Select Page

Τα μπρελόκ, της Πόπης Κλειδαρά

Τα μπρελόκ, της Πόπης Κλειδαρά

Δε μπορούσε να το δεχτεί, με τίποτα δε μπορούσε. Δεν τον χωρούσε ο τόπος, ήθελε να βαρέσει το κεφάλι του με δύναμη στον τοίχο, να κάνει κάτι, να ξυπνήσει επιτέλους απ’ αυτόν τον εφιάλτη.

Όλα ξεκίνησαν εκείνη τη μέρα που έμοιαζε τόσο καλή, μα που τον στοίχειωσε κι ακόμα δεν μπορεί να ξεμπλέξει. Είχε πάει στο παλιό εξοχικό του για να βρει στο υπόγειο κάτι έγγραφα που ήθελε για μια καινούργια εργασία του.

Όταν έφτασε, βρήκε στον κήπο του πεσμένα χάμω κάτι κλειδιά. Κλειδιά σε μπρελόκ, διαφορετικά μεταξύ τους. Κάποια είχαν πάνω και νούμερα, κωδικούς. Αναρωτήθηκε τίνος μπορεί να είναι και πώς βρέθηκαν εδώ. Αφού το κτήμα ήταν περιφραγμένο και είχε πόρτα και την πόρτα την είχε κλειδώσει ο ίδιος. Έκανε διάφορους συλλογισμούς, προσπαθούσε να λύσει το αίνιγμα, μα δεν μπορούσε.

Μπήκε στο εξοχικό σπίτι, όλα ήταν στη θέση τους και το πάτωμα καθαρό, χωρίς πατημασιές. Τίποτα το περίεργο, λοιπόν. Κρατούσε στα χέρια τα κλειδιά και ναι, δεν τα είχε ξαναδεί ποτέ του.

Ανοίγοντας την μπαλκονόπορτα, είχε θέα προς τη θάλασσα, και ήταν ό,τι καλύτερο αυτή τη στιγμή, για να ξεμπλοκάρει, για να πάρει καθαρό αέρα, να ξεφύγει. Ανοίγοντάς την, προβληματίστηκε περισσότερο. Κάποιος είχε κόψει τις καλαμιές στο μονοπάτι που οδηγούσε στη θάλασσα. Απ’ αυτό το μονοπάτι έβγαινε και έκανε τα καλοκαιρινά του μπάνια. Και δεν ήταν μόνο αυτό. Ή μπορεί να ήταν μόνο αυτό και όλα τα άλλα να ήταν απλά ιδέα του, απ’ το φόβο του αγνώστου που τον είχε κυριέψει.

Έμεινε αρκετή ώρα, αλλά καμιά απάντηση δεν έδωσε. Επέστρεψε στο σπίτι του. Κάθισε στο γραφείο του, άναψε το μεγάλο φως, πήρε τον μεγεθυντικό φακό και άρχισε να παρατηρεί εξονυχιστικά τα κλειδιά.

Το πρώτο κλειδί είχε μια πολύ παλιά ημερομηνία και έναν ήλιο από κάτω.

Το δεύτερο κλειδί είχε μισούς αριθμούς και δεν μπορούσε να καταλάβει αν ήταν 6 ή 8 ή ένα μικρό κυκλάκι, αν ήταν 3 ή 5 ή ένα ανοιχτό κυκλάκι.

Το τρίτο κλειδί ήταν μικροσκοπικό, μάλλον κάνα κουμπαρά θα ξεκλείδωνε, σκέφτηκε.

Το τέταρτο κλειδί είχε αριθμούς και γράμματα αλλά ήταν ένα συνηθισμένο κλειδί μιας οποιασδήποτε πόρτας.

Το πέμπτο κλειδί ήταν χρυσό, χωρίς καμιά ένδειξη.

Περασμένο στο μπρελόκ ήταν και ένα δαχτυλίδι, έμοιαζε με βέρα.

Αρκετά μυστήριο μπρελόκ. Και τι μπορεί να άνοιγαν όλα αυτά; Και γιατί να βρεθούν στο κτήμα του;

Τις απορίες του διέκοψε ένα τηλεφώνημα. Ήταν η αδερφή του. Τον ρώτησε τι κάνει και πώς τα περνάει και όποτε θέλει να την επισκεφτεί, να του κάνει το τραπέζι και να τα πουν. Απάντησε πως σύντομα θα πάει να τη δει και πως είναι αρκετά καλά.

Ερχόταν σιγά-σιγά το βράδυ, και ούτε που μπορούσε να κοιμηθεί. Πάνω που ξάπλωνε, σηκωνόταν, έβλεπε τα κλειδιά. Κάποια στιγμή τα κουρασμένα μάτια του δεν άντεξαν την τόση ταλαιπωρία, την τόση ανησυχία. Αποκοιμήθηκε…

Το επόμενο πρωί του ήρθε μια ιδέα. Είπε να το τολμήσει, εξάλλου δεν είχε κάτι να χάσει, το πολύ-πολύ, το πιο πιθανό δηλαδή, ήταν να μη συνέβαινε τίποτα.

Έτσι πήρε την απόφαση και πήγε ξανά στο εξοχικό. Αφού είδε ότι όλα ήταν στη θέση τους κρέμασε το μπρελόκ με τα κλειδιά σε ένα σημείο κοντά στην πόρτα. Δεν ήξερε αν αυτό θα είχε κάποιο αποτέλεσμα, το σκέφτηκε και το έκανε, έτσι απλά.

Έπρεπε να λείψει για κάποιες μέρες, είχε κανονίσει ένα ταξίδι, όταν επέστρεφε, θα ασχολιόταν μ’ αυτή την ιστορία. Το ταξίδι ήταν υπέροχο και γύρισε αρκετά ανανεωμένος.

Με την πρώτη ευκαιρία, πήγε στο κτήμα. Η καρδιά του άρχισε να χτυπάει πολύ δυνατά και ένα αίσθημα τρόμου ξεχύθηκε μέσα του, όταν αντίκρυσε ένα άλλο μπρελόκ, χωρίς κανένα κλειδί, στη θέση αυτού που είχε κρεμάσει. Όχι, δεν το πήρε, σηκώθηκε και έφυγε τόσο γρήγορα, σαν να τον κυνηγούσε κάποιος. Τώρα ήξερε ότι κάποιος παραβίαζε το χώρο, και δεν ήταν μόνο αυτό. Αυτή τη φορά δεν ήταν απλά ιδέα του, ήταν μια πραγματικότητα που τον ξεπερνούσε, ένα κακόγουστο παιχνίδι που δεν του άρεσε καθόλου, μα καθόλου.

Ποιον να φώναζε και τι να έλεγε; Δεν του έκλεψαν και τίποτα, δεν έγινε καμιά ζημιά, μόνο δυο μπρελόκ απ’ το πουθενά βρήκε, και το ένα με τα κλειδιά ήδη έχει εξαφανιστεί. Για τρελό θα τον περνούσαν ή για φαντασιόπληκτο.

Δεν είπε σε κανέναν τίποτα. Πέρασαν οι μήνες κι είχε βρει την ηρεμία του. Είχε παραμελήσει το εξοχικό του, σίγουρα θα έπρεπε κάποια στιγμή να πάει, να δει σε τι κατάσταση είναι, να το ανακαινίσει, κάτι να κάνει.

Όλο έβρισκε κάποια δικαιολογία και όλο το ανέβαλλε. Και γιατί να πήγαινε σκεφτόταν, για να ξαναβρεί άλλο μπρελόκ με ή χωρίς κλειδιά; Όχι, είπε κι αυτή τη φορά, τώρα θα πήγαινε να επισκεφθεί την αδερφή του. Έτσι κι έκανε. Η αδερφή του όμως του ζήτησε να της κάνει μια εξυπηρέτηση. Να πάει στο εξοχικό και να της φέρει κάτι φωτογραφίες, για να τις ξεχωρίσει και να κάνει μεγέθυνση δυο παλιές οικογενειακές για να τις βάλει σε κορνίζες στο σαλόνι.

Ήθελε τόσο πολύ να της εκμυστηρευθεί αυτό που του συνέβη, αλλά κι εκείνη είχε δικά της προβλήματα, και δεν ήθελε να της φορτώσει και το δικό του. Θα την έβαζε κι αυτή στη διαδικασία του φόβου, της απορίας, όλων αυτών των αρνητικών συναισθημάτων που ένιωθε. Της είπε ότι θα πάει, θα τις βρει και θα της τις φέρει, το συντομότερο.

Έφυγε, και πάλι ένα ασήκωτο βάρος πήγε και κάθισε στο στήθος του. Δεν ήξερε τι να κάνει, με ποιο σθένος θα πήγαινε πάλι. Ή μήπως να το έριχνε ξανά στις δικαιολογίες; Όχι, δε γινόταν, αργά ή γρήγορα έπρεπε να βρει μια άκρη, ή να το συζητήσει με κάποιον.

Δε μπορούσε και να το πουλήσει, είχε υποσχεθεί πως δε θα το πουλούσε ποτέ. Επιπλέον, ήταν το μέρος στο οποίο είχε μεγαλώσει, κάθε καλοκαίρι περνούσε απίστευτα καλά και ήταν δίπλα στη θάλασσα, ό, τι ζητούσε.

Πήρε μαζί ένα φίλο του, χωρίς να του πει τίποτα για τα κλειδιά, και πήγανε. Το μπρελόκ έλειπε, τώρα δεν υπήρχε κανένα μπρελόκ. Καλύτερα σκέφτηκε, να μην υπάρχει κανένα, ένιωσε λίγο ήρεμος. Ήθελε να βρει τις φωτογραφίες και να σκεφτεί τι θα χρειαστεί για την ανακαίνιση.

Ανεβαίνοντας στα σκαλιά και φτάνοντας στην πόρτα του σπιτιού είδε το πρώτο και το δεύτερο μπρελόκ κρεμασμένα στο χερούλι της πόρτας. Κάποιος κάνει πλάκα εδώ, σκέφτηκε. Ο φίλος του τον κοίταξε και τον ρώτησε τι είναι αυτά. Τότε έκατσε και του είπε όλη την ιστορία.

Όμως, δε μπορούσε να το δεχτεί, με τίποτα δε μπορούσε. Δεν τον χωρούσε ο τόπος, ήθελε να βαρέσει το κεφάλι του με δύναμη στον τοίχο, να κάνει κάτι, να ξυπνήσει επιτέλους απ’ αυτόν τον εφιάλτη.

 

_

γράφει η Πόπη Κλειδαρά

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Μάχη Τζουγανάκη

Δηλώνω τυπικά αρχισυντάκτρια της σελίδας. Άτυπα όμως και πιο γνήσια, δηλώνω μέλος μιας όμορφης ομάδας πολύ δεμένης που οι «τίτλοι» του καθενός είναι περιττοί. Δηλώνω επίσης συγγραφέας, ποιήτρια, ερασιτέχνης φωτογράφος, μουσικόφιλή, βιβλιόφιλη, θεατρόφιλη, σινεφίλ και ερωτευμένη με οτιδήποτε ξυπνά τη δημιουργικότητά μου. Τελικά όμως έμαθα… πως το να δηλώνει κανείς τι είναι και τι δεν είναι, είναι ένα μεγάλο παραμύθι, όχι από εκείνα που μου αρέσει να διαβάζω, αλλά από εκείνα που σου θέτουν όρια και σε στριμώχνουν σε καλούπια. Μα εγώ τις λέξεις «όρια» και «καλούπια» τις έχω αφαιρέσει από το λεξικό της ψυχής μου...

6 Σχόλια

  1. Πόπη Κλειδαρά

    Κανονικά, θα έπρεπε να ακολουθήσει άλλο κείμενο: Τα μπρελόκ2. Αλλά προτίμησα να δώσω τέλος αγωνίας…

    Απάντηση
  2. Έλενα Σαλιγκάρα

    Αναμένουμε τη συνέχεια οπωσδήποτε! 🙂

    Απάντηση
  3. Πόπη Κλειδαρά

    Θα το προσπαθήσω κάποια στιγμή, Έλενα! Σ’ ευχαριστώ!

    Απάντηση
  4. Άννα Ρουμελιώτη

    Αναμένουμε με αγωνία!!!!!

    Απάντηση
  5. Πόπη Κλειδαρά

    Εντάξει, Άννα! Ευχαριστώ πολύ!

    Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Ημερολόγιο 2018 – Πρόσκληση

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!