχτά και δαγκώματα και χέρια να αγκυλώνουν τα σεντόνια. Από όλα. Με πάθος. Με οργή. Με λύπηση. Πιο πολύ με λύπηση. Κι ύστερα με χαστούκισα δυνατά. Μα δεν πόνεσα. Πονούσα πιο πριν. Τώρα δεν ένιωθα. Τώρα εκτελούσα. Τώρα με εκτελούσα. «Σταμάτα πια ρε βλαμμένο να κλαις!» μου πρόσταξα.

Και ναι, σταμάτησα να κλαίω...

 

_

γράφει η Alma Libre

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!