tape_retro

Την είδα να περνά από μπροστά μου. Σηκώθηκα και την ακολούθησα.

Την είδα να περνά από μπροστά μου βιαστική. Ο ήχος από τα τακούνια της και το άρωμά της με μαγνήτισαν. Σηκώθηκα από το τραπέζι που καθόμουν και έπινα τον καφέ μου και την ακολούθησα.

Την είδα να περνά από μπροστά μου βιαστική. Τα μαλλιά της ανέμιζαν. Τα μάτια της κρυμμένα πίσω από μαύρα γυαλιά ηλίου. Ο ήλιος φώτιζε υγρές τις περιοχές γύρω τους. Ο ήχος από τα τακούνια της και το άρωμά της με μαγνήτισαν. Νόμιζα πως την είχα ξαναδεί. Μπορεί και να την είχα ξαναδεί. Ήπια μια τελευταία γουλιά από τον ελληνικό μου και σηκώθηκα από το τραπέζι που καθόμουν και την ακολούθησα.

Την είδα να περνά από μπροστά μου βιαστική και μελαγχολική. Τα μαλλιά της ανέμιζαν σκορπώντας τη θλίψη της. Τα μάτια της κρυμμένα πίσω από μαύρα γυαλιά ηλίου. Κάλυψη κανονική. Μα ο ήλιος φώτιζε τις περιοχές γύρω τους. Κλαμένη για μέρες θα πρέπει να ήταν. Φανταζόμουν τα πρησμένα βλέφαρά της, τους μαύρους κύκλους της. Πόσο προκλητική μπορεί να γίνει μια γυναίκα έτσι; Απορώ με τις σκέψεις μου. Πίνω μια τελευταία γουλιά από τον καφέ που μου έφτιαξε ο κυρ Μιχάλης, βαρύς σκέτος για να ξυπνήσω από το βραδινό ξενύχτι και να ξεμεθύσω και σηκώθηκα από το τραπέζι που καθόμουν και την ακολούθησα.

Την είδα να περνά από μπροστά μου βιαστική και μελαγχολική. Νομίζω ότι με κοίταξε για λίγο. Για λίγο νομίζω ότι κοιταχτήκαμε. Τα μαλλιά της ανέμιζαν σκορπώντας τη θλίψη της. Και εγώ άπλωσα τα χέρια μου και τα χάιδεψα. Και χάιδεψα για λίγο τη θλίψη της. Τα μάτια της κρυμμένα πίσω από μαύρα γυαλιά ηλίου. Κάλυψη κανονική το ξέρω πως ήταν. Σαν τη δική μου. Μα ο ήλιος φώτιζε τις θλιμμένες περιοχές γύρω τους, υγρές και στεγνές μαζί. Κλαμένη για μέρες θα πρέπει να ήταν. Αφημένη σε νύχτες σχεδόν καταθλιπτικές. Φανταζόμουν τα πρησμένα βλέφαρά της, τους μάυρους κύκλους της. Πόσο προκλητική να γίνει μια γυναίκα έτσι; Θα πρέπει να ήμουν τρελός. Μα το ξέρω πως ερωτεύτηκα αμέσως τη θλίψη της. Σχεδίασα αμέσως στο μυαλό μου την αγκαλιά που θα της έδινα για να της κλέψω τη μελαγχολία. Φαντάστηκα τα φιλιά που θα της έδινα στα μάτια για να μαλακώσουν. Απορώ με τις σκέψεις μου. Πώς ερωτεύεσαι ένα μονάχα πέρασμα από μπροστά σου; Πίνω μια τελευταία γουλιά από τον καφέ που μου έφτιαξε ο κυρ Μιχάλης, βαρύς σκέτος για να ξυπνήσω από το βραδινό ανώφελο ξενύχτι και να ξεμεθύσω από όσα είχα βάλει στο αίμα μου για να ξεχάσω τη μοναξιά μου. «Ο βαρύς ο σκέτος» μου είπε αναστενάζοντας κι ύστερα ακουμπώντας το χέρι του στον ώμο μου μου είπε «αυτός είναι κερασμένος με την ευχή μου να είναι ο τελευταίος». Νομίζω πως τον είδα δακρυσμένο. Μα μπορεί να ήμουν εγώ ο δακρυσμένος. Ακόμα δεν είμαι σίγουρος. Την είδα να φεύγει. Ήπια σας λέω την τελευταία γουλιά και σηκώθηκα να την ακολουθήσω. Στάθηκα πίσω της και φώναξα «Αγάπη;» κι εκείνη σταμάτησε και γύρισε να με κοιτάξει.

Την είδα να περνά από μπροστά μου. Σηκώθηκα και την ακολούθησα. Τη φώναξα Αγάπη. Και εκείνη γύρισε και με κοίταξε…

 

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!