Υπάρχει ένα μικρό μέρος, νοτιοδυτικά του χάρτη, που στο νου και την καρδιά μου έχει αφήσει σαν πολύχρωμο αποτύπωμα την ανάσα του καλοκαιριού, της ανεμελιάς και της ελευθερίας. Είμαι σίγουρη, πως σε αυτές τις τρεις λέξεις οφείλει την ονομασία του - Συντριάδα[1] - κι ας λένε ό,τι θέλουν τα βιβλία της Γεωγραφίας.

Σαν χθες, θυμάμαι την κάθε μέρα ν’ ακολουθεί με ευλάβεια ένα δικό της τελετουργικό. Στο ζεστό χρώμα του λυκαυγούς, το λάλημα του πετεινού, το βέλασμα των μαρτινιών[2] και η μυρωδιά του ψωμιού που φούσκωνε στο ξυλόφουρνο, έμοιαζαν με το γλυκό συναπάντημα μιας συν-τριάδας, που συνωμοτούσε για ένα ευχάριστο πρωινό ξύπνημα. Το πούσι που υποχωρούσε στις πρώτες ηλιαχτίδες, άφηνε τα χρώματα των φρούτων και λαχανικών να προβάλλουν σαν ουράνιο τόξο στον καρπερό τον κάμπο. Πολύ πρωί κι εμείς τα παιδιά, ένα πολύβουο μελίσσι διψασμένο για τη γύρη του παιχνιδιού, απλωνόμαστε σε όλη την περιοχή και η εύφορη πεδιάδα με τα καρπούζια, τα αμπέλια και τα ψιλόλιγνα αραποσίτια, μετατρεπόταν σε στρατηγείο μας, για να καταστρώνουμε σχέδια, για όποια σκανταλιά έβανε ο νους μας.

Αχάραγα ακόμη σηκωνόταν κι ο παππούς για να αρμέξει τα ζωντανά, ενώ η θύμηση της ψιλόλιγνης φιγούρας της γιαγιάς, που στεκόταν στη μέση της αυλής με την μπροστέλα γεμάτη αραποσίτι, αναβλύζει τρυφερότητα. Πουυοοολ… πουλ…πουλ… φώναζε με ρυθμικό, αγαπησιάρικο τρόπο και πετούσε με ημικυκλική απλοχεριά τα σπυριά σε κότες και παπιά. Κι εκείνα τα ζωντανά μαζεύονταν γύρω της, σαν τα παιδιά γύρω απ’ τη μάνα ! Ύστερα έπαιρνε την τσατάλα[3] και κινούσε κατά τις συκιές…

Τα καλοκαιριάτικα γεύματα, κάτω απ’ το πυκνό φύλλωμα μιας μεγάλης μουριάς και με μουσική υπόκρουση το βιολί του τζίτζικα, ήταν για μένα το πρώτο αντάμωμα με τη γενναιοδωρία της φύσης, ενώ η συμφωνική ορχήστρα των σφαρδακλιών[4] που άφηναν τις νότες να ξεφύγουν μέσα από τα κανελέτα[5], γινόταν κάλεσμα σε παιχνίδι. Αφήναμε τους μεγάλους να κοιμηθούν και αφού ξεχνούσαμε την αηδία που μας προκαλούσε το γλιτσερό τους σώμα, τα πιάναμε και τ’ αφήναμε στις αυλές των σπιτιών να τρέχουν και να χαλάνε τον κόσμο απ’ τα κοάσματά τους.

Τα βράδια, την ώρα που το λιόγερμα έβαφε πένθιμα τον ουρανό, άλλη μια συν-τριάδα άνοιγε την αυλαία της κάτω από το σύθαμπο. Το μονοφώνι του τριζονιού συναντούσε το άρωμα των καλαμποκιών που ψήνονταν στη θράκα αλλά και τη γλυκιά γεύση απ’ τα χαμόγελα του παππού και της γιαγιάς σαν έβλεπαν παιδιά κι αγγόνια να είναι μαζεμένα τριγύρω τους.

Πάνε χρόνια από τότε… Τα σημάδια στα γόνατα, από τις γρατζουνιές και τα ράμματα, κρατάνε στη μνήμη ζωντανά τα παιδικά καλοκαίρια, που τα ζήσαμε όπως αξίζει να τα ζει κάθε παιδί. Από τότε, καθετί έχει τη γεύση εκείνων των καλοκαιριών. Μια φέτα καρπούζι τη δροσιά της ανεμελιάς, ένα τσαμπί σταφύλι την ομορφιά της απλότητας και τα γυμνά κότσαλα από τα αραποσίτια, τις παρέες που ο χρόνος τις ξεσπίνισε[6]…

 

_

γράφει η Χριστίνα Σουλελέ

 

_____

1 Συντριάδα: Οικισμός στον Πύργο της Ηλείας, εκεί πού βρίσκεται το νοσοκομείο.

2 Μαρτίνια: Τα λιγοστά πρόβατα που είχαν οι άνθρωποι στα σπίτια τους.

3 Τσατάλα: Καλάμι που στη μια άκρη έχει διχάλα για το κατέβασμα των ψηλών κλαδιών.

4 Σφαρδάκλια: Βατράχια

5 Κανελέτα: Τσιμεντένια κανάλια που μεταφέρουν νερό για το πότισμα των χωραφιών.

6 Ξεσπινίζω: ξεσπυρίζω

 

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!