Select Page

Στη σκοτεινή πλευρά του ήλιου, του Ευστάθιου Γαϊτανίδη

Στη σκοτεινή πλευρά του ήλιου, του Ευστάθιου Γαϊτανίδη

 

 

Πλέουμε εδώ και μέρες στα ανοιχτά της θάλασσας, με τα φουγάρα μας σβηστά. Το τέρμα μας φαίνεται ατελείωτο, η διαδρομή μας γεμάτη από το αίμα και τη σάρκα μας. Το σαπιοκάραβό μας είναι έτοιμο να βουλιάξει, δεν αντέχει πια ούτε αυτό και πλέει τώρα σχεδόν ακυβέρνητο. Μένουμε όμως όλοι επάνω του, πάνω στο κουφάρι του. Διψασμένοι, πεινασμένοι, αλλά το κυριότερο χωρίς ελπίδα. Στοιβαγμένοι ασφυκτικά, περιμένουμε να δεχτούμε την κάθε ταπείνωση για λίγη ζωή, λίγη ζωή…

Ο παγερός ήλιος από πάνω μας δεν φτάνει, μένουμε ο ένας κοντά στον άλλο, προσπαθώντας να ζεσταθούμε. Οι στερήσεις του ταξιδιού μας είναι μεγάλες. Η μάνα με κοιτάζει όρθια ακόμη, περήφανη. Δίπλα μας οι άνθρωποι πεθαίνουν από την εξάντληση. Αυτή αναπολεί πάλι το σπιτικό μας, την προηγούμενη ζωή μας, πριν να έρθει ο πόλεμος, πριν έρθουν από το πουθενά οι έξυπνες βόμβες και το ρίξουν στο κεφάλι μας. Αναπολεί την παλιά ζωή και όσα άφησε πίσω της. Είναι μια μάνα που έχει χάσει τα μισά παιδιά της που έχει χάσει τον μισό εαυτό της, όπως λέει πάντα.

Γνωρίσαμε τη φρίκη του πολέμου από πολύ κοντά, τα δυο μεγαλύτερα αδέρφια μου σκοτώθηκαν στον εμφύλιο που ακολούθησε αμέσως μετά τους βαρβαρισμούς από τους ξένους λαούς στην πατρίδα μου. Μετά τους πανηγυρισμούς, περάσαμε γρήγορα στα δεινά. Η όποια κοινωνική ενότητα διαλύθηκε, οι όποιοι θεσμοί έπαψαν να λειτουργούν. Ο θρησκευτικός φανατισμός που ακολούθησε, μετέτρεψε γρήγορα τη χώρα μου σ’ ένα ατελείωτο πεδίο μάχης που περιλάμβανε τα πάντα: Στρατόπεδα συγκέντρωσης, βομβαρδισμούς, φασισμούς, περιπλανήσεις, προσφυγιά. Δεν υπήρχε πια καμιά ανοχή σε όσους είχαν διαφορετικές πολιτικές και θρησκευτικές πεποιθήσεις, έπρεπε να πεθάνουν. Ο σεβασμός για τον συνάνθρωπο έχασε κάθε σημασία, ο σεβασμός στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια απλά έπαψε να υπάρχει. Πώς να ζήσεις σε μια τέτοια χώρα; Παράφρονες δήμιοι κυκλοφορούσαν στις πόλεις μας, στα χωριά μας, θέλοντας να επιβάλουν τα δικά τους πιστεύω. Ναι, έτσι έγιναν όλα, επιτέθηκαν οι ξένοι να μας σώσουν και έφυγαν, μας εγκατέλειψαν στην μοίρα μας. Η σταυροφορία τους είχε ημερομηνία λήξης και το μετά, δυστυχώς για εμάς δεν τους ενδιέφερε. Έκαναν τον πόλεμό τους, εξυπηρέτησαν τα δικά τους συμφέροντα και μας εξώθησαν στην προσφυγιά. Ένα σωρό άνθρωποι αναγκαστήκαμε να φύγουμε να κατευθυνθούμε στο άγνωστο. Αλλά αν είχαμε το δικαίωμα επιλογής, θα θέλαμε να παραμείνουμε όλοι στην πατρίδα μας, στον τόπο μας. Ναι, τώρα ταξιδεύουμε στο άγνωστο, εντελώς αδύναμοι, αποκαρδιωμένοι. Πάμε σε ξένους τόπους, προσπαθούμε να βγούμε από τη σκοτεινή πλευρά του ήλιου από το σκοτάδι του πολέμου. Όλοι μας άνθρωποι κυνηγημένοι από τις ίδιες τους τις χώρες, από τις ίδιες τους τις πατρίδες, αναζητούμε μια καλύτερη ζωή που ίσως τελικά να μην έρθει. Μας χαρακτηρίζει η αβεβαιότητα, από τη σιγουρεμένη ασφαλή ζωή μας, περάσαμε γρήγορα στον διαρκή φόβο, στην ανασφάλεια, στην σκληρή προσφυγιά. Αναζητούμε έναν νέο λαό να μας δεχτεί που θα έχει λίγο χώρο και για εμάς. Αλλά ποιος μπορεί να θέλει έναν πρόσφυγα;

Ο πατέρας μου κάποτε ήταν ένας γεροδεμένος άνδρας, τώρα οι ώμοι του, το πρόσωπό του, δείχνουν αδυνατισμένα. Όλο το κορμί του παραμορφώθηκε, σκέβρωσε μέσα σε λίγους μήνες. Η μικρή αδερφή μου στέκεται δίπλα μου, αυτή είναι η πιο άτυχη, γιατί γνώρισε μόνο κακουχίες, τα μάτια της δεν αντίκρισαν ποτέ την ειρήνη. Μερικές στιγμές της μόνο γεύτηκε, δεν έζησε ποτέ μια κανονική, συνηθισμένη ζωή. Δεν έζησε όπως εγώ μια ευτυχισμένη, χαϊδεμένη παιδική ηλικία. Κρατάει στα χέρια της ένα σχολικό βιβλίο, το σφίγγει πάνω της με λαχτάρα και δεν το αφήνει ποτέ. Στην αρχή του ταξιδιού μας, το πρόσωπό της είχε μια έκφραση προσδοκίας, τώρα υπάρχει μόνο η έκφραση του φόβου και ένα μόνιμο ζωγραφισμένο γιατί; Νιώθουμε ανίκανοι να της εξηγήσουμε.

Ένα μεγάλο πλοίο μόλις τώρα μας προσπερνά. Οι ικετευτικές μας φωνές δείχνουν να μην το συγκινούν. Πέρασε αδιάφορα, έφυγε. Οι ζωές όλων μας εξαντλούνται περισσότερο με τη φυγή του.

Κρατώ το χέρι της μητέρας μου και ξαφνικά το νιώθω κρύο, τόσο κρύο που παγώνει και το δικό μου σώμα, τόσο κρύο που παγώνει τη ψυχή μου για πάντα. Έφυγε και αυτή, μας άφησε όρθια και περήφανη, με μια αξιοπρέπεια που έφτανε έως τον θάνατο. Έπρεπε να την πετάξουμε τώρα στην θάλασσα, έπρεπε να την αποχωριστούμε για πάντα. Με χέρια που τα κινούσε η απελπισία το κάναμε και ας μην είχαμε δύναμη. Τη ρίξαμε όσο πιο απαλά μπορούσαμε και σε λίγο την παρέσυρε ο άνεμος. Το άψυχο κορμί, πρόβαλε για λίγο ακόμη μέσα από το νερό και γρήγορα έγινε αθέατο στα μάτια μας. Δεν έκλαψα, δεν μπορούσα να βγάλω τον πόνο μου. Νιώθω πολύ κουρασμένος, τρομαγμένος, απογοητευμένος. Το μόνο που με παρηγορεί είναι πως δεν την ένοιαζε η καινούρια αρχή, ποτέ της δεν τη λαχταρούσε στα αλήθεια. Το παρελθόν ήταν σημαντικό γι’ αυτήν, δεν την ένοιαζε πια το μέλλον. Μείναμε αμίλητοι για ώρα, ο πατέρας κρύβει το πρόσωπό του μέσα στα δυο του χέρια. Δεν μπορεί να μας αντικρίσει.

Διαδόθηκε η είδηση πως σε λίγες ώρες φτάνουμε σε κάποια ακτή, σε μια καινούρια γη. Πώς να μας δεχτούνε άραγε; Πώς να υποδεχτούνε ανθρώπους με άλλα ήθη και έθιμα πού θα συμπεριφέρονται μ’ ένα εντελώς διαφορετικό τρόπο. Όπου κι αν πάμε τελικά θα μας αισθάνονται σαν απειλή στα κεκτημένα τους και θα έχουν δίκιο. Τους καταλαβαίνω, τους καταλαβαίνω.

Άραγε θα καταφέρουμε να αφήσουμε πίσω μας τη σκοτεινή πλευρά του ήλιου;

 

_

γράφει ο Ευστάθιος Γαϊτανίδης

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

3 Σχόλια

  1. Παλιογιαννη Ελένη

    πολύ αληθινό.

    Απάντηση
  2. Μάχη Τζουγανάκη

    Ο τίτλος σπουδής σας…χρειάζεται τίτλο τιμής..
    Χαίρομαι πάντα όταν βλέπω ανθρώπους που σκέφτονται ανθρώπους χωρίς να στέκει τίποτε άλλο ενδιάμεσα…που να λερώνει το πιο απλό πράγμα του κόσμου…

    Απάντηση
  3. OlympiaG

    Αν και είμαι ξενόφοβη, παραταύτα το διήγημα μου άρεσε πολύ.

    Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Κερδίστε τα!

Ημερολόγιο 2018

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!