Το βλέμμα στρέφεις και κοιτάς ολόγυρά σου,

παιχνίδια σου άξιζαν στα χέρια να κρατάς

μα αγκαλιάζεις, στη λάσπη, τα όνειρά σου

και την ελπίδα σου, που αιμορραγεί, κοιτάς,

στο συρματόπλεγμα που ορθώνεται μπροστά σου.

Αυτοί που το έστησαν και βλέπουν να πονάς,

κάποτε βρέθηκαν στη θέση τη δικιά σου.

Για φαντάσου!

 

Σ’ ελεύθερο ουρανό τα όνειρα πετάς,

τρέχεις μπροστά κι ας βλέπεις του γκρεμού το τέρμα.

Από μια ελπίδα να πιαστείς, αυτό ζητάς

κι από του κόσμου θέλεις να κρυφτείς το ψέμα.

Θέση, σε χώρα λεύτερη, θέλεις να έχεις

κι αν κάποιοι σε εμποδίζουνε, μη σταματάς.

Δικαίωμα το έχεις!

 

Με μάτια αγνά, βάζεις φωτιά στις πυροστιές,

τα σύνορα λυγούν, με τις φωνές πυρώνουν.

Του κέρδους ο πολιτισμός γεννάει πληγές,

απόνερα πετούν, με λάσπες τον λερώνουν.

Κραυγές απόγνωσης και αντίδρασης πολλές,

τόση απανθρωπιά, δίκαια, του τη χρεώνουν.

Τα δάκρυά σου τον ακυρώνουν!

 

Ένα παιδί πεινάει, κλαίει και πονάει

στου κόσμου τις άσπλαχνες, ανήλιαγες γωνιές.

Η ιστορία μπούχτισε, φτύνει και ξερνάει

και τα κιτάπια της, μ’ απόγνωση, κοιτάει,

με σελίδες να γεμίζουν γκρίζες, μελανές.

Θυμάται, βλέπεις κι όλο στα παλιά γυρνάει.

Γέρασε και δεν αντέχει άλλο τις ντροπές.

Οι μνήμες της, ακόμα, είναι νωπές!

 

_

γράφει η Χριστίνα Σουλελέ

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!