Select Page

Το αύριο αργεί να έρθει

Το αύριο αργεί να έρθει

 

Ο Λέοναρντ ήταν αστροφυσικός με ειδίκευση στην εξωγήινη ψυχολογία και επικοινωνία. Αρκετά πετυχημένος και διακεκριμένος επιστήμονας. Όταν του προτάθηκε πριν λίγες μέρες η συμμετοχή του στην επιστημονική ομάδα για την αναζήτηση ζωής στον πλανήτη Άρη, δεν του προκάλεσε σχεδόν καμία έκπληξη. Δεν το θεώρησε δα και κάτι ιδιαίτερα σημαντικό ή σπουδαίο στην αρχή, αλλά όσο περνούσε ο καιρός, άλλο τόσο το ανέβαλε και προσπαθούσε να κλείσει τα μάτια του στη φωνή της λογικής που τον παρότρυνε να πράξει ακριβώς το αντίθετο, δηλαδή να μη λάβει μέρος στο πρόγραμμα Mars Exploration 1.

Πώς μπορούσε να επιδιώξει μια λύση στον προβληματισμό του, γιατί το θεωρούσε πρόβλημα για κείνον, τη συμμετοχή ή όχι σε αυτήν την εξερευνητική αποστολή. Ανεξάρτητα από τα οποιαδήποτε αποτελέσματά της, ο φόβος, η αβεβαιότητα, και η αποτυχία τον κυρίευαν με αισθήματα πανικού κι απελπισίας.

Το μέλλον του φάνταζε σκοτεινό και αβέβαιο. Ένιωθε πως όλα γύριζαν και χάνονταν κάτω από τα πόδια του. Για κάποια στιγμή έχασε την ισορροπία του και ίσα-ίσα την τελευταία στιγμή πρόλαβε να σταθεί και να μη πέσει κάτω, ακουμπώντας με δύναμη τα δυο του χέρια στο ξύλινο γραφειάκι που βρισκόταν μπροστά του. Οι παλάμες του είχαν ιδρώσει και κρύος ιδρώτας έτρεχε από το μέτωπό του. Μήπως είχε πάρει τελικά πολύ σοβαρά την όλη κατάσταση;  Εντέλει, με χίλιους δισταγμούς, αποφάσισε ότι άξιζε τον κόπο να συμμετάσχει στην ομάδα εξερεύνησης του Άρη. Η περιέργειά του από μόνη της, φάνηκε να είναι μια δυνατή κινητήρια δύναμη, που δύσκολα μπορείς να της αντισταθείς.

Το ξημέρωμα της επόμενης μέρας τον βρήκε στον Διαστημικό Σταθμό ανεφοδιασμού «Horizon», σε ελλειπτική τροχιά και σε ύψος 400 χλμ. πάνω από τη Γη. Εκεί επιβιβάστηκε στο διαπλανητικό σκάφος «Arcturus» και μαζί με τα υπόλοιπα μέλη της εξερευνητικής του αποστολής, δύο άντρες και τρεις γυναίκες, συνέχισε το ταξίδι του για τον επόμενο διαστημικό σταθμό που βρισκόταν σε τροχιά γύρω από τον Άρη, με την ονομασία «Orion».

Φτάνοντας εκεί η θέα του πλανήτη σου έκοβε την ανάσα, έτσι όπως γυρνούσε αργά κάτω από τα πόδια τους, με τις κόκκινες απέραντες ερήμους και τα βραχώδη θεόρατα βουνά που τα ψηλότερα στη Γη, έμοιαζαν με τους μικρότερους λόφους του Άρη. Με βαθιές χαράδρες να αυλακώνουν το έδαφός του,  έδιναν την εντύπωση ότι ήταν κανάλια ή διώρυγες που πότιζαν την απεραντοσύνη του πλανήτη με τις δυο παγωμένες του θάλασσες στο βόρειο και νότιο πόλο.

Στριφογύριζε αργά-αργά κι αποκάλυπτε στους επιβάτες του σταθμού, την άγρια και προκλητική συνάμα όσο και θανάσιμη ομορφιά του. Έδειχνε με την έπαρση του παλαιότερου, το μεγαλείο και την κάποτε ισχυρή και ηγετική θέση που κατείχε ανάμεσα στους πλανήτες του ηλιακού μας συστήματος. Πριν πολλά, αμέτρητα χρόνια, αιώνες, χιλιετηρίδες. Περασμένα μεγαλεία…

Τώρα ο Άρης, ο κόκκινος πλανήτης, χωρίς σχεδόν καθόλου ατμόσφαιρα, έρημος, με τη σκόνη να καλύπτει τα πάντα γύρω, μέτραγε τις βαθιές πληγές του. Μεγάλοι κρατήρες σε πολλά σημεία της επιφάνειας, μαρτυρούσαν την εχθρική επαφή που προκλήθηκε με τα διάφορα ουράνια σώματα που κατά καιρούς επισκέπτονταν κι έπεφταν με καταστροφική μανία πάνω στην επιφάνειά του. Η Γη μπορούσε να προφυλαχτεί. Ο Άρης όμως, όπως κι η Σελήνη, όχι!

Ο Λέοναρντ φόρεσε τη διαστημική στολή του, όπως έκαναν και οι δύο κοπέλες της ομάδας του και επιβιβάστηκαν στο μικρό Αρειανό σκάφος που θα τους μετέφερε από τον σταθμό κάτω στην αφιλόξενη επιφάνεια του πλανήτη.

Εκεί υπήρχε μια μικρή επιστημονική βάση, χωρίς ανθρώπινο δυναμικό, αλλά με την ικανότητα να συντηρήσει  δέκα τουλάχιστον ανθρώπους για χρονικό διάστημα ενός μηνός. Με δεξαμενές οξυγόνου, νερού και αποξηραμένης τροφής. Με ιατρικό κέντρο και υπολογιστές που ρύθμιζαν σχεδόν τα πάντα σε αυτή την Αρειανή βάση. Η εξωτερική κεραία επικοινωνίας, βρισκόταν πάνω στη βάση και πάντα στραμμένη προς τη Γη, έτοιμη να στείλει ανά πάσα στιγμή τα μηνύματα και ευρήματα της αποστολής.

Το πρώτο μέλημά τους μόλις βγήκαν στην επιφάνεια του Άρη κι άρχισαν να βαδίζουν προς τον κοντινότερο κρατήρα από τη βάση τους, ήταν να πάρουν μετρήσεις για το επίπεδο της ραδιενέργειας. Έπειτα έπρεπε να συλλέξουν πετρώματα, να τα κατηγοριοποιήσουν ανά είδος, να αναζητήσουν μικροοργανισμούς, αν υπήρχαν,  μια δουλειά που είχε ανατεθεί στις κοπέλες της αποστολής. Ο Λέοναρντ είχε το ρόλο του ψυχολόγου, ερευνητή και μεσολαβητή, αν χρειαζόταν τελικά.

Μετά τον πρώτο, σύντομο περίπατό τους στον Άρη, επέστρεψαν στη βάση τους. Όλα κυλούσαν ήρεμα και ρουτινιάρικα, όπως είχαν προγραμματιστεί ήδη. Πήγαιναν σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα της αποστολής εξερεύνησης και αναζήτησης. Όλα φαίνονταν να κυλούν φυσιολογικά. Ένα πράγμα ίσως δεν είχαν προβλέψει, κι αυτό ήταν  το απρόβλεπτο!

Ο Λέοναρντ αντιλήφθηκε μια σκιά που πέρασε στιγμιαία από το παράθυρο της βάσης, που έτυχε να βρίσκεται εκεί μπροστά του. Μια αδιόρατη, φευγαλέα και ακανόνιστη σκιά. Δεν μπορούσε να καταλάβει τι την προξενούσε. Κι όμως για λίγα δευτερόλεπτα την είχε αντιληφθεί, την είχε νιώσει, και μια παγωμένη ανατριχίλα τον διαπέρασε ολόκληρο. Δεν ήταν ένα παιχνίδι της φαντασίας του, ή ένα ξεγέλασμα των αισθήσεών του, κάτι βρισκόταν εκεί έξω, περπατούσε, έτρεχε και έφερνε κύκλους τη βάση τους. Γιατί όμως άραγε; Μήπως προσπαθούσε να μπει μέσα στη βάση;  Να επικοινωνήσει μαζί του; Μα τι  να ήθελε τέλος πάντων;

Ο Λέοναρντ επικοινώνησε γρήγορα με τα μέλη της ομάδας που βρίσκονταν ψηλά στον διαστημικό σταθμό «Orion»,  αν παρατηρούσαν τίποτα το αφύσικο στους ανιχνευτές τους. Η απάντηση που πήρε μετά από λίγο ήταν αρνητική. Δεν έβλεπαν τίποτα το περίεργο ή αφύσικο. Δεν υπήρχε κάτι εκεί έξω. Καμιά κίνηση, πέρα από την ανεπαίσθητη κίνηση των αμμόλοφων,  δεν εμφανιζόταν στις οθόνες τους. Όλα κυλούσαν φυσιολογικά.

Οι κοπέλες της αποστολής του είχαν τελικά αποκοιμηθεί στους ειδικούς θαλάμους ανάπαυσης της βάσης. Εκείνος ωστόσο, αποφάσισε να μην τις ξυπνήσει ακόμη. Φόρεσε για άλλη μια φορά τη στολή του και βγήκε έξω. Ενημέρωσε το «Orion» για την έξοδό του αυτή.

Μόνο τα άστρα του Αρειανού τοπίου φαίνονταν εκεί ψηλά κι ήταν όμορφα και σαγηνευτικά. Το θέαμα αυτό δεν τον επηρέασε να αντιληφθεί μια ξαφνική και απροσδιόριστη κίνηση στο πίσω μέρος της βάσης, εκεί προς την κατεύθυνση του κρατήρα που είχαν επισκεφτεί τελευταία φορά. Προχώρησε προς τα εκεί με μικρά, διστακτικά βήματα, αναφέροντας κάθε τόσο στο «Orion». Τα μάτια του δεν τον ξεγελούσαν, ναι σίγουρα, κάτι υπήρχε εκεί, δεν έκανε λάθος!

Η οντότητα στριφογύριζε τη βάση για αρκετή ώρα. Παρακολουθούσε όλες τις ανθρώπινες δραστηριότητες έξω από τη βάση και προσπαθούσε να βρει έναν τρόπο να μπει τελικά μέσα σε εκείνη τη μεταλλική κατασκευή.

Είχε φτάσει στον Άρη πριν από πολύ καιρό και της φάνταζε εξαιρετικά απίθανο να συναντήσει άλλα νοήμονα όντα σε αυτό τον πλανήτη. Ήταν σχεδόν έτοιμη να εγκαταλείψει την εξερεύνηση του πλανήτη,  αλλά να, την ύστατη στιγμή, είχε εντοπίσει αυτήν τη μεταλλική κατασκευή στην επιφάνεια αυτού του έρημου, αφιλόξενου πλανήτη και για καλή της τύχη, εντόπισε κι εκείνα τα τρία ανθρώπινα όντα με τα άβολα διαστημικά σκάφανδρα να εξερευνούν σχολαστικά τον κοντινότερο κρατήρα. Συνειδητοποίησε ότι δεν ήταν πια μόνη της. Είχε συντροφιά επιτέλους. Υπήρχαν κι άλλοι. Κι έπρεπε, ναι σίγουρα έπρεπε, να τους μελετήσει.

Τέτοια ευκαιρία που της παρουσιάστηκε δε θα την άφηνε να πάει χαμένη κι ήταν έτοιμη να την εκμεταλλευτεί. Πλησίασε γρήγορα τον άνθρωπο με τη γαλάζια στολή, αθόρυβα από πίσω και χωρίς να την αντιληφθεί, διείσδυσε αρχικά στη στολή του και μετά στο ίδιο του το σώμα.

Επέλεξε το κυριότερο σημείο του σώματός του, τον εγκέφαλο  κι άρχισε εκεί να διαβάζει τις σκέψεις του, να αναβιώνει τις αναμνήσεις του και να βλέπει και να νιώθει όλα όσα έβλεπε κι ένιωθε εκείνη η μικρή εύθραυστη ανθρώπινη ύπαρξη.

Ταράχτηκε με το πρώτο ορμητικό κύμα των συγκινήσεων και των ερωτημάτων που κατέκλυσαν το πληροφοριακό του σύστημα, έτσι απότομα που του προκάλεσαν μεγάλη σύγχυση κι αμηχανία.

Μα πως μπορούσε αλήθεια, μια τόσο δα μικρή κι αδύναμη ύπαρξη, εξαρτημένη να επιβιώνει με οξυγόνο και νερό,  να κρύβει, εντέλει, τόσα πολλά αλληλοσυγκρουόμενα και ανόμοια πράγματα, εικόνες, καταστάσεις, εμπειρίες και μυριάδες συναισθήματα! Άρχισε να αισθάνεται μια συμπάθεια και μελαγχολία,  για εκείνη την ανθρώπινη ύπαρξη. Της θύμιζε το ξεκίνημα της δικής της φυλής, ένα ξεκίνημα πριν από χιλιάδες χρόνια, σε ένα απομακρυσμένο αφιλόξενο ηλιακό σύστημα, αρκετά έτη φωτός μακριά από αυτό που βρισκόταν τώρα.

Κάπως έτσι ήταν κι αυτοί, στην αυγή της δικιάς τους ιστορίας. Το αποκορύφωμα της τεχνολογίας τους ήταν τα Ρομπότ, με την τεχνητή νοημοσύνη να φτάνει σε υψηλά επίπεδα σε βαθμό να τους βοηθά  να κυριεύσουν πολλά άλλα γειτονικά πλανητικά συστήματα. Δεν τους έφτανε όμως αυτό. Η δίψα τους για κυριαρχία ήταν ατελείωτη.  Ήθελαν κι άλλα.

Εξελίχτηκαν σημαντικά κυρίως σωματικά, μετά την πρώτη τους επαφή με άλλα, ανώτερα όντα, που τους προσέφεραν απλόχερα, υψηλή τεχνολογία και νέες πνευματικές αναζητήσεις. Μ’ ένα «αντάλλαγμα» βέβαια…

Φανερώθηκαν μπροστά τους νέοι, απίθανοι κόσμοι, με άπειρους συνδυασμούς όντων, πολύχρωμοι κι απίστευτοι μέσα στο χώρο και στο χρόνο. Να έρχονται σε σύγκρουση με όλα όσα είχαν μάθει και βιώσει μέχρι τώρα, ενάντια στους ίδιους τους φυσικούς νόμους που ρύθμιζαν τη λειτουργία και ισορροπία του Σύμπαντος, όπως το ήξεραν.

Έμαθαν να ταξιδεύουν και να διανύουν τεράστιες αποστάσεις σε ελάχιστα χρονικά διαστήματα. Και στο τέλος, το αποκορύφωμα όλων, το τίμημα για όλα, ήταν το «αντάλλαγμα» που έπρεπε να πληρώσουν, κι αυτό ήταν να αποδεσμευτούν από το ίδιο τους το υλικό σώμα. Να χάσουν την υλική τους υπόσταση και να μετουσιωθούν σε καθαρή ενέργεια. Με τον τρόπο αυτό άρχιζε γι’ αυτούς το μοναχικό ταξίδι προς την αθανασία.

Ήταν μια σαρωτική νίκη του ίδιου του πνεύματος απέναντι στην ύλη. Με τον τρόπο αυτόν, επικράτησαν και θριάμβευσαν. Το Σύμπαν ολόκληρο ήταν πλέον δικό τους και τους περίμενε υπομονετικά  να το εξερευνήσουν και να το διαμορφώσουν.

Η οντότητα έβλεπε μέσα από αυτόν τον άνθρωπο το αναπόφευκτο τέλος της ίδιας της ανθρώπινης ύπαρξης που πλησίαζε αμείλικτα σε εκείνον τον μικρό γαλάζιο πλανήτη, που ονομαζόταν Γη. Ο τρίτος πλανήτης από τον ήλιο τους. Σημαδιακό άραγε, γιατί και σ’ αυτούς ο μητρικός τους πλανήτης ήταν τρίτος σε απόσταση από τον δικό τους ήλιο. Έβλεπε το αδιέξοδο που οδηγούσαν όλοι εκείνοι οι μάταιοι πολεμικοί εξοπλισμοί των κρατών της Γης, που γίνονταν, τάχα, στο όνομα της Ειρήνης, της ασφάλειας  και της ευημερίας των λαών.

Η ανθρωπότητα βρισκόταν στο χείλος ενός πυρηνικού ολέθρου και μιας μαζικής καταστροφής όσο ποτέ άλλοτε. Ο αφανισμός της θα ήταν ακαριαίος. Κανείς και τίποτε δε θα επιβίωνε από μια τέτοια μαζική καταστροφή. Δεν απείχε πολύ η στιγμή για την ώρα Μηδέν, που κάποιος ασυνείδητος ηγέτης, στο όνομα της «Παγκόσμιας ειρήνης και ευημερίας»,  θα πατούσε το κουμπί της τελικής επίθεσης με πυρηνικά όπλα εναντίον ενός άλλου κράτους. Το κακό θα γινόταν. Αν όχι τώρα, σε κάμποσα χρόνια. Ήταν αναπόφευκτο. Και δεν είχε γίνει μόνο μια φορά στο παρελθόν.

Απότομα η οντότητα, όπως είχε μπει στον Λέοναρντ, αποτραβήχτηκε κι έφυγε από κοντά του. Ήθελε να σκεφτεί και να ζυγιάσει όλα όσα είχε μάθει κι αποκομίσει από εκείνη τη μικρή, εύθραυστη ύπαρξη. Άξιζε άραγε να παρέμβει και να βοηθήσει;   Έστειλε όλα τα δεδομένα που είχε συλλέξει πίσω στον αρχέγονο «Νου». Εκείνος θα αποφάσιζε για τη μοίρα του ανθρώπινου γένους. Για την επιβίωση ή την καταστροφή του.

Σύντομα, από την απαρχή του Σύμπαντος, ίσως να χάραζε, μια νέα εποχή για όλη την εξέλιξη της ανθρωπότητας.  Η συνάντηση στον Άρη ήταν μοιραία. Η ιστορία θα ξαναγραφόταν. Η ανθρωπότητα θα έσπαγε επιτέλους τα γήινα δεσμά της και θα εκτοξευόταν στα βάθη του Διαστήματος. Καινούργιοι δρόμοι θα ανοίγονταν, με άπειρες δυνατότητες και προοπτικές. Τίποτε πλέον δε θα ήταν το ίδιο όπως πριν.

Η τελική έκβαση αυτής της «Συνάντησης» μπορεί να είναι οδυνηρή για πολλούς, αλλά στο τέλος θα την αποζητήσουν και θα την ασπαστούν, όπως έκαναν κι εκείνοι στη δικιά τους εποχή, στο δικό τους κόσμο. Στο κάτω-κάτω ποιος είναι εκείνος που αγαπά περισσότερο τον θάνατο και την ανυπαρξία, από την ίδια τη ζωή και την αθανασία! Τα μυριάδες αστέρια του ουρανού, λάμπουν και περιμένουν. Λες κι ανυπομονούν για αυτή τη συνάντηση με το ανθρώπινο γένος.

Μόνο το Αύριο, τελικά, αργεί να έρθει ακόμα…

_

γράφει ο Νίκος Θ. Μέντης

 

 

 

 

 

 

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Άννα Μάλαμα

Γεννήθηκα και μεγάλωσα στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασα Παιδαγωγικά κι έκανα μετεκπαίδευση στην Ειδική Αγωγή. Εργάστηκα ως δασκάλα γενικής και ειδικής Αγωγής σε σχολεία του Έβρου, του Κιλκίς και της Θεσσαλονίκης. Όταν δε δουλεύω με τα παιδιά, μου αρέσει να διαβάζω όμορφα βιβλία. Πού και πού η πένα μου γαργαλάει το χέρι κι αραδιάζω στο χαρτί τις δικές μου ιστορίες.

1 σχόλιο

  1. Νίκος Θ. Μέντης

    Σας ευχαριστώ θερμά για την επιμέλεια και τη φιλοξενία αυτού του μικρού μου διηγήματος. Νίκος Θ. Μέντης

    Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Εγγραφείτε στο newsletter

Αθήνα Παγκόσμια Πρωτεύουσα Βιβλίου

Ακολουθήστε μας στο Twitter

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος