Select Page

Τα φτερά, της Σοφίας Ντούπη

Τα φτερά, της Σοφίας Ντούπη

train5_b

Είκοσι ολόκληρα χρόνια την περίμενε αυτή τη στιγμή. Ούτε στα πιο τρελά της όνειρα, ούτε στα πιο τολμηρά ταξίδια της φαντασίας της, δεν είχε το σενάριό τους αυτή την έκβαση. Είκοσι ολόκληρα χρόνια είχαν περάσει από τότε που η ίδια επέλεξε να τους εγκαταλείψει για να τρέξει πίσω από έναν άντρα, από έναν έρωτα που δεν άξιζε! Ξόδεψε είκοσι χρόνια, πλήγωσε τόσους ανθρώπους αναλώνοντας τα συναισθήματα όλων, ακόμη και τα δικά της, για κάτι που δεν άξιζε!

Φαινομενικά, εκτός από τη χλωμάδα του νεκρού, που είχε το πρόσωπό της, δεν έδειχνε κάτι άλλο επάνω της, για το πώς η ίδια κατέγραφε, βίωνε, το μεγαλείο της στιγμής τους! Το μεγαλείο αυτής της συνάντησης!

Μόνο εσωτερικά, εκεί που δεν έφτανε το φως, εκεί που δεν έκοβαν το σκοτάδι οι φωτεινές λεπίδες του ήλιου και το μάτι του ανθρώπου δεν έβρισκε μια μικρή χαραμάδα να χωθεί. Μόνο εκεί ένιωθε ένα αδιόρατο τρέμουλο, που από λεπτό σε λεπτό μεγάλωνε, γίνονταν σεισμός και απειλούσε να συνταράξει το κορμί της.

Πήρε μια βαθιά ανάσα ψάχνοντας μέσα της να βρει τη δύναμη που της έλειπε. Έπρεπε να βρει αυτή τη δύναμη και να κάνει κουράγιο. Δεν ήθελε να πάθει κάτι τώρα και να τρομάξει το παιδί. Κάπου-κάπου, όταν εκείνος δεν την κοίταζε, ξέκλεβε δειλά την εικόνα του και κλείνοντας τα βλέφαρά της δυνατά, προσπαθούσε να την αποτυπώσει και να τη φυλάξει για πάντα στο μυαλό της!

Τι όμορφος που ήταν, να υπήρχε άραγε ομορφότερος γιος από τον δικό της σ’ όλο τον κόσμο; Κάποια στιγμή σκέφτηκε πως έπρεπε να του μιλήσει, για να τον προσεγγίσει. Πώς μπορούσε όμως να γίνει αυτό; Πού να έψαχνε και να έβρισκε λέξεις που θα μείωναν την απόσταση τόσων χρόνων; Πού να έβρισκε λέξεις που να έδειχναν όλα όσα ένιωθε, όλα όσα έζησε μακριά του; Πού να έβρισκε λέξεις που να έπαιρναν από τα χείλη του όσο πιο ανώδυνα γινόταν, τη συχώρεση που τόσο έψαχνε και το κυριότερο, με ποιες λέξεις να μπορούσε να ειπωθεί το δικό της μεγάλο συγγνώμη; Να υπήρχαν άραγε κατάλληλα λεξικά ή site στο goοgle που να κατέγραφαν, που να αναφερόταν σ’ αυτές τις λέξεις;

Κάποια στιγμή το αυτοκίνητό του έφτασε στο προορισμό του. Είχανε κάνει μία πορεία είκοσι λεπτών, αλλά δεν είχαν ανταλλάξει ούτε μια κουβέντα μεταξύ τους. Ίσως όμως και να ήταν καλύτερα έτσι, ίσως τώρα που έφτασαν επιτέλους στον προορισμό τους, να ήταν πιο εύκολο να βρουν τις λέξεις που έψαχναν.

Πάρκαρε το αυτοκίνητο στο χαλικόδρομο δίπλα από τα κίτρινα, πέτρινα σπίτια με τα μπορντό παραθυρόφυλλα, του παλιού σταθμού. Την είχε φέρει σε ένα σιδηροδρομικό σταθμό. Έναν από τους παλαιότερους σταθμούς της Ελλάδας. Έναν μεγάλο κόμβο, που άλλοτε συνέδεε τη χώρα με την Κωνσταντινούπολη και που δέσποζε τώρα πια, επιδεικνύοντας τραγικά τα σημάδια της εγκατάλειψής του!

Ο τόπος που διάλεξε ο γιος της, έμοιαζε πολύ με τη ζωή της. Η αίσθηση της ερημιάς που έβγαζε τόσο τραγικά, τόσο μοναδικά η εικόνα του, ήταν όμοια με τη δική της. Η μόνη τους διαφορά, ανάμεσα σε κείνη και τα ερειπωμένα κτήρια του σταθμού, ήταν ότι την πορεία του σταθμού την καθόριζαν άλλοι, ενώ τη δική της η ίδια.

Κατέβηκαν. Πέρασαν τον χαλικόδρομο και στάθηκαν δίπλα στο γαλάζιο ξύλινο σταθμαρχείο για να θαυμάσουν τα ξεφτισμένα σημάδια της παλιάς του αίγλης. Δεν είχαν πει κουβέντα ακόμη…

Η Μυρσίνη ένιωθε τα δίχτυα αυτής της σιωπής, που έμπαινε όλο και πιο πολύ ανάμεσα τους, να κλείνει όσα μονοπάτια έμεναν ακόμη ανοιχτά, που θα τους έφερναν πιο κοντά... Αισθανόταν αυτή τη σιωπή που μεγάλωνε στιγμή τη στιγμή, να μπαίνει ανάμεσα τους και να γίνεται ένα τείχος μεγαλύτερο ακόμη κι από εκείνου που χώρισε κάποτε τις δυο Γερμανίες. Έπρεπε να μιλήσουν! 

Κι αφού δεν μιλούσε εκείνος, θα έκανε η ίδια την αρχή. Εκείνη. Εκείνη που όφειλε!

«Όμορφα είναι», του είπε. «Έχω χρόνια να έρθω εδώ...την τελευταία φορά που είχα έρθει, ήταν, ήμουν με τον πατέρα σου!»

Ο Γιώργος γύρισε και την κοίταξε στα μάτια…

«Τον αγάπησες ποτέ, έστω και λίγο;» ρώτησε λίγο απότομα, θα ήταν που η ερώτηση αυτή του έκαιγε τα χείλη χρόνια τώρα και δεν άντεχε να την κρατήσει περισσότερο.

Τα μάτια της γέμισαν δάκρυα... 

«Τον αγάπησα πολύ! Η φωνή της έτρεμε σαν κλαράκι στον αέρα. «Αν τα βάλω όλα με τη σειρά, στη ζυγαριά της ζωής μου που να ζυγίζει την αγάπη, ο πατέρας σου είναι ο πρώτος άνθρωπος, μετά τα παιδιά μου, που αγάπησα τόσο!»
 «Τότε πώς; Τότε γιατί;» 

«Τότε πώς και γιατί τον άφησα; Δεν ξέρω να σου πω, δεν μπορώ να σου απαντήσω!» Τα δάκρυα της πλέον αφού είχαν μουσκέψει τελείως το κουρασμένο της πρόσωπο, είχαν πάρει το δρόμο τους για πιο κάτω κι έβρεχαν το λαιμό της. «Δεν ξέρω. Χρόνια τώρα, ψάχνω να βρω τα διότι, σ’ αυτά τα γιατί. Χρόνια τώρα ψάχνω απεγνωσμένα για να έχω εύκαιρες τις απαντήσεις στις ερωτήσεις σου.» 

«Δεν ξέρω...» επανέλαβε για τρίτη φορά. «Ίσως να είναι, πως αν δεν υπήρχαν αυτά τα λάθη που κάνουμε όλοι κάποιες φορές στη ζωή μας παιδί μου, ίσως να μην γνωρίζαμε και να μην ανταμώναμε ποτέ το σωστό».

«Θέλεις να πεις ότι από ένα λάθος σου μας εγκατέλειψες; Έχεις αναρωτηθεί ποτέ σε τι ακριβώς φταίξαμε εμείς; Και γιατί θα έπρεπε να πληρώσουμε τόσο; Και τι μου λες τώρα, ότι πονέσαμε όσο πονέσαμε για ν’ ανταμώσεις και να γνωρίσεις εσύ κάποτε το σωστό;»

Έκλαιγε… Έκλαιγαν και οι δύο! Κοιταζόντουσαν όσο μπορούσαν να κοιτάξουν και να δουν ανάμεσα από τα δάκρυά τους κι έκλαιγαν δυνατά, με λυγμούς! Αν τους έβλεπε κάποιος εκείνη τη στιγμή, αν μπορούσε με έναν τρόπο μαγικό, να καταγράψει με το φακό του την εικόνα και τα συναισθήματα τους, δεν θα άντεχε και στο τέλος, σίγουρα θα έσπαγε και θα έκλαιγε και κείνος. Θα μου πεις, γίνεται να καταγραφούν τέτοιες στιγμές; Γίνεται μια εικόνα να καταγράψει και να χωρέσει, τον όγκο των συναισθημάτων μιας τέτοιας στιγμής; 

Κάποια στιγμή η γυναίκα, δεν άντεξε άλλο να παίζει τον πρωταγωνιστικό ρόλο της αρχαίας τραγωδίας, που είχε επιλεγεί από τη ζωή της να παίξει κι έψαξε με τα μάτια της τόπο για ν’ ακουμπήσει το βάρος του κορμιού και του ρόλου της. Τα πόδια της όμως δεν άντεχαν να την ακολουθήσουν πάνω από δύο βήματα, οπότε μην μπορώντας να κάνει αλλιώς, έκατσε εκεί, κατάχαμα, πάνω στις σκουριασμένες ράγες των τραίνων.

Ήθελε να φωνάξει συγγνώμη. Να βρει τη δύναμη και ν’ ακουστεί αυτή η συγγνώμη της ως τα πέρατα του κόσμου. Ή αλλιώς, ας έσβηνε τώρα, ας χανόταν ετούτη τη στιγμή, σαν να μην είχε υπάρξει ποτέ. Ας χανόταν όπως τα αστέρια που πέφτουν και καίγονται στην ατμόσφαιρα πριν ακόμη φτάσουν στη γη. Ας καιγόταν κι ας χανόταν κι εκείνη όπως τ’ αστέρια, πριν ο γιος της αναγκαστεί να μην τη συγχωρέσει!

Ήτανε λάθος η επιστροφή της, δεν έπρεπε να φέρει το παιδί της σ’ αυτή τη θέση. Έφτανε όσο κακό του είχε κάνει τότε. Τον ένιωσε που ήρθε και κάθισε δίπλα της. Γύρισε και τον κοίταξε, φορούσε ένα σκούρο μπλε κουστούμι κι ένα λευκό πουκάμισο. Τα μάτια του, υπέροχα μπλε, σαν της βαθιάς θάλασσας που μέσα της έπλεε εκείνη τη στιγμή, μοναχικός ναυαγός η εικόνα της. Και τα μαλλιά του σαν κύματα που είχανε φυλακίσει μέσα τους, όλες τις αχτίδες του περασμένου καλοκαιριού, έπεφταν ανέμελα πλαισιώνοντας το πρόσωπο του.

Έκλεισε τα μάτια της κι έμεινε για λίγο έτσι, μαγεμένη απ’ την εικόνα του, μαγεμένη από τη στιγμή. Ας γινόταν κάτι ξαφνικά κι όταν ξανάνοιγε τα μάτια της, να έσβηνε το παρελθόν κι ο πόνος που κουβαλούσε μαζί του, να έσβηνε και το μέλλον, οι ελπίδες και οι προσδοκίες που δεν έφερε κι ας έμεναν έτσι, εδώ, χωρίς παρελθόν...δίχως μέλλον! Εδώ, στο παρόν και το τώρα!

Με το άνοιγμα των ματιών της, οι ματιές τους διασταυρώθηκαν. Την κοίταζε κι εκείνος, άραγε να μπορούσε να δει και να μετρήσει, ανάμεσα από τις ρυτίδες της και τα γκριζαρισμένα της μαλλιά, άραγε να μπορούσε να αναγνωρίσει μέσα τους τον πόνο της και τις χιλιάδες συγγνώμες που του φώναζαν;

Άπλωσε το χέρι του κι έβαλε μέσα στη χούφτα του το δικό της. Το έσφιξε απαλά μες την παλάμη του, σαν να ήταν το πιο εύθραυστο αντικείμενο του κόσμου και το κράτησε έτσι κοιτώντας απέναντι του το μισογκρεμισμένο μηχανοστάσιο και τα σκουριασμένα, τα πληγωμένα απ’ το χρόνο βαγόνια του. Το φως του ήλιου που έμπαινε εκείνη τη στιγμή από τα τεράστια σπασμένα παράθυρα του εγκαταλειμμένου μηχανοστασίου, το έλουζε ολόκληρο δημιουργώντας μια εικόνα σχεδόν απόκοσμη. Γεμάτη από φαντάσματα αλλοτινής ζωής, που άντεχαν στο χρόνο, μένοντας εκεί, όρθια ακόμη, για να θυμίζουν στους ελάχιστους θαυμαστές του χαμένου ονείρου, ότι κάποτε υπήρξε... 

Την κοίταξε... η Μυρσίνη έτρεμε.

«Κρυώνεις, θέλεις να φύγουμε;» ρώτησε.

«Όχι…» του έγνεψε με τα μάτια της εκείνη… Έτρεμε, πονούσε το σώμα της, η ψυχή της όμως όχι. Το όχι της είχε ειπωθεί πολύ σωστά από τα μάτια της! Όχι, δεν ήθελε να φύγουν...

«Ήθελα μόνο να σου πω...Ήθελα να σου ζητήσω συγγν». Το δάχτυλο του που μπήκε σαν φράχτης ακουμπώντας απαλά πάνω στα χείλη της, ήταν για να τα κάνει να σταματήσουν να μιλούν.

«Πριν φύγει, μου είχε ζητήσει να σε βρω», της είπε, παίρνοντας πίσω το δάχτυλο του μαζί με τη ματιά του, που έτρεξε σαν τρομαγμένο παιδί, να κρυφτεί στο απέναντι μηχανοστάσιο. «Ο πατέρας... πριν φύγει, μου είχε ζητήσει, να σε βρω και να σε συγχωρήσω...» συνέχισε με το βλέμμα του ακόμη κρυμμένο, στην ίδια θέση. Κι ύστερα απότομα, σαν να ξεκόλλησαν τα μάτια του απ’ τον αόρατο μαγνήτη που τόση ώρα τα μαγνήτιζε, σαν να βρήκε το θάρρος που του έλειπε το φοβισμένο παιδί, γύρισε και την κοίταξε καθαρά στα μάτια. 

«Είναι ώρα, νομίζω ότι πρέπει να πηγαίνουμε, θα μας περιμένουν...και θ’ ανησυχούν…»

Ήταν ώρα λοιπόν...ήταν ώρα για ποιον;

Σηκώθηκε και τον ακολούθησε, κοιτώντας θλιμμένα το ρημαγμένο σταθμό, που άφηναν πίσω τους. Μπήκε στο αυτοκίνητο και κάθισε δίπλα του. Τα φτερά που είχε βγάλει στους ώμους της πριν λίγο, την ώρα που ο γιος της, της κρατούσε το χέρι τρυφερά μέσα στο δικό του, είχαν ξεκολλήσει από την πλάτη της και πέφτοντας κάτω στη γη, είχανε γίνει κομμάτια. 

Γιατί τα φτερά όταν τα φοράμε, δεν πρέπει να πατάμε σταθερά πάνω στο χώμα, ούτε να κοιτάμε τον κόσμο γύρω μας με τα μάτια. Πρέπει να αγγίζουμε τη γη με τις μύτες των ποδιών μας και να βλέπουμε τον κόσμο με την ψυχή μας. Κι αν δεν μπορούμε να τα κάνουμε όλα αυτά, αν δεν έχουμε τη δυνατότητα να στέκουμε στα ακροδάχτυλα ή λείπουν τα μάτια από την ψυχή μας, τότε πρέπει το χέρι μας να κρατά πάντα μέσα του, ένα άλλο χέρι, σαν αυτό του Γιώργου...Του Γιώργου της.

 

-

γράφει η Σοφία Ντούπη

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Ελένη - Χριστίνα Γκαμπούρα

Γεννημένη μια ζεστή μέρα του Δεκέμβρη είκοσι χρόνια πριν, ψάχνει πάντα τη ζέστη στο κρύο και το κρύο στη ζέστη. Διαβάζει μετά μανίας. Τα πρωινά τραγουδάει και τα βράδια κοιτάει τ' αστέρια. Λειτουργεί με μουσική, καφεΐνη, λέξεις κι όνειρα.

12 Σχόλια

  1. όσο

    Από τα πιο ωραία που έχεις γράψει Σοφία μου.Όσο κρατούσε αυτή η εκκωφαντική σιωπή μάνας και γιού ο κόμπος στο λαιμό μου δεν έλεγε να λυθεί.Κι εκείνο το κλάμα τους έγινε και δικό μου θαρρείς…Ανθρώπινες ιστορίες και ανειπωτος πόνος που δεν μπορεί να απαλυνθεί με λόγια! Γι’ αυτό και η εύγλωττη σιωπή…
    Καλή σου μέρα Σοφάκι.

    Απάντηση
    • Σοφία Ντούπη

      Ευχαριστώ πολύ για τα πολύ όμορφα λόγια σου… και παρότι δεν κατάλαβα από ποιον προέρχονται χρησιμοποιώ Ενικό… ορμώμενη από το Σοφάκι! Έτσι είναι, πιο εύγλωττος είναι ο πόνος όταν σιωπούμε!!! Ευχαριστώ πολύ!!! Την καλημέρα μου.

      Απάντηση
      • Λένα Μαυρουδή Μούλιου

        Περί της ταπεινότητάς μου πρόκειται Έχω πρόβλημα με τον υπολογιστή μου Δεν ξέρω και τούτο αν βγεί με το όνομά μου ΛΕΝΑ ΜΑΥΡΟΥΔΗ ΜΟΥΛΙΟΥ

        Απάντηση
        • Σοφία Ντούπη

          Να είσαι καλά βρε Λενάκι μου… σ’ έβαλα σε κόπο με το να μου ξαναγράψεις… Έχεις την αγάπη μου…να έχεις μια όμορφη μέρα!

          Απάντηση
    • Σοφία Ντούπη

      Πάντα με τον καλό το λόγο… σ’ ευχαριστώ πολύ Άννα μου! Την αγάπη μου και την καλημέρα μου!

      Απάντηση
  2. sofia70

    Μπράβο!Πολύ καλό!Βαθιά συγκινητικό!

    Απάντηση
    • Σοφία Ντούπη

      Ευχαριστώ πολύ! Καλημέρα και καλό τριήμερο!

      Απάντηση
  3. Έλενα Σαλιγκάρα

    Αχ Σοφία! Μας έδωσες μια πολύ δύσκολη στιγμή ανάμεσα σε γονιό και παιδί. Τέτοια που δύσκολα βρίσκονται τα λόγια για να ειπωθεί.

    Πολύ-πολύ καλό. Μπράβο σου!

    Απάντηση
    • Σοφία Ντούπη

      Σ’ ευχαριστώ πολύ…πολύ Έλενα μου. Να είσαι πάντα καλά και καλό τριήμερο!!!!

      Απάντηση
  4. Μάχη Τζουγανάκη

    Σοφία μου υπέροχο κείμενο…με δύσκολα συναισθήματα… Μπράβο για όλη τη φόρτιση που μετέδωσες με τις λέξεις σου…
    Καλό σου τριήμερο!!!

    Απάντηση
    • Σοφία Ντούπη

      Σ’ ευχαριστώ πολύ για τα καλά σου λόγια Μάχη μου. Την αγάπη μου σε όλους σας!!! Καλό βράδυ και ένα όμορφο τριήμερο με τα δύο σου ¨Ν¨!!!!

      Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Εγγραφείτε στο newsletter

Ακολουθήστε μας!

Ακόλουθοι

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Έλληνες εκδότες

Έλληνες εκδότες

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!