Σ’ αγαπώ, μην αργήσεις

21.05.2020

Έκανε δυο βήματα και σταμάτησε. Κοίταξε γύρω του. Άγνωστο μέρος. Πού βρίσκεται; Οι δρόμοι σκοτεινοί και ξένοι. Τίποτα γνώριμο. Η καρδιά του χτυπούσε δυνατά. Έβγαλε απ’ την τσέπη του ένα σημείωμα «Σ’ αγαπώ, μην αργήσεις». Κρύος ιδρώτας τον έλουσε. Κοίταξε ψηλά, τα σύννεφα είχαν πυκνώσει. Ένα γεράκι πετούσε αγέρωχο. «Πόσο θα ‘ θελα να ‘χα φτερά να πετάω» μια γυναικεία φωνή αντηχεί στο κεφάλι. Απλώνει τις παλάμες του μπροστά στα μάτια. Ρυτιδιασμένες και ταλαιπωρημένες. Προχωράει ως την άκρη του δρόμου και κοιτάζει μέχρι εκεί που φτάνει το μάτι του. Ερημιά. Κανείς δεν κυκλοφορεί. Τα μαγαζιά κλειστά. Δυο σκουλήκια στο έδαφος σχηματίζουν μια καρδιά. «Αν κάποια μέρα ψάξεις να με βρεις, θα με βρεις στην καρδιά» στίχοι αναδύονται στο μυαλό του και σιγομουρμουρίζει μια άγνωστη μελωδία. Ο ιδρώτας στάζει στο λαιμό του. Ένα μούδιασμα νιώθει σε όλο του το κορμί. Συνεχίζει να τραγουδάει από μέσα του. Τα πόδια του έχουν καρφωθεί στο έδαφος και κοιτάζει στο κενό με ολάνοιχτα μάτια. «Σ’ αγαπώ, μην αργήσεις» ακούει και πάλι τη φωνή στα ηχεία του μυαλού του. Τα πόδια του αρχίζουν να κινούνται. Περίεργα. Ρυθμικά. Χορεύει ταγκό στη μέση του δρόμου. Ένα, δύο-τρία, ένα, δύο-τρία. Χορεύει πιο ζωηρά, γελάει. Μια απίστευτη χαρά τον πλημμυρίζει. Η καρδιά του χτυπάει σαν τρελή. Ακούει τους χτύπους της. Σαν κάτι να φωνάζουν. Τακ-τακ, τακ-τακ, Αν-να, Αν-να. Φωνάζει δυνατά κι η φωνή του γίνεται κραυγή, σπαρακτική, αντηχεί σε όλη την πλάση «Άννα». 

Κανείς δεν τον ακούει. Μόνο μια γάτα έρχεται και τρίβεται ναζιάρικα στα πόδια του κι ύστερα τον κοιτάζει κατάματα. Αυτή η ματιά! Στις οθόνες του μυαλού του προβάλλεται ένα ζευγάρι μάτια, που τον κοιτάζει έντονα. Είναι τόσο λαμπερά! Σαν αστέρια τον οδηγούν. Τεντώνει τα χέρια μπροστά και προχωρά σαν τυφλός. Σαν υπνωτισμένος περπατά, διασχίζοντας τους μεγάλους δρόμους και τα στενά σοκάκια. «Έρχομαι αγάπη μου» ψελλίζει. Ξάφνου οι δρόμοι γεμίσανε κόσμο κι η βουή των αυτοκινήτων διαπέρασε τα αυτιά του. Η πόλη έχει πάρει ζωή. Ο ήλιος βγήκε από τα σύννεφα και σκορπίζει το φως του. Μια γοητευτική, ηλικιωμένη γυναίκα ορμάει στην αγκαλιά του. «Αγάπη μου! Δεν έπρεπε να σ’ αφήσω μόνο». Εκείνος την κοιτάζει σαστισμένος. Βγάζει από την τσέπη του ένα κουτάκι και της το δίνει. «Τα κατάφερα Αννούλα μου, σου πήρα το δωράκι σου» της λέει, μα δε θυμάται γιατί της το πήρε. Εκείνη συγκινημένη τον πιάνει από το χέρι και τον οδηγεί στο σπίτι, μακριά από τα αδιάκριτα βλέμματα.

«Θυμήθηκες την επέτειό μας;» του λέει δακρυσμένη. Εκείνος την κοιτάζει με απορία. «Ανησύχησα πολύ Αντώνη μου, δεν έπρεπε να βγεις μόνος σου». «Μα πήρα τον χάρτη μαζί μου» της λέει και της δίνει το σημείωμα από την τσέπη, που είχε γράψει εκείνη, πριν σαράντα έξι χρόνια, όταν έφευγε για το μέτωπο. «Με αυτά τα λόγια φυλαχτό, πάντα επέστρεφα στο σπίτι». Η Άννα τον αγκάλιασε σφιχτά και του είπε «Σ’ αγαπώ» με όλη τη δύναμη της ψυχής της κι εκείνος ένιωσε αγαλλίαση μέσα στα δυο της χέρια και μια γλύκα στην καρδιά.

 

_

γράφει η Ράνια Σιαμορέλη

Ακολουθήστε μας!

Οδηγός ιστοσελίδας

Οι προσφορές των εφημερίδων

Αρχείο

Διαβάστε κι αυτά

Ζωτικό ειδύλλιο

Ζωτικό ειδύλλιο

-Αυτό είναι δικό σας, είπε ο πωλητής μ’ ένα πλατύ χαμόγελο που αποκάλυψε τη λευκή οδοντοστοιχία του, δίνοντας στο Σταμάτη το κλειδί του αυτοκινήτου. Εκείνος το περιεργάστηκε στη χούφτα του με δέος, σα να κρατούσε το άγιο δισκοπότηρο. Κάθισε στη θέση του οδηγού και...

Στον καφενέ της μικρής πλατείας

Στον καφενέ της μικρής πλατείας

Ο Τάσος, ο καφετζής, έφτασε όπως πάντα στην ώρα του, ν’ ανοίξει αχάραγα τον καφενέ, που βρισκόταν σε μια γωνιά της μικρής πλατείας. Ήδη απ’ έξω ήσαν καθισμένοι, να τον προσμένουν, τα πρώτα μαστόρια, που είχαν για πιάτσα το μαγαζί. -Καλημέρα. Πρωινοί, πρωινοί, βλέπω....

Πέρσα – Στέφανος

Πέρσα – Στέφανος

Όταν γνώρισα την Πέρσα ήμουνα πολύ νέος, ίσως πολύ νεώτερος απ’ αυτήν, αλλά με τις γυναίκες ποτέ δεν ξέρεις. Μόλις είχα τελειώσει τις Πανεπιστημιακές μου σπουδές και μιας και δεν γινόταν καν λόγος για μεταπτυχιακές στο εξωτερικό, λόγω οικονομικής αδυναμίας, (σημ. στην...

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβολή σχολίου