Τα κύμβαλα της Γερονήσου

28.09.2016

 

Με πόδια και χέρια κομμένα κολύμπησα από το απέναντι του Γεωργίου ξωκλήσι
στη Γερόνησο, που αφημένη, ακόμη, στις ανασκαφές
κρύβει τα ιερά των ειδωλολατρών τάματα βαθιά στα σπλάχνα της.
Υπήρχε κάποτε ξωκλήσι λένε εδώ.
Κτίστηκε τότε που ο Απόλλωνας μετοίκησε για πάντα στο άρμα του Φαέθωνα.
Ήρθαν οι ξένοι και φύτεψαν τον Άγιο του μαρτυρίου Σταυρό.
Ένας του Διονύσου ταύρος κουβαλούσε τις πέτρες αναμένοντας κι αυτός
το χυμένο δικό του αίμα.
Δεν είχα χέρια ούτε κερί να ανάψω, μα ούτε και κόλυβα να σκορπίσω
για του Απόλλωνα τους ιερωμένους.
Βράχια που έκοβαν σαν λεπίδα, όπως τα ανθρώπινα λόγια,
πετσόκοψαν τις ακρωτηριασμένες φτέρνες μου.
Είδα τις πέτρες, τα αλμυρά βράχια με τους αφρούς της επιληψίας των λησμονημένων άστρων
να βαφτίζονται στη θάλασσα που χωνόταν μέσα μου
για να ξεπλύνει τη ζωή που απέμεινε.
Έψαξα για τη λύρα, για τα κύμβαλα που έκρουαν κάθε βράδυ.
Τι ενοχλητικά τα κύμβαλα. Πόσο μας έχουν κουράσει.
Κάθε βράδυ τα ίδια και τα ίδια.
Ξάγρυπνοι να κοιτάμε τους Αποστόλους να κολυμπάνε από τη Γερόνησο
στης Αφροδίτης το βράχο με τους φαλλούς τους ευνουχισμένους
από των Ιουδαίων την κατάρα που φώλιασε στη νήσο μας.
Κι από το ξωκλήσι του Αγίου να κοιτάμε τον αιλουροειδή Θεό
να συνοδεύει άδοντας τους χειρώνακτες κωπηλάτες που πυρπόλησαν τη Βηθλεέμ
καθώς αυτοί κυνηγάνε τη σάρκα της πόρνης του Ευαγγελίου
που πλάνεψε τον Ιωάννη στον ιερό βράχο.
Κανένας δεν τον προστάτεψε Παχώμιος.
Αυτός φονεύθηκε από της Άρτεμης τα βέλη
ένα βράδυ που κυνηγούσε τις θηλυκές νυχτερίδες
έχοντας τα αυτιά του κλειστά στους συριγμούς του σκότους.

Τι ενοχλητικά που είναι τα κύμβαλα.
Γιατί δεν σταματάνε; Καθρεφτίζουν στους ήχους τους τόση θλίψη.
Τι ωραία που θα ήταν η δωδέκατη της νύχτας ώρα αν έπαυαν να ακούγονται.
Κι εμείς όλοι παραδομένοι στον στείρο ύπνο θα πεθαίναμε μια ώρα αρχύτερα.

Κανείς τους, όμως, δεν ξέρει ότι τα κύμβαλα αυτά
τα δικά μου συνοδεύουν βήματα εδώ σε τούτην την ξεχασμένη ιερή νήσο.
Λεπρός καθώς είμαι αφέθηκα στο ιερό του Απόλλωνα γιατρειά να βρω
απ’ αυτήν την κατάρα που τρώει τα πετσιά μου.
Δεν μπορούσα στου Ασκληπιού να μεταβώ τη νήσο.
Τα τάλαντά μου μέχρι τη Γερόνησο έφταναν.
Δεν είχα πόδια αλλά ακολούθησα τα κύμβαλα,
όταν χαράματα τάραζαν τον ισχνό ύπνο μου
και τρόμαζαν τον Μορφέα.
Μα εγώ τον αδελφό του, τον Θάνατο, αγαπούσα.
Μαζί του ήθελα στο χώμα να πλαγιάσω.
Αυτόν μού φύτεψαν στην ψυχή τότε που είδα το φως της καλοκαιρινής μεσημβρίας.
Από το πόδι μια μαία με κράτησε ψηλά
και με μια αιχμηρή φαλτσέτα μού ξεκοίλιασε τα όνειρα.
Σύρθηκα στο ερειπωμένο ιερό.
Δεν ξέρω αν του Απόλλωνα ήταν ή σε κάποιο της Ιουδαίας Άγιο αφιερωμένο κι αυτό.

Ανάμεσα στις σιωπηλές πέτρες που κουβάλησε η θάλασσα
είδα ένα παιδί να αφαιρεί από τα κόκκαλα το άτριχο δέρμα του.
Λεπρό κι αυτό δεν ξέρω.
Είναι λένε η Γερόνησος των λεπρών ο τόπος.
Πάνω στα βράχια της δέρματα των ανθρώπων θα βρεις πολλά.
Μόνο τα όνειρα έχουν φύγει για τον Άδη.
Σαν τα κοράκια κρώζουν από το χωμάτινο ουρανό που κρύβουν τα έγκατα της γης.
Μα, όμως, ετούτο το παιδί εγώ το ήξερα.
Συνήθιζε να αγκαλιάζει τους κύνες και τις γάτες.
Να μιλάει με ερπετά και ποικιλόχρωμες όρνιθες.
Μα κάθε που άκουγε ανθρώπου φωνή κρυβόταν στη Γερόνησο
και ξεπέτσιαζε τη σάρκα του.
Ιερωμένοι του μίλησαν για έναν άλλο κόσμο
για ένα του Μίδα κλουβί.
Το χρυσάφι του είπαν θα σε γιατρέψει, θα κλείσει τις πληγές
που σαν ψάρι σε κάνουν να τινάζεσαι όταν κλείνεις τα βλέφαρα.
Μια ανάσα μακριά του εγώ, και οι λεπρές του πληγές
βρωμάνε χολή και ξίδι.
Την ίδια χολή και το ίδιο ξίδι που πότισαν τον Σατανά
τότε που σταυρώθηκε στη σελήνη
με τα ανοιχτά του χέρια να αγκαλιάζουν ολάκερη την οικουμένη.

Μη φοβάσαι. Δώσε μου το χέρι σου.
Μαζί θα κουβαλήσουμε τα σαρκία μας σε άλλη γη.
Μακριά από την καταραμένη αυτή Γερόνησο.
Το δέρμα σου κράτα σφικτά επάνω στη σάρκα.
Ο χειμώνας είναι μακρύς εκεί κάτω.
Τα καζάνια των Ιουδαίων δεν έχουν πίσσα.
Μόνο παγωμένη μια γη προσμένει όλους εμάς που οι αμαρτίες που κουβαλάμε
στο μαρτύριο του Σίσυφου που μας όρισαν
κονιορτοποιούν τη ζωή που χάσαμε.
Μη φοβάσαι. Δώσε μου το χέρι σου.
Δεν μπορώ να σε γιατρέψω, το ξέρω.
Αλλά μπορώ στον μακρύ του Άδη δρόμο
μέχρι τέλους να σε συντροφέψω.

-

γράφει ο Αντρέας Πολυκάρπου

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Ακολουθήστε μας

Βερούκης

Βερούκης

ΒΕΡΟΥΚΗΣ Ο μάστορας Βερούκης, συνεργείο ονομαστό,  μόνος ήρθε απ’ το χωριό, 17 στα 18, έφτυσε αίμα, να το ανοίξει, δούλευε σαν το σκυλί, μα η ζωή καλή μαζί του, έγινε κάποιος και αυτός, έχει πια 6 υπαλλήλους, χρειάζεται και έβδομο, του προτείνανε παιδί, πατριώτη, απ’...

πλάκες – συγγράμματα

πλάκες – συγγράμματα

  Στην ακατάστατη μάντρα των αζήτητων αναμνήσεων θα βρεις τις πλάκες με τα συγγράμματα, τα ρητά  που ανακατεμένα πια δε βγάζουν νόημα. Μόνο σε μπερδεύουν, το μηδέν και το άγαν, το τίποτα με το άπαν, η δόξα συναντά τη λόξα και οι προσευχές τις κατάρες. Τα ονόματα...

Στην ερημιά της ελπίδας

Στην ερημιά της ελπίδας

Η μέρα τελειώνει, το φως χαμηλώνει η δύση αρπάζει φωτιά και ματώνει ο ήλιος βαθιά στον ορίζοντα γέρνει στην μοναξιά της ελπίδας μια αχτίδα του στέλνει   Η νύχτα που φέρνει μια μπόρα θυμώνει η αγάπη μονάχη στο κρύο παγώνει της βροχής οι ριπές αντηχούν στο περβάζι...

Οι μικροί γαλαξίες – Νικηφόρος Βρεττάκος

Οι μικροί γαλαξίες – Νικηφόρος Βρεττάκος

γράφει η Άντια Αδαμίδου - Οι μικροί γαλαξίες Του Νικηφόρου Βρεττάκου Πᾶνε κι ἔρχονται οἱ ἄνθρωποι πάνω στὴ γῆ. Σταματᾶνε γιὰ λίγο, στέκονται ὁ ἕνας ἀντίκρυ στὸν ἄλλο, μιλοῦν μεταξύ τους. Ἔπειτα φεύγουν, διασταυρώνονται, μοιάζουν σὰν πέτρες ποὺ βλέπονται. Ὅμως, ἐσύ, δὲ...

Απογραφή

Απογραφή

Απόψε είχαμε απογραφή. Με επισκέφθηκαν όλες μου απελπισίες μαζεμένες.  Εγώ δεν είχα ιδέα – ποτέ δεν με ενημέρωσε καμία πριν έρθει. Με έπιασαν απροετοίμαστο. Πώς επισκέπτεσαι τον άλλο τέτοια ώρα κυρά μου; Είχα τροχιοδρομήσει να ζήσω μια ευτυχία – στον ύπνο μου....

Διαβάστε κι αυτά

Απογραφή

Απογραφή

Απόψε είχαμε απογραφή. Με επισκέφθηκαν όλες μου απελπισίες μαζεμένες.  Εγώ δεν είχα ιδέα – ποτέ δεν με ενημέρωσε καμία πριν έρθει. Με έπιασαν απροετοίμαστο. Πώς επισκέπτεσαι τον άλλο τέτοια ώρα κυρά μου; Είχα τροχιοδρομήσει να ζήσω μια ευτυχία – στον ύπνο μου....

Ρότα τ’ αγνώστου

Ρότα τ’ αγνώστου

Με τ’ ανοιξιάτικο αεράκι ένα πρωί, πανιά θ’ ανοίξω πάλι στο γαλάζιο, παίρνοντας μια βαθειά αναπνοή, της θάλασσας τις στράτες σαν διαβάζω. Η βάρκα μου ένα όμορφο σκαρί, σε ταρσανά χτισμένο με μεράκι, να σκίζει τα νερά και να ‘ν’ γερή, με μένα καπετάνιο στο δοιάκι. Ο...

Γυναίκα

Γυναίκα

Ρόδο εσύ της άνοιξης, αστέρι της καρδιάς μας γλυκιά νότα της ποίησης, πηγή της ομορφιάς μας. Με σένα η μέρα ξεκινά και η ζωή αρχίζει με σένα αγάλλεται η αυγή κι ο έρωτας ανθίζει.   Κάθε ανάσα σου, πνοή, κάθε σου γέλιο, ελπίδα απάγκιο και αναπνοή, μέσα στην...

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβολή σχολίου