Κοιτάζω μέσα μου.

Βλέπω το νερό.

Η βροχή κατεβαίνει από το ταβάνι και θρονιάζεται στον καναπέ.

Τρέχει από τις χαραμάδες του τοίχου και απλώνεται βασιλικά στο χαλί.

Κατεβαίνει με μουσικές νότες τα πέντε σκαλοπάτια χοροπηδώντας και μπαίνει στο υπόγειο.

Σαν στο σπίτι της.

Γνωρίζει όλα τα κατατόπια. Είναι συχνός επισκέπτης η βροχή.

Η μουσική μελαγχολία μου. Σαν τόνος λησμονημένου ρομαντισμού.

Το δικό μου adagio…

Βιολί. Την είχαμε βαφτίσει Βιολί.

Και ήταν πιάνο, το θυμάσαι;

 

Άραγε τι να θυμάσαι…

Τα μάτια μου στην ομίχλη μέσα να σου φέγγουν. Θυμάσαι;

 

Σαν το κόκκινο κρυφής γωνιάς. Με γραμμές πολλές. Σημάδια μελανά.

Αυλακιές λασπωμένες. Βαθιές. Σαν λακκούβες σε βρεγμένο χώμα.

 

Άμαξας σκουριασμένοι τροχοί στα μάτια μου.

Γερασμένα τ’ άλογα σκυφτά κι ακίνητα…

 

Και όμως.

Απόψε. Σε είδα στο παράθυρο ξανά.

Η μορφή σου στάλες νερό. Μια υδατογραφία.

 

Εξαϋλώθηκαν στην πρώτη αστραπή οι φθόγγοι της σιωπής σου.

Η γραμμή η τεθλασμένη της ανάμνησης διακόπτεται στον ενεστώτα

σαν ανοιγοκλείνει τα βλέφαρα το ένστικτο.

Και συνεχίζει σε άλλη τροχιά η μνήμη…

 

Ανάγλυφες οι μπόρες που περάσαν απ’ τα μάτια μου.

Κοιμάται τώρα κουρασμένη η βροχή εντός…

 

Όχι. Δεν έχει χρώμα ο λόγος της σιωπής σου. Αόρατος σέρνεται.

Σπάζει τον καθρέφτη με μιαν ανάσα.

Στα θρύψαλα πολλαπλασιάζεται…

Όχι.

Δε με θυμάσαι…

Εκείνη η θηλυκή φωνή τόσο μονότονα μου λέει –

 

Χτες ήμουν μια βροχή κι απόψε είμαι καταιγίδα. Μπόρα καλοκαιρινή.

Ώσπου.

Σε είδα να στέκεις στο άδειο παράθυρο ξανά.

Η μορφή σου στάλες από νερό. Μια υδατογραφία.

 

Ποιο ειν’ επιτέλους τ’ όνομά σου;…”

_

γράφει η   Χριστίνα Θέμα