Select Page

Τιμής ένεκεν, της Βίκης Κοσμοπούλου

Τιμής ένεκεν, της Βίκης Κοσμοπούλου

 

 

            Τι βαγόνι και το αποψινό! Πίσω από τα εξερευνητικά της μάτια, αναζητά εικόνες, να θρέψουν τον παρατηρητή μέσα της. Δεν το επιλέγει τυχαία το βαγόνι. Πάντα κάνει βόλτα στην αποβάθρα, για να της έρθει έμπνευση. Και την αποζημιώνει κάθε φορά. Μάζωξη ανθρώπων με κοινή κατεύθυνση, διαφορετική εκκίνηση και προορισμό. Μια μαυροφορεμένη την είχε ρωτήσει κάποτε δυσανασχετώντας σε ένα στριμωξίδι, πού πήγαιναν όλοι αυτοί και εκείνη, μην μπορώντας να αντισταθεί, της απάντησε με ερώτηση σχεδόν αυθάδικη “Εσείς; πού πάτε;”. Ήταν η μοναδική φορά που έμαθε προορισμό, αλλά απογοητεύτηκε· είχε φτιάξει άλλο σενάριο, καλύτερο και οπωσδήποτε πιο δραματικό.

            Και απόψε χορεύει με πέπλα περιέργειας και μπιχλιμπίδια φαντασίας- τα μόνα στολίδια, που της έμειναν. Είναι ενδιαφέρον, πολύ ενδιαφέρον το βαγόνι απόψε. Πόσο ωραία συνάντηση κυλιόμενων σωμάτων πάνω σε μονόδρομο ψυχρό μέταλλο. Η σκόνη κολυμπάει στην ένωση των χνώτων τους. Τα τζάμια μετατρέπονται σε υγρούς καμβάδες. Η ηχογραφημένη φωνή, που αναγγέλλει φιλήδονα τις στάσεις, γίνεται εχθρός και φίλη της μαζί. Χάνει κάποιους πρωταγωνιστές αλλά κερδίζει άλλους, καμιά φορά καλύτερους.

            Τους πρώτους ρόλους δεν τους ξεχνά ποτέ. Κάποιους τυχαίνει να τους ξανασυναντά μέρες ή μήνες αργότερα. Παλιότερα είχε δώσει το όσκαρ σε ένα πανκιό με μαλλιά αλά περικεφαλαία- γι΄ αυτό τον έλεγε Έκτορα-, δερμάτινα, αλυσίδες και αστραφτερούς αυτοτραυματισμούς στα αυτιά, τα χείλια και τα φρύδια. Ήταν πανύψηλος κάνοντας τον κόσμο να στραμπουλάει τα μάτια του, για να κοιτάξει δήθεν διακριτικά. Πολύ γελάει με αυτά τα βλέμματα, αλλά ο “Έκτορας”, άβολα καθώς αισθανόταν, ήταν πάντα σκυφτός παίζοντας νευρικά με τα δάχτυλά του ένα θυμωμένο τραγούδι πάνω στο μαύρο του κολάν.

            Ένα τέτοιο βλέμμα όλο διακριτική αδιακρισία παρατήρησε και απόψε. Μια τριαντάρα, χοντρή για τα δικά της δεδομένα, με πυώδη σπυράκια και τριχοφυΐα στο λαιμό αλληθώριζε, για να διαβάσει το μήνυμα, που έγραφε μια όμορφη έφηβη. Κοιτούσε επίμονα το κινητό σμίγοντας τα κακοσχηματισμένα φρύδια της, έτσι που σχημάτισαν μια περίεργη κάθετο με την πλατιά της μύτη. Της φάνηκε αστείο, αλλά αμέσως το σενάριό της έγινε μελό με τη νεαρά να στέλνει ερωτικό μήνυμα και την αδιακρισία να μετατρέπεται σε ζήλια και απελπισία, γιατί η χοντρή είναι στα σίγουρα ανέραστη. Και σαν για επιβεβαίωσή της η αδιάκριτη σκάναρε τη μικρή με έντονο βλέμμα και στράφηκε αναστενάζοντας προς το παράθυρο να βλέπει το μαύρο, που έμοιαζε στατικό στην κίνηση, σαν τη ζωή της. ΤΗΕ ΕΝD.

            Το ίδιο μαύρο, φόντο στον αντικατοπτρισμό του, έβλεπε και ένα ήσυχο πιτσιρίκι πιασμένο από το χέρι της μητέρας του. Έκανε γκριμάτσες στο τζάμι της πόρτας· έβγαζε τη γλώσσα του, γούρλωνε τα μάτια του, σούφρωνε τα χείλια του, για να την κάνει να γελάσει και εκείνη, η γυναίκα που τον κουβάλαγε για μήνες μέσα της, δεν αντιδρούσε. Το πρόσωπο της δεν έκανε καμία σύσπαση, καθώς τα κύτταρά της πέθαιναν μες την αδιαφορία της. Έφτιαξε μονάχα τα μαλλιά της, να μην εξέχουν άσχημα από την πολύχρωμη μαντίλα και τον τραβολόγησε άτσαλα έξω από το βαγόνι. Η φάτσα του μικρού την καθήλωσε και δεν πρόλαβε να τους δώσει ρόλο- ούτε καν σε κείνη, που θα μπορούσε να πάρει τουλάχιστον βραβείο β΄ γυναικείου. Στους τίλους τέλους θα γραφόταν μόνο: Συμμετείχε ο μικρός Αχμέτ και η μαμά του.

            Κι όμως ο πιτσιρίκος δεν είχε κάνει ακόμα υπόκλιση· γύρισε και χαιρέτησε το βαγόνι. Μια μεσόκοπη με ξεθωριασμένο μακιγιάζ και παλιομοδίτικο ταγέρ σήκωσε το χέρι της και του χαμογέλασε. Να΄ τη λοιπόν η καινούρια της πριμαντόνα να τραγουδάει σε λυπητερό μινόρε· ήταν το πρώτο χαμόγελο της ημέρας, ας είχε πάρει σκούρες αποχρώσεις ο ουρανός. Έκανε ένα γρήγορο φλας μπακ διαπιστώνοντας, ότι καλή ήταν και σήμερα σαν αμείλικτη προϊσταμένη, για χάρη των κερδών. Δεν της άρεσε η “σκύλα” που γινόταν, δεν της άρεσε που στα διαλείμματα την έθαβαν όλοι. Το ήξερε καλά αυτό, το΄ χε δει στο βλέμμα τους και τα στραβωμένα τους χείλια. Έτσι την φανταζόταν στη δουλειά και στο σπίτι να μπαίνει εξαντλημένη από την προσποίηση και να τριγυρίζει τον άντρα της για χάδια και συμπόνοια σα νηστικό γατί. Και στη τελευταία σκηνή θα έλεγε με φωνή πνιγμένη στους λυγμούς “Μη φεύγεις!Θα φαρμακωθώ!” Θρίαμβος!

            Σκύβοντας προς την επαγγελματική δερμάτινη τσάντα της, που στερεωνόταν στα ξεχειλωμένα της πόδια, η “σκύλα” τής υπέδειξε μία από τις υποψηφιότητες για τον α΄ ανδρικό ρόλο, αφού η ματιά της καρφώθηκε για ένα δευτερόλεπτο στο βιβλίο του. Πού και πού στερέωνε καλύτερα τα γυαλιά του στη στρουμπουλή του μύτη με ένα τικ των χειλιών να συνοδεύει την κίνηση. Τι βουβό βαγόνι το αποψινό, απόρησε προσπαθώντας να διαβάσει τον τίτλο του βιβλίου, που κρατούσε ο ζεν πρεμιέ της. “Οι νεκροί περιμένουν” Διδώ Σωτηρίου, κατάφερε να δει στο πλάι. Μάλιστα, περιμένουν, οπωσδήποτε τον περιμένουν, δεν χωρεί αμφιβολία περί τούτου, προσπάθησε να κερδίσει χρόνο για να τον κόψει και να φτιάξει μια ιστορία να του ταιριάζει. Και θα μπορούσε να πλάσει σκηνές μ΄ αναμμένα θυμιατά και παρακλήσεις πάνω σε μαρμάρινους τάφους της τρίτης θέσης, που θα είχαν καταβροχθίσει τη θέλησή του για ζωή, αλλά τον έβαλε να κάθεται σε ένα φωτεινό δωμάτιο γεμάτο βιβλία πίνοντας κάποιο οινοπνευματώδες και να μελετά αρχαίους κλασσικούς. Αυτή μονάχη της όλη η κριτική επιτροπή τον εγκρίνει. Φιλόλογο τον ήθελε. Ναι, ό,τι πρέπει είναι με το τικ, αποφάσισε- τα περισσότερα θα κοπούν στο μοντάζ.

            Το βαγόνι έχει κάτι το ξεχωριστό απόψε. Ένας τυπάκος ήρθε και κάθισε σπιντάτος δίπλα της γυρνώντας της την πλάτη. Φοράει ακουστικά, που κρύβονται στην κουκούλα του φούτερ του και κουνιέται ολόκληρος στο ρυθμό. Κάνει τα δάχτυλα μπακέτες και το στόμα του πιατίνια. Όλοι γυρίζουν- πάντα διακριτικά- να δουν από πού έρχεται ο ήχος, που αναστάτωσε το μονότονο τσούλιμα στις γραμμές, ενώ εκείνος σολάρει και το ευχαριστιέται. Δε χρειάζεται σενάριο αυτός, την έχει στο αίμα του αβίαστα την υποκριτική -και μάλλον όχι μόνο αυτή. Γράφει, σκηνοθετεί, εκτελεί μόνος του και αποθεώνεται από όλο του το κορμί, το μεγάλο του παραγωγό. Αυτοσχεδιάζει και κλέβει επάξια τις εντυπώσεις σ΄ αυτό το καρέ. O εξαιρετικός guest star κατέβηκε στην επόμενη στάση. Όλα επέστρεψαν στη βολική μονοτονία, που τόσο φαίνεται να επιδίωκε η κοκκινομάλλα με τα πράσινα γυαλιά και το φουλάρι.

            Την είχε δει να δαγκώνει το καπάκι του στυλό της αφήνοντας ίχνη από κραγιόν. Κραγιόν· το έβαλε βιαστικά το πρωί και πέρασε τα δόντια της με το δάχτυλο, μήπως έχουν βάψει και αυτά. Μετά σχημάτισε μια καρδιά στον ιδρωμένο καθρέφτη και έγραψε με το μολύβι των ματιών “Καλημέρα αγάπη μου” χωρίς θαυμαστικό. Εξάλλου έχει πάψει να τον θαυμάζει, αλλά συνεχίζει να τον κρατάει στο κρεβάτι της, αυτόν και τις αγγελίες εργασίας, που έχουν μουτζουρώσει τα σατέν σεντόνια της, πρόωρα βγαλμένη προίκα. Τώρα προσπαθούσε να τα βάλει όλα σε τάξη, να βρει τους κατάλληλους συνδυασμούς, να αποφύγει τις διασταυρώσεις στο sudoku, που την παίδευε τέσσερις σταθμούς, όσα και τα χρόνια, που την παίδευε και κείνος. Θα γυρνούσε στο σπίτι και θα τον έβρισκε στον καναπέ να βλέπει μπάλα με ένοχο βλέμμα. Ένα χτύπημα του τηλεφώνου και η μπομπίνα αχρηστεύεται, η ντίβα απογοητεύει και χάνει το υψηλό κασέ της· “Αγάπη μου! Σχόλασες; Φτάνω σε λίγο... Φιλιά!” HAPPY END -και δεν της αρέσει καθόλου.

            Η κοκκινομάλλα κατεβαίνει και την αναπληρώνει ένας εξηντάρης με σκισμένη διαφημιστική μπλούζα “Ενέχυρα-αγορές, πωλήσεις, ανταλλαγές”, που προτίθεται να αραδιάσει απλόχερα την ιστορία της πικρής ζωής του για μια ακόμα φορά. Τους σιχαίνεται αυτούς· αυτό θεωρεί κατάντημα. Εκείνη δε θα το΄ κανε ποτέ· το έχει υποσχεθεί στον εαυτό της. Αρχίζει το μονόπρακτο με τα παρακάλια στους συνανθρώπους και το αράδιασμα παθήσεων, νοσοκομείων και γιατρών. Κάπου ενδιάμεσα μπαίνουν και τα πέντε έξι παιδιά του και ένα τροχαίο, που χάθηκε μέσα στο στρίγγλισμα των γραμμών. Κόβεσαι στην οντισιόν φιλαράκο, κόντεψε να ξεστομίσει αλλά συγκρατήθηκε. Το ίδιο μάλλον σκέφτηκαν όλοι, γιατί κανείς δεν άνοιξε πορτοφόλι. “Ούτε ένα εισιτήριο δεν έκοψε η προβολή”, θα έγραφαν τα περιοδικά. Έσυρε τα πόδια του και η πόρτα του έδειξε βίαια την έξοδο. CUT!

            Στον επόμενο σταθμό θα κατέβαινε και κείνη. Έψαξε με τα μάτια της έναν τελευταίο για απόψε να δώσει έστω ένα μικρό ρολάκι. Συνάντησε ένα βλέμμα, που την αποστράφηκε. Αποφάσισε να σηκωθεί, για να έχει καλύτερη άποψη. Η ανέραστη με τα σπυράκια έκανε στην άκρη, μην την ακουμπήσει. Ούτε και σε κείνη άρεσαν αυτά τα τυχαία ακουμπήματα. Ο πόνος στα κόκαλα τής θύμισε την υλική της υπόσταση. Το δεξί της γόνατο λύγιζε από το βάρος της πλαστικής σακούλας με τα τσαλακωμένα σχέδια. Στάθηκε πίσω από τα καθίσματα ακουμπώντας τη δεξιά πλευρά της. Οι μύες της ίσα, που προστάτευαν την εύθραυστη βάση του περίγραμματός της.

            Το ξανασυνάντησε το βλέμμα· βλέμμα αταίριαστο στο ξυρισμένο οβάλ κεφάλι, βλέμμα θηράματος- φοβισμένη σάρκα κάτω από την άγαρμπη στολή security. “Τι και ποιον να προστατεύσει αυτό το καμουφλαρισμένο μυρμήγκι;”, αναρωτήθηκε και τον σκέφτηκε να δειλιάζει μπροστά σε κίνδυνο, να καθηλώνεται ψάχνοντας για βοήθεια. Δεν κατάφερε να γίνει - μα τον κάνει εκείνη τώρα- ήρωας σαν εκείνους, που είχε στις αφίσες, για να καλύπτει τα βαθουλώματα από τις γροθιές στο παιδικό του δωμάτιο. Τα άκουγε όλα μέσα από το γύψο και νόμιζε τότε, μπορεί να το νομίζει ακόμα, ότι έφταιγε. Και μόλις έφευγε ο “αγροίκος” έτρεχε, να αγκαλιάσει τη μάνα του, για να την παρηγορήσει. Ήταν το αντράκι της, γαντζωμένο στον παλλόμενο λαιμό της. Τώρα ο ίδιος λαιμός γεμάτος ζάρες με το ζόρι στερεώνει το άδειο της κρανίο. Δεν θυμάται πια, αλλά αυτός επιμένει να της δείχνει φωτογραφίες. Αυτό κάνει κάθε βράδυ, το ίδιο θα κάνει και απόψε με κάτι ασπρόμαυρες, που βρήκε από όταν ήταν μαθήτρια με γιακαδάκι πλεγμένο από τις βελόνες της γιαγιάς της. Του έριξε ακόμη μια ματιά και το αποφάσισε· And the oscar goes to...

            Καθώς η διαδρομή της τελείωνε, πλησίασε στην πόρτα. Πιανόταν με όση δύναμη είχε από τον ψυχρό στύλο. Το βαγόνι- τι βαγόνι το αποψινό- σταματά και αποβιβάζεται σέρνοντας τη σακούλα της ενάμισι μέτρο πάνω από τον μαγικό τούτο στερέωμα των ψυχών. Στρέφει τα ξεθωριασμένα μάτια της και χειροκροτεί με τα κίτρινα νύχια της να σμίγουν από τα αρθριτικά. Το κάνει κάθε βράδυ. Κατέβηκε τις σκάλες με προσοχή. Τα ρουθούνια της ανίχνευσαν μυρωδιά φρέσκου ψωμιού, αλλά ήταν ήδη χορτασμένη από τις ιστορίες της.

            “Καλώς τη θεατρίνα”, τη χαιρέτησε μια κουλουριασμένη μάζα δίπλα από τη γέφυρα. Σιχτίρισε το “γεροξεκούτη” μέσα από τα λειψά της δόντια. Το΄ χε βαρεθεί πια το αστειάκι του. Είχε έρθει η ώρα να κάνει το τελετουργικό της· άνοιξε τη σακούλα, έστρωσε το παγκάκι της με το ξεπουπουλιασμένο πάπλωμα-καλύπτοντας τα χαραγμένα Κ+Γ=L.F.E-, έβαλε μπόλικο βιολετί κραγιόν και ανέσυρε από τον πάτο της σακούλας την πλακέτα της

Στη Ρενάτα Σκαρλάτου

Τιμής ένεκεν για την προσφορά σου

στον ελληνικό κινηματογράφο

           Ξάπλωσε κουλουριασμένη παίρνοντάς την αγκαλιά. “Αριστούργημα το βαγόνι απόψε”, ψέλλισε πανευτυχής και αποκοιμήθηκε.

...Έτοιμη Ρενάτα; Φώτα... Μοτέρ... Πάμε...

 

_

γράφει η Βίκη Κοσμοπούλου

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

4 Σχόλια

  1. Άννα Ρουμελιώτη

    Συγκλονιστική η αφηγησή σας και το δρομολόγιο που περιγράψατε!!!

    Απάντηση
  2. Μάχη Τζουγανάκη

    το τέλος εξηγεί γιατί η ηρωίδα σας έβλεπε έτσι τον κόσμο…

    Δυνατές περιγραφές, μελαγχολικές…θα μπορούσε άνετα να είναι μια κομμένη σελίδα από ένα μυθιστόρημά σας….για εκείνη τη Ρενάτα…και τη ζωή της ολόκληρη…

    Απάντηση
  3. Βίκη Κοσμοπούλου

    Σας ευχαριστώ πολύ κυρίες μου!
    Βίκη Κοσμοπούλου

    Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Ερωτηματολόγιο 2017

Βοηθήστε μας να γίνουμε καλύτεροι!

Εγγραφείτε στο newsletter

Έλληνες εκδότες

Έλληνες εκδότες

Υποβολή συμμετοχής!

Ακολουθήστε μας!

Ακόλουθοι

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!