Κυοφορώ

περιμένω μωρό, χωρίς συνουσία.

Προσπερνώ τις οδύνες

γεννάω πατώντας κουμπιά.

Το πρώτο κλάμα το απέφυγε ο γιος μου.

Θα του προσφέρω ζωή τεχνητή

σκλαβωμένη

διεξοδικά, με λεπτομέρεια δοσμένη.

Θα μεγαλώσει σ’ ένα έξυπνο σπίτι

σε μια έξυπνη πόλη

σ’ έναν νέο πανέξυπνο κόσμο.

Ο ουρανός του ανέφελος μα βαρύς

πολιορκημένος από πυκνά δεδομένα

αδιόρατος εχθρός, επικίνδυνος.

Τι ήταν των Μυρίων η Κάθοδος!

Στιγμή δική του καμία.

Την τρικυμία μόνο πλασματικά θα τη ζήσει.

Στου κυβερνοχώρου ετούτου το θάμα

πρωτοστατούν μηχανές και κυκλώματα.

Τα τρένα τρέχουν στις ράγες χωρίς οδηγό

τα πλοία τον καπετάνιο σχολνούν

στα εργοστάσια τα χέρια αχρείαστα

κι ο Θεός του ασαφής, γραφικός.

Αντί ηλίου, παιδί μου, φωτός

συ, προτιμάς ένα δώμα του σκότους.

Γαντζωμένος σε μία οθόνη

αναπνέεις μεταλλαγμένο οξυγόνο.

Το φθαρτό σου κορμί

θα διατηρήσει τη γλώσσα του άραγε;

Θα κλαις, θ’ αγαπάς, θα πονάς;

Κυοφορώ την του μέλλοντος γέννα

τον αυτόματο νου

έναν τριγμό στα θεμέλια της γης

και εμπόδιο ορατό πια κανένα.

_

γράφει η Φωτεινή Αζαμοπούλου