Μια μάνα είχε τρία παιδιά, τρεις γιους κι οι τρεις λεβέντες

Μόνη της τα μεγάλωσε, τους έκαμε αφέντες

Το ’να το λέγαν Νικολή, τον άλλονε Λευτέρη

Το τρίτο το στερνόπαιδο, τον φώναζαν Αστέρη

Είχε μαλλιά σαν άγγελος και βλέμμα σμαραγδένιο

Χαμόγελο που έκαιγε και σώμα αγαλματένιο

Γυρνούσε σαν το ξωτικό, στα δάση στα λαγκάδια

Είχε ελεύθερη ψυχή μα έβγαινε τα βράδια

Η μάνα εκαμάρωνε, τον πιο μικρό αετό της

Δεν ήξερε πως βύζαξε, φίδι στο σπιτικό της

Ο Νικολής εδίψασε, τη Μέλπω ν’ αγκαλιάσει

Που ’χε στο  μάγουλο ελιά και χείλη σαν κεράσι

Ένα αγκάθι χώθηκε, στα σωθικά τ’ Αστέρη

Την κόρη ελιμπίστηκε κι άρχισε να υποφέρει

Ήτανε μέρα Κυριακή, που το ’βαλε σημάδι

Ο νέος κλέβει την ελιά, μες το βαθύ σκοτάδι

Κι αυτή τον παρακάλεσε, να την επάρει πίσω

Δική μου για παντοτινά, εσένα θα κρατήσω

Μαχαίρια εζωστήκανε, τάχα ποιος θα πληρώσει

Κι η μάνα τρέχει ανήμπορη, το φονικό να σώσει

Μα η δόλια έφτασε αργά, η ώρα η κακιά της

Βλέπει το χάρο από μακριά, να σέρνει τα παιδιά της

Αυτός γυρνά και την κοιτά, με μάτια πονεμένα

Τα δάκρυα για ’σένανε, δεν είναι τελειωμένα

Γιατί ο Λευτέρης θύμωσε κι εκδίκηση ζητάει

Την κόρη που ’σπειρε κακό σε μένα τη χρωστάει

Στα πόδια του γονάτισε, άλλο κακό μη γίνει

Και με το αίμα της καρδιάς, τα πόδια του να πλύνει

Μα ο Λευτέρης φάνηκε, τα χέρια είχε γεμάτα

Στο ’να κρατούσε την ελιά και στ’ άλλο κόρης νιάτα

Η ιστορία δυστυχώς, είχε θλιμμένο τέλος

Ήταν αιτία για όλα αυτά, του έρωτα το βέλος.

_

γράφει η Ζωή Χαλκιοπούλου

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!