Κι αφού δεν έμεινε

τίποτε άλλο για να πω

κάθομαι απέναντί σου

και αρχίζω με μανία

τα πλήκτρα σου να τα χτυπώ.

Και τα πληγώνω

και τα σκοτώνω

με πόσο μίσος μα την αλήθεια

αυτήν, που δεν τολμώ να πω.

Κι ο ήχος του φονικού αβάσταχτος

να μου τρυπάει το μυαλό.

Όχι δεν έχω τίποτα να πω.

Τίποτα ευχάριστο.

Τίποτα δυσάρεστο.

Τίποτα που να αξίζει.

Τίποτα που να θυμίζει

αυτόν τον άλλον εαυτό.

Όχι δεν ξέχασα ποιος ήταν

κι αυτό είναι εν τέλει το κακό.

Να τον ξεγράψω από τη μνήμη θέλω

μα εσύ μου λες πως δεν μπορώ.

Κι έτσι το μένος μου επιτείνεις

να ησυχάσω δεν μ΄ αφήνεις

Να προχωρήσω θέλω εμπρός

σε έναν πλατύ ορίζοντα … στο φως.

Μα αυτό που με κρατάει πίσω

είναι εκείνο το παιδικό

όλο λαχτάρα βλέμμα,

που δεν μπορώ να λησμονήσω.

Είναι το βλέμμα που το ρήμαξα

είναι το βλέμμα που το πλήγωσα

το βλέμμα που όλο ήθελα να το αλλάξω.

Αυτό είναι, που με κρατάει πίσω.

Το βλέμμα εκείνο το παιδικό,

που περιμένει να τ΄ αγαπήσω.

 

_

γράφει η Άννα Ρουμελιώτη

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!