Μεταναστεύω με τον αέρα
κανείς μας δεν αιωρείται.
Τεμαχιζόμαστε,
ψηφίδες του χρόνου γινόμαστε.

Μια σαύρα ερήμου
ενσαρκώνεται εμπρός μου.
Τα μικρά της ποδαράκια,
στην καυτή άμμο.
Φλεγόμενα βήματα,
πάνω τους έρπεται
πυρπολημένο το μυαλό μου.

Θύμησες άνυδρες.
Η ανάγκη μου μεγάλη,
να συρθώ ως το μεγαλείο σου.

Γιε των Δακρύων μου.
Στα σακατεμένα μου γόνατα
κρατώ το βάρος της ευθύνης μου.

Τι φορτίο ο εαυτός μου
Θεέ μου.
Κόκκοι άμμου
στα μάτια.
Γυαλί γίνεται.
Ματώνει ότι βλέπω.
Γλύφω τις πληγές μου,
μόνος επουλώνομαι.
Η προσευχή:
Λόγος κόμπος λάθη
Λόγος κόμπος πάθη.
Λόγος κόμπος δάκρυ.

Η ύπαρξη:
ερημωμένη
ικέτης πια
καρφιτσώνω την πτώση μου
στο μέτωπο.
Εγώ ο έκπτωτος.

Το φεγγάρι σφυρηλατεί τη Νύχτα μου
Μεταλλικοί ήχοι εμβολίζουν το μυαλό μου.

Η προσπάθεια:
Το βήμα γλιστρά πάνω στους λίθους
αυτούς που πολλοί πήραν στο χέρι
για να μου ρίξουν.

Βήμα κουρασμένο
παραπατώ στις ενοχές

Η Κάθαρση:
Το δάκρυ
πορφυρές ουρές
ίχνη στο δέρμα
στάζει.
Αλμυρό
γήινο.

Ανατολή...

Το φως!
το φως!
Αχνίζει από τα σπλάχνα της αυγής.

Φωνή Βροντερή!

“Σήκω άνθρωπε!
Σήκω άνθρωπε και στάσου”
Λευκά νέφη πρησμένα
ώριμα στήθη γυναικός,
νερό ουράνιο
βυζαίνω


Υγρασία
Πηλός γίνομαι
χτίζομαι ξανά.

Άνθρωπος καθάριος
στέκομαι
στης γης το στερέωμα.

Το κομποσκοίνι των δακρύων μου
στον λαιμό.

Δέξου με Κύριε.

 

_

γράφει η Ελένη Χιωτάκη

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!