Select Page

Το κουμπί

Το κουμπί

 

emergency-stop

 

Ο κύριος Αριστείδης ζει σ’ ένα ορεινό χωριό κοντά στο Αμύνταιο. Θα μου πείτε: «Αυτό τώρα γιατί είναι σημαντικό»; Είναι σημαντικό, γιατί ο κύριος Αριστείδης εργάζεται στον ατμοηλεκτρικό σταθμό της ΔΕΗ στο Αμύνταιο. «Ε, ωραία», θα μου ξαναπείτε, «μήπως είναι κι ο μόνος; Δεκάδες εργάζονται στη ΔΕΗ από όλα τα χωριά που είναι κοντά στο Αμύνταιο κι όχι μόνο».

Φυσικά και ναι. Αλλά μεταξύ του κυρίου Αριστείδη και των υπολοίπων εργαζομένων υπάρχει μια μεγάλη διαφορά. Όλοι σχεδόν οι εργαζόμενοι πηγαίνουν στη ΔΕΗ με ρούχα δουλειάς. Ο κύριος Αριστείδης όμως πηγαίνει με το κουστουμάκι του, τη γραβατούλα του, με τα λουστραρισμένα παπούτσια του και το μαλλί να γυαλίζει από την μπριγιαντίνη. Πηγαίνει, που λέμε «σένιος» και γυρίζει ξεκούραστος και «σένιος». Ενώ όλοι οι άλλοι γυρίζουν κατάκοποι, ιδρωμένοι και μουντζουρωμένοι. Αυτός ήταν και ο λόγος που έχαιρε ιδιαίτερης εκτίμησης στο χωριό.

Εφόσον έφερε κοστούμι στη δουλειά και δεν κουραζόταν, τι θα μπορούσε να είναι, πέρα από «κάδρο»; «Κάδρο» σημαίνει, διοικητικό στέλεχος. Σ’ αυτό συνηγορούσε και το παρουσιαστικό του. Σοβαρός 50αρης, ευθυτενής, με γκρίζες φαβορίτες και όλα του τα μαλλιά, μετρημένος κι ολιγόλογος. Όλοι τον χαιρετούσαν με σεβασμό και συχνά του εξομολογούνταν διάφορα, κυρίως τα παράπονά τους για τη ΔΕΗ, κι αυτός κουνούσε το κεφάλι με κατανόηση και σημείωνε σ’ ένα μπλοκάκι διάφορα ορνιθοσκαλίσματα που μόνο ένας γιατρός θα μπορούσε να διαβάσει. Εικοσιπέντε χρόνια κανείς δεν τον είδε να ανησυχεί για κάτι, να ταράζεται για κάτι ή να κάνει κάτι ανάρμοστο. Ήταν αφοσιωμένος στην οικογένειά του, τουτέστιν μόνο στη γυναίκα του, την κυρία Γκίτσα απ’ το Ξινό Νερό Φλωρίνης – καλή γυναίκα, λίγο ψηλομύτα - αφού δεν είχε την τύχη ή την ατυχία ν’ αποκτήσει κληρονόμους εξ αίματος, τουτέστιν μεθερμηνευόμενον: κουτσούβελα.

Ο καιρός περνούσε, όπως περνάει ο καιρός, δηλαδή χωρίς να το πάρουμε χαμπάρι, κι οι εκλογές για την κοινότητα του χωριού πλησίαζαν όλο και πιο κοντά. Έτσι, ένα βροχερό βράδυ (πρέπει το βράδυ να είναι βροχερό για να υπάρχει στην ιστορία μας σασπένς) κατά τις 8μ.μ. τον επισκεφτήκαν εμπιστευτικά στο σπίτι, ο παπάς του χωριού με τον αγροφύλακα και το δάσκαλο. Τους υποδέχτηκε με τη χαρακτηριστική του ευγένεια, τους τράταρε καφέ και φοντάν κι αυτοί του ανακοίνωσαν ότι θα ήταν πρόθυμοι να υποστηρίξουν την υποψηφιότητά του για κοινοτάρχη. Ο κύριος Αριστείδης ήταν έτοιμος να αρνηθεί, αλλά όταν είδε το ξινό βλέμμα που του ‘ριξε η γυναίκα του, άλλαξε αμέσως δρομολόγιο (οι γυναίκες είναι γενικά πιο φιλόδοξες ως γνωστόν, κι η κυρία Γκίτσα δεν ανήκε στις εξαιρέσεις). Δεδομένου και της εκτίμησης που εισέπραττε από τους συγχωριανούς του, δέχτηκε, αν και κάτι, κάτι πολύ μικρό για να το διακρίνουμε και να το ονομάσουμε, τον γρατζούνισε στα σωθικά. Δεν ήταν πάντως κόκαλο από ψάρι, αυτό είναι σίγουρο. Αν ήταν θα το ήξερε. Μόλις είπε το μεγάλο Ναι, με παρότρυνση του παπά, σηκωθήκαν όλοι όρθιοι, έσκυψαν κεφάλια, κι ο παπάς κάτι μουρμούρισε πριν αρχίσουν να ψάλλουν όλοι μαζί «Τη Υπερμάχω».

Τα νέα διαδόθηκαν στο χωριό και διαδόθηκαν αστραπιαίως. Ο κομμουνιστής νυν κοινοτάρχης κάλεσε το επιτελείο του για να χαράξουν την προεκλογική του εκστρατεία. Γύρω από ένα τραπέζι στο καφενείο «Οι τρεις κληματαριές» που βρίσκεται στην πάνω γειτονιά, τρεις η ώρα το πρωί, κάθισαν ο Σταύρος ο ιδιοκτήτης του καφενείου, ο Ξενοφών ο υδραυλικός, ο Πολυχρόνης ο γουναράς, που ήταν και γραμματέας της κοινότητας κι ο Βάγκος ο συνδικαλιστής των εργατών του χωριού στη ΔΕΗ, μισοπιωμένοι.

-Τι ξέρουμε για αυτόν τον κύριο Αριστείδη, συναγωνιστές; άρχισε ρητορικά ο κοινοτάρχης. Τον γνωρίζουμε 25 χρόνια, αλλά αυτό που ξέρουμε είναι μια τρύπα στο νερό. Ποιος θα το φανταζόταν ότι θα ήθελε να υφ’ αρπάξει την κοινότητα από τις προοδευτικές δυνάμεις που επί 16 συναπτά χρόνια, κυβερνούμε αυτό τον τόπο με σύνεση, δικαιοσύνη και κυρίως λέω κυρίως με…

-Ξέρουμε ότι εργάζεται στη ΔΕΗ, πετάχτηκε ο γουναράς.

Ο κοινοτάρχης τον κοίταξε τσατισμένος που τόλμησε να τον διακόψει και δεν τον άφησε να τελειώσει. (Αγαπητέ αναγνώστη, ξέρεις τι σημαίνει να μην σ’ αφήνουν να τελειώσεις;)

-Εργάζεται στη ΔΕΗ, εργάζεται στη ΔΕΗ, επανέλαβε κοροϊδευτικά ο κοινοτάρχης. Και ποιος δεν εργάζεται στη ΔΕΗ ρε μαλάκα; Όλος ο κόσμος εργάζεται στη ΔΕΗ. Το θέμα είναι άλλο. Ο τύπος είναι στέλεχος.

Εδώ ο κοινοτάρχης, έκανε μια παύση όλο σημασία.

-Ε, και; ρώτησε πάλι ο γουναράς.

-Τι σημαίνει στέλεχος σύντροφε μου; τον κατακεραύνωσε ο κοινοτάρχης. Σημαίνει ότι συνεργάζεται με το κεφάλαιο.

-Ε, και; ξαναρώτησε ο γουναράς.

-Ε, και; Καικέξης και ξερός! Αφού συνεργάζεται με το κεφάλαιο και ρίχνει νερό στο αυλάκι των καπιταλιστών – καταπιεστών, κάπου θα έχει λερωμένη τη φωλιά του καταλάβατε; φώναξε θριαμβευτικά ο κοινοτάρχης.

-Α ναι σωστά, αναφώνησαν όλοι οι άλλοι μαζί.

-Α ναι, α ναίξης. Πρέπει να μάθουμε πού είναι μπλεγμένος. Αλλιώς το κίνημα θα δεχτεί βαριά ήττα. Γι’ αυτό προτείνω, ο συναγωνιστής Ξενοφών, να διεξάγει λεπτομερή έρευνα.

-Και γιατί δεν λέμε στον Βάγκο, τον συνδικαλιστή, που δουλεύει και στη ΔΕΗ; ξαναρώτησε ο γουναράς;

-Γιατί θα κινήσει υποψίες ανόητε, απάντησε ο κοινοτάρχης. Επιπλέον τον πατέρα του Ξενοφώντα τον σκότωσαν οι γερμανοτσολιάδες το 43.

-Και τον δικό μου τον έσφαξαν οι μοναρχοφασίστες το ‘47, μουρμούρισε πικαρισμένος ο γουναράς. Αλλά δεν το κάνω θέμα.

-Αυτά, ανακοίνωσε φωναχτά ο κοινοτάρχης. Η συνεδρίαση έληξε. Είναι κανείς για ένα γύρο συντροφική πρέφα ή προτιμάτε ξερή;

Δυο ώρες μετά, όλη η παρέα τύφλα στο μεθύσι, αναχώρησαν από το καφενείο τραγουδώντας «Με το ντουφέκι μου στον ώμο…»

-Και συ ρε Σταύρο, φώναξε ο κοινοτάρχης, τι στο διάολο γράφεις: «τρεις κληματαριές» γράψε: «καμιά κληματαριά»!

Την επόμενη το βράδυ, ο κύριος Αριστείδης πέρασε από το καφενείο της πλατείας. Με το που μπήκε, πετάχτηκε ο Ξενοφών και τον κάλεσε στο τραπέζι. Ήδη ο αγροφύλακας κι ο γουναράς ήταν εκεί.

-Μόνο για μια ωρίτσα αγαπητοί μου, δήλωσε σοβαρά ο κύριος Αριστείδης

Ο Ξενοφών ανακάτεψε την τράπουλα και την τοποθέτησε στο κέντρο. Όλοι τράβηξαν από ένα χαρτί. Ο κύριος Αριστείδης τράβηξε βαλέ. Πήρε την τράπουλα την ξανανακάτεψε κι άφησε τον αγροφύλακα να κόψει. Μετά, μοίρασε τα χαρτιά κι άρχισε το παιχνίδι. Ο Τάκης, ο καφετζής, σέρβιρε το ρακί και το μεζέ και το πρώτο δεκάλεπτο πέρασε με: «μμμ είδες;», «να πάρει δε με θέλει σήμερα το γαμημένο», «θα παίξεις ή να πάω για ύπνο;», «άντε ρε ξημερώσαμε!».

Ξαφνικά, ο Ξενοφών ρωτάει τον κύριο Αριστείδη.

-Πώς ήταν σήμερα στη δουλειά;

-Τα συνηθισμένα, απάντησε αυτός.

-Τα συνηθισμένα ποια δηλαδή; ξαναρώτησε ο Ξενοφών. Τι ακριβώς κάνεις στη ΔΕΗ;

-Ε, τα ‘παμε δεν τα ‘παμε; απάντησε ο κύριος Αριστείδης. Είμαι «Επόπτης διαχείρισης της λειτουργίας των ηλεκτρικών συστημάτων διανομής φορτίου», ωφέλιμου... εννοείται.

-Είδες; Στα ’λεγα εγώ, είπε με νόημα ο γουναράς. Ο κυρ Αριστείδης είναι τιτλούχος, συμπλήρωσε ενθουσιασμένος και κλώτσησε τον Ξενοφώντα κάτω από το τραπέζι.

Ένα «ωχ» δυνατό ξέφυγε από τον Ξενοφώντα κι ο καφετζής νομίζοντας ότι ήτανε γι’ αυτόν, τους σέρβιρε ακόμα ένα γύρο ρακί και μεζέ.

-Ποιος ζήτησε μεζέ ρε Τάκη, αναφώνησε ο μέχρι τότε σιωπηλός αγροφύλακας. Δε βλέπεις ότι σε λίγο θα πάμε στα σπίτια μας;

Τα ‘χασε ο καφετζής. Πήγε να τα μαζέψει, αλλά…

-Άστα κάτω ρε Τάκη, είπε πάλι ο αγροφύλακας. Δεν ήρθε ακόμα η ώρα να πάμε στα σπίτια μας. Σε λίγο είπα, σε λίγο δεν είπα; ρώτησε και τους άλλους.

Ο καφετζής τα άφησε και έφυγε φουρκισμένος.

Μετά από κάνα τρίωρο, ο κύριος Αριστείδης σηκώθηκε να φύγει. Δεν έχασε πολλά. Για την ακρίβεια δεν έχασε τίποτα μια και παίζανε ξερή με φασόλια. Αλλά ο χαμένος πληρώνει το λογαριασμό.

-Άσε κυρ Αριστείδη, είπε ο Ξενοφών. Σήμερα είναι κερασμένα.

Συνόδεψε τον κύριο Αριστείδη στην πόρτα και τον βοήθησε να βάλει το παλτό του. Πριν φύγει του ‘πε:

-Έχω ένα θέμα κυρ Αριστείδη, πώς να το πω, μήπως μπορώ αύριο να περάσω να τα πούμε απ’ το γραφείο, στη ΔΕΗ;

-Καλοδεχούμενος, απάντησε ανυποψίαστος ο κύριος Αριστείδης.

Όταν ο κύριος Αριστείδης γύρισε στο σπίτι, η γυναίκα του, η κυρία Γκίτσα, τον ρώτησε πού ήταν κι αυτός απάντησε:

-Στο Καφενείο του Τάκη, στην πλατεία.

-Αυτό το ξέρω, του είπε αυτή ξερά. Από χιλιόμετρα βρωμάς Τακήλα!

-Ε, αφού το ξέρεις τι ρωτάς, της λέει κι αυτός και πήρε δρόμο για την κρεβατοκάμαρα.

-Μην κατευθύνεσαι προς τα εκεί, τον τράβηξε από το μανίκι. Σήμερα θα κοιμηθείς στο μπαουλοντίβανο, γι’ αυτό ρωτάω. Παναγιά μου τι μυρουδιά κι αυτή!

Κόντευε μεσημέρι όταν άκουσε να του χτυπάν την πόρτα στο γραφείο. Άνοιξε και μπήκε ο Ξενοφών μ’ ένα κουτί σοκολατάκια. Ο Ξενοφών έριξε ένα βλέμμα τριγύρω ξαφνιασμένος. Αυτό δεν ήτανε γραφείο. Ήταν ένα δωμάτιο γεμάτο με κουμπιά και διακόπτες. Σε μια γωνιά υπήρχε ένα τραπεζάκι κουζίνας με τέσσερις καρέκλες κι ένα τρανζίστορ με μπαταρίες. Παραδίπλα, ένα μικρό ψυγείο κι επάνω στο ψυγείο ένα καμινέτο, δυο κουτιά – ελληνικό καφέ και ζάχαρη – και μερικά φλιτζανάκια του καφέ και ποτήρια νερού. Ο κύριος Αριστείδης του ζήτησε να καθίσει και το ρώτησε αν θέλει καφεδάκι.

-Μέτριο, μέτριο, είπε ξέπνοα ο Ξενοφών.

Ο κύριος Αριστείδης, ετοίμασε δυο καφέδες και κάθισε μαζί του.

-Κανονικά δεν έπρεπε να πιω άλλον καφέ, είπε απολογητικά στον Ξενοφώντα. Σήμερα ήπια τρεις απ’ το πρωί.

Ρούφηξαν το καφέ χωρίς βιασύνη. Ο κύριος Αριστείδης άνοιξε τα σοκολατάκια και πήραν από ένα.

-Μάλιστα, είπε λίγο μετά ο Ξενοφών. Ώστε εδώ είναι το γραφείο σου. Ωραία είναι εδώ ε; Πολλοί διακόπτες ε; Πολλοί διακόπτες… Και τι κάνουν όλοι αυτοί οι διακόπτες;

-Δεν έχω σχέση εγώ μ’ αυτούς τους διακόπτες, είπε ο κύριος Αριστείδης.

-Αλλά, με τι έχεις σχέση, ρώτησε ο Ξενοφών. Γιατί σε βάλανε εδώ;

-Έχω, αλλά μόνο μ’ ένα διακόπτη. Αυτόν εκεί, απάντησε ο κύριος Αριστείδης, κι έδειξε ένα κίτρινο κουτί με ένα πράσινο φωτεινό κουμπί.

-Δηλαδή τι, προσέχεις μη φύγει από τη θέση του; ξαναρώτησε χαριτολογώντας ο Ξενοφών.

-Όχι, όχι, δεν ξέρω, είπε ο κύριος Αριστείδης

Ο Ξενοφών ξεροκατάπιε.

-Τι θα πει δεν ξέρεις; Εικοσιπέντε χρόνια είσαι εδώ και δεν ξέρεις; Κάπως περίεργα μου τα λες κυρ Αριστείδη.

-Αλήθεια λέω, δεν ξέρω, απάντησε αμήχανα ο κύριος Αριστείδης. Το μόνο που ξέρω είναι ότι αν γίνει κόκκινο θα πρέπει να το πατήσω.

-Και πόσες φορές έγινε μέχρι τώρα αυτό; 

-Ποτέ.

-Ούτε μια φορά; Δεν είναι δυνατόν.

-Ούτε μια φορά.

-Δηλαδή κάθεσαι εδώ και δεν κανείς τίποτα;

-Κάνω, πώς δεν κάνω. Ακούω ραδιόφωνο, μιλάω με συναδέλφους, διαβάζω κάνα περιοδικό, ξέρεις τώρα, να περνάει η ώρα.

-Και το κουμπί; Ούτε μια φορά;

-Ούτε μια φορά.

-Για δες ρε φίλε, ούτε μια φορά ε; Κανείς δεν θα το πιστέψει, είπε ο Ξενοφών με μια γκριμάτσα πόνου λες και δέχτηκε ηλεκτρική εκκένωση, τόσο δυνατή, που ήμουν σίγουρος πως το κάψιμο θα πρέπει να του άφησε ακόμα μια βαθιά ουλή στην ευαίσθητη φαιά ουσία του εγκέφαλου του.

Τα νέα ταξίδεψαν πιο γρήγορα κι απ' τη βροχή. Γιατί, τι νομίζετε ότι είναι ένα χωριό, αγαπητοί μου αναγνώστες. Είναι ένα μέρος μικρό, που ο ένας χώνει τη μύτη του στη ζωή του άλλου. Αυτό μερικοί ίσως να το θεωρούν γραφικό. Στην πραγματικότητα όμως οι ζωές αυτών των λίγων ανθρώπων αποτελούν μια πλεξούδα. Αλληλοδιασταυρώνονται μεταξύ τους. Μπερδεύονται τόσο πολύ, που μερικές φορές μπορεί να σφίξουν σαν βρόγχος για κάποιον απ’ αυτούς. Έτσι, όταν ο κύριος Αριστείδης πήγε το βράδυ στο καφενείο, αμέσως κατάλαβε ότι κάτι άλλαξε. Κανείς δεν τον χαιρέτισε, κανένας δεν τον κάλεσε να καθίσει μαζί του. Αυτός ντράπηκε να φύγει αμέσως. Κούρνιασε σ’ ένα τραπέζι άδειο κοντά στη πόρτα και παράγγειλε το γνωστό μεζέ. Ο Τάκης όμως αργούσε να τον σερβίρει και κάθε τόσο άκουγε τους συγχωριανούς του να γελάνε και να του ρίχνουν κλεφτές ματιές. Ο μεγαλύτερος σαματάς γινόταν στο τραπέζι του κομμουνιστή κοινοτάρχη. Δέκα λεπτά μετά, έφυγε γρήγορα για το σπίτι μ’ αυτό το κάτι μικρό να τον γρατζουνάει στα σωθικά. Η κυρία Γκίτσα είχε ήδη στρωμένο το μπαουλοντίβανο. Άλλαξε και πήγε στη κουζίνα. Πάνω στο τραπέζι βρήκε δίπλα σ΄ένα κρύο πιάτο φαί, που θύμιζε φιλανθρωπικό συσσίτιο της εκκλησίας, ένα ανορθόγραφο σημείωμα που έγραφε ότι «τηλεφόνισε ο παπάς και είπε ότι βρήκαν άλλο, πιο κατάλιλο, υποψύφιο για τις εκλογές στην κοινότιτα. Αχριστε, ε.. αχριστε».

Οι εκλογές πλησίαζαν στο μεταξύ, αλλά μια Κυριακή πιο πριν, ήταν το πανηγύρι για τα τσίπουρα. Ο κοινοτάρχης, σίγουρος πλέον για την επανεκλογή του, έδωσε το πράσινο φως για μεγαλειώδεις προετοιμασίες. Παράγγειλαν χρωματιστά λαμπιόνια από τη Φλώρινα, που τα παράγγειλε από την Θεσσαλονίκη, που τα παράγγειλε από την Αθήνα, και που όταν έφτασαν στο χωριό η συσκευασία έγραφε «made in china». Τα βρήκαν οικονομικά με τη «Μπάντα της Φλώρινας», τα καλύτερα χάλκινα της Ελλάδος. Η επταμελής μπάντα – 5 αδέλφια με το όνομα Βαλκάνης και δυο με το όνομα Αθανασίου – θα σταματούσαν την παγκόσμια περιοδεία τους με το Μπρέγκοβιτς για να παίξουν στο πανηγύρι. Επίσης το χορευτικό τμήμα του Φιλεκπαιδευτικού, Εκπολιτιστικού – Επιμορφωτικού συλλόγου «Αμύντας – Αμυνταίου», με παραδοσιακές φορεσιές θα άνοιγε το πρόγραμμα. Ως προς αυτό δεν υπήρξε ιδιαίτερη δυσκολία δεδομένου ότι τα μέλη του συγκροτήματος θα έφταναν στο χωριό με το πούλμαν του ΚΤΕΛ, μια διαδρομή μόνο 20’, και τα εισιτήρια θα τα πλήρωναν από τη τσέπη τους. Κι αυτό γιατί ήταν η πρώτη πρόσκληση που δέχτηκαν να χορέψουν κάπου δημοσίως. Οι δυο καφετζήδες, ο Τάκης του «Λε Μπιστρό» και ο Σταύρος του «Οι τρεις κληματαριές» μετά από καυγά, προκειμένου να μοιραστούν τα καρεκλοτράπεζα της πλατείας και την τροφοδοσία σε μεζέδες και άλλα προσφιλή εδέσματα, κατέληξαν γι’ ακόμα μια φορά σ’ αυτό που ίσχυε τα τελευταία δέκα χρόνια, δηλ. 70% για το «Λε Μπιστρό» και 30% για το «Οι τρεις κληματαριές». Το τσίπουρο θα έρεε άφθονο, προσφορά όλων των τσιπουροπαραγωγών του χωριού και τα βεγγαλικά θα θάμπωναν τον έναστρο ουρανό τα μεσάνυχτα, αρκεί να μην έβρεχε. Ειδικό σώμα εθελοντών, από 13 μέχρι 16 χρονών, ενισχυμένο με το απορριμματοφόρο, θα μάζευε τους τελευταίους μεθυσμένους τα χαράματα.

Ο ιερέας ετοίμασε το λόγο του και άρχισε να τον προβάρει στο διπλανό του ιερού χώρο, μπροστά σ’ ένα ολόσωμο καθρέπτη, που τις άλλες μέρες τον κάλυπτε με μαύρη κουρτίνα. Δεν παρέλειψε να συμπεριλάβει και μια αναφορά στις εκλογές, φυσικά μετά τον «Γάμο εν Κανά» που θα αποτελούσε και τον βασικό κορμό της ομιλίας του. Με την ευκαιρία, πρόβαρε και το καινούργιο ράσο, μέλανος σεμνού και βαθύχροου χρώματος, όπως ορίζει και ο αοίδιμος Περιστερίου Αλέξανδρος. Ράσο με κέντημα περιμετρικό σε ύφασμα τεχνητής μετάξης με δίχρωμα γαλόνια χρυσό - ασημί στο χρώμα του κεντήματος και βισκόζ φόδρα, με στιχάρι απομαγνητισμένο.

Με δυο λόγια η ομιλία του θα τελείωνε ως εξής: «Ας αποστρέψουμε αυτή τη φορά το βλέμμα μας από τον όφι, για να μη χάσουμε γι’ ακόμα μια φορά τον επίγειο παράδεισο, όπως τον χάσαμε στις προηγούμενες εκλογές. Ο Θεός είναι φιλεύσπλαχνος και συγχωράει τις αμαρτίες μας, αλλά αυτό δεν είναι λόγος να συνεχίσουμε να κάνουμε ανοησίες. Ψηφίστε το δάσκαλο που θα μας φροντίσει με την ιδία αγάπη που φροντίζει και τα παιδιά μας στο σχολείο. Αγαπητοί μου Χριστιανοί, πέστε ναι στην Αλλαγή».

Ο κοινοτάρχης έγραψε κι αυτός το λόγο του και τον πρόβαρε μπροστά στο γνωστό ακροατήριο που συγκέντρωσε στο γνωστό μας καφενείο «Οι τρεις κληματαριές». Φόρεσε το γαμπριάτικο του ριγέ κασμιρένιο κοστούμι, με το διπλόκουμπο σακάκι να σταυρώνει στο στήθος, παρά τις απεγνωσμένες αντιρρήσεις της γυναίκας του ότι είναι περασμένης μοδός. Βέβαια το σακάκι δεν κούμπωνε, γιατί στο μεταξύ, έβαλε τα κιλάκια του. Οι ατελείωτοι μεζέδες και η ρακοκατάνυξη είκοσι ετών, στέκονταν εμπόδιο ανάμεσα σ΄αυτόν και την λεωφόρο της κομψότητας, αλλά τελικά υπερίσχυσε ο υψηλός συμβολισμός, δεδομένου ότι παρόμοιο σακάκι φορούσε κι ο παρτιζάνο, Ούρμπανο Λατσάρο, που συνέλαβε τον Μπενίτο Μουσολίνι το '45. Αντιπαρέρχοντας το σχόλιο του γουναρά «ε καλά τώρα και ποιος τον ξέρει αυτόν τον παρμιτζάνο Λέτσαρο πρόεδρε; Μεταξύ μας το σακάκι σου πέφτει λίγο στενό», άρχισε να προβάρει με στόμφο το λόγο του. Τον ενδιέφεραν πρωτίστως τα σημεία που θα έπρεπε να πέσει χειροκρότημα. Γι’ αυτό απαγόρεψε στο Σταύρο να σερβίρει ρακί στο ακροατήριο προκειμένου να διατηρήσει την προσοχή του αμείωτη, πράγμα δύσκολο έτσι όπως πεταγόταν η κοιλιά του απ' το σακάκι.

Με δυο λόγια, η ομιλία του θα τελείωνε ως εξής: «Το παγκόσμιο Θρησκευτικό – οικονομικό κεφάλαιο επιδιώκει να μας αλλοτριώσει, τουτέστιν να μας τη φέρει μπαμπέσικα. Θέλει να μετατρέψει ολόκληρο τον πλανήτη σε χωριό, ακόμα και την Φλώρινα και ούτω καθεξής. Όταν εμείς είχαμε πολιτισμό οι καπιταλιστές ζούσανε στα δένδρα. ΟΝΕ, ΟΗΕ, Ουνέσκο, Γιούνισεφ και Νάτο, το ίδιο συνδικάτο. Αγαπητοί μου συγχωριανοί, πέστε ναι στην Αλλαγή».

Η γνωστή παρέα χειροκρότησε δυνατά,

-Πρόεδρε, πρόεδρε, σήκωσε το χέρι του ο γουναράς. Αυτό το τελευταίο, αυτό με την αλλαγή δεν το κατάλαβα.

-Τι θες να πεις, ρώτησε θορυβημένος ο κοινοτάρχης.

-Τι αλλαγή, αφού τους λέμε να ψηφίσουν ξανά εσένα;

-Αλλαγή συναγωνιστή σημαίνει αλλαγή, αλλαγή, αλλαγή, να μην ακούω μαλακίες.

Ο Σταύρος έσπευσε να σερβίρει το ρακί – μεζέ, ενώ οι άλλοι έδιναν τα συγχαρητήρια τους στον κοινοτάρχη λέγοντας διάφορα: «Άντε και με τη νίκη», «θα τους ξεσκίσουμε», «η αλλαγή ήρθε για να μείνει». Μόνο ο γουναράς μουρμούριζε, «Αλλαγή του κώλου αλλαγή…»

Όλη αυτή τη χρονική περίοδο της προετοιμασίας, ο κύριος Αριστείδης ήταν εξαφανισμένος. Δεν ξαναπάτησε το πόδι του στο καφενείο. Επέστρεφε κατ’ ευθείαν στο σπίτι του όπου η κυρία Γκίτσα, η γυναίκα του «Άχρηστε» τον ανέβαζε, «Άχρηστε» τον κατέβαζε. Το μπαουλοντίβανο ήταν πια το μόνιμο κρεβάτι του και για να μη νιώθει μοναξιά το βράδυ, κοιμόταν αγκαλιά μ’ ένα μαξιλάρι. Όσο για την εργασία του, δήλωσε απόλυτη διαθεσιμότητα, που σημαίνει ότι θα εργαζόταν και τις γιορτές και τις σχόλες, διπλές βάρδιες, μια και στο χωριό, όπως και στο σπίτι του, ένιωθε πια ανεπιθύμητος, σαν ξένος.

Επιτέλους έφτασε η Κυριακή του πανηγυριού κι απ’ τα ξημερώματα άρχισαν να κρεμάνε τα λαμπιόνια, να στρώνουν τα καρεκλοτράπεζα στη κεντρική πλατεία, να στήνουν τις ψησταριές, να ετοιμάζουν τα κρέατα και τους μεζέδες και να τοποθετούν τα βαρέλια με τη ρακί. Έφτασε κι η μικροφωνική για την ορχήστρα – το πάλκο φτιάχτηκε κάτω από τον πλάτανο – και τα βεγγαλικά τ' ανέλαβε η πυροσβεστική για να μην επαναληφθεί το περσινό λάθος, που παραλίγο να κάψουν την εκκλησία και το σχολείο. Δυστυχώς η παιδική χαρά του διπλανού χωριού κάηκε ολοσχερώς και παραλίγο να ξεκινήσει εμφύλιος πόλεμος ανάμεσα στα δυο χωριά. Τελικά όμως επικράτησε η κοινή λογική μια και στο διπλανό χωριό δεν είχανε παιδιά. Τα μέλη του χορευτικού συγκροτήματος έφτασαν πιο νωρίς και περιφέρονταν άσκοπα στην πλατεία με τον υπεύθυνο να τρέχει από πίσω τους και να τους φωνάζει να προσέχουν μη λερώσουν τις στολές γιατί ήταν νοικιασμένες από το Λαογραφικό Μουσείο Λεχόβου. Το γλέντι θα ξεκινούσε το απόγευμα μετά το σάουντ - τσεκ της Μπάντας Φλωρίνης.

Κατά τις 11π.μ. με το που τελείωσε η Θεία λειτουργία, γέμισε η πλατεία με το εκκλησίασμα. Όλοι φορούσαν τα καλά τους, μικροί – μεγάλοι, κι είχαν ιδιαίτερα καλή διάθεση. Ο μόνος που ήταν σκεπτικός και προβληματισμένος ήταν ο Ξενοφών. Δεν έβλεπε πουθενά τον κύριο Αριστείδη. Ούτε στην λειτουργία δεν ήρθε, απ’ την οποία δεν έλειψε ποτέ τα τελευταία 25 χρόνια και βάλε. Κι η απουσία του δεν μπορούσε να περάσει απαρατήρητη μια κι ήταν ένας από τους τρεις αριστερούς ψάλτες, ο δεξιότερος. Δεν ένιωθε καλά γιατί ήξερε ότι αυτός ήταν η αιτία για την κακοδαιμονία του κύριου Αριστείδη. Έτσι αποφάσισε να τον αναζητήσει στη ΔΕΗ.

Κατά τις 5μ.μ. τ’ απόγευμα, ο Ξενοφών, χτύπησε την πόρτα του χώρου με τους διακόπτες όπου εργαζόταν ο καθ' ού. Ο κύριος Αριστείδης τον υποδέχτηκε ευγενικά, όπως και την προηγούμενη φορά και τον τράταρε ελληνικό καφεδάκι. Φοντάν δεν υπήρχαν. Καταναλώθηκαν τις προηγούμενες μέρες για να γλυκάνουν τη μεγάλη πίκρα του, χωρίς όμως να καταφέρουν να απομακρύνουν αυτό το μικρό κατιτίς που του γρατζουνούσε τα σωθικά και δεν ήταν από ψάρι.

Στο μεταξύ, στην πλατεία έφτασε η Μπάντα με τα χάλκινα, άναψαν τα λαμπιόνια και τη μικροφωνική και όλοι έκαναν ησυχία καθώς ξεκίνησε το σάουντ – τσεκ. Η ώρα ήταν 6 και 20 μμ. όταν έπεσε το ηλεκτρικό. Για δευτερόλεπτα μεσολάβησε μια ησυχία και μετά άρχισαν όλοι να φωνάζουν και να τρέχουν δεξιά – αριστερά να βρουν τι φταίει. Πανηγύρι χωρίς ηλεκτρικό δεν γίνεται κι ο κοινοτάρχης έβριζε μια τον ηλεκτρολόγο που δεν έβρισκε τη βλάβη και μια τον γραμματέα που δεν πλήρωσε το λογαριασμό ηλεκτρικού της κοινότητας στη ΔΕΗ. Και οι δυο ορκίζονταν, σε ιερά και όσια, ότι δεν φταίνε αυτοί. Μάλιστα ο ηλεκτρολόγος πρότεινε να μεταφέρουν στην πλατεία τη γεννήτρια που έχουν για τα ποτίσματα, που όμως δυστυχώς δεν είχε αρκετό πετρέλαιο, άσε που η φασαρία της θα ήταν τόσο μεγάλη που οι συγχωριανοί δεν θα χόρευαν στο ρυθμό των ήχων της Μπάντας αλλά στο ρυθμό του σαματά της γεννήτριας.

Στη ΔΕΗ, οι Ξενοφών και κύριος Αριστείδης έπιναν τον καφέ τους αμήχανοι κι αμίλητοι γιατί κανείς από τους δυο δεν ήξερε πώς να ξεκινήσει την κουβέντα. Μες την νευρικότητα του ο Ξενοφών αναποδογύρισε τα φλιτζάνια του καφέ. Η αμηχανία ήταν τόσο μεγάλη που δεν πρόσεξαν αμέσως ότι το κουμπί έγινε κόκκινο. Όταν το είδαν, η ώρα ήταν 6 και 42 μμ. Αμέσως πετάχτηκε από την καρέκλα ο κύριος Αριστείδης και το πάτησε χωρίς δισταγμό. Για λίγο έμειναν κι οι δυο ακίνητοι κι επιφυλακτικοί – ίσως και λίγο φοβισμένοι - καθώς περίμεναν κάτι να γίνει, κάτι να κουνηθεί, κάτι να θορυβήσει, κάτι ν’ αλλάξει στην ατμόσφαιρα. Πέρασε έτσι ένα λεπτό και το μόνο που συνέβη ήταν το κουμπί που ξανάπρασίνισε.

-Κυρ Αριστείδη τι έγινε τώρα; ρώτησε λίγο φοβισμένος ο Ξενοφών.

-Πατήσαμε το κουμπί, απάντησε ο κύριος Αριστείδης με ύφος σαν να μην το πίστευε.

-Ναι καλά, αλλά εκτός απ’ αυτό, τι έγινε; Κάτι έγινε, θα γίνει κάτι;

-Πού θες να ξέρω; Αφού το ξέρεις, πρώτη φορά έγινε κόκκινο.

-Δηλαδή δεν ξέρεις;

-Τι θες να σου πω αγαπητέ Ξενοφών; Τι να σου πω; Ούτε κι εγώ δεν το πιστεύω!

Ξανακάθισαν στις καρέκλες τους σιωπηλοί κι ο Ξενοφών μην ξέροντας τι να κάνει κοίταξε το φλιτζάνι. Μια σκιά, σα μια μεγάλη φωτιά είχε σχηματιστεί από τα κατακάθια του καφέ.

-Ρε συ. Άναψε κόκκινο, αναφώνησε ξαφνικά ο Ξενοφών σαν άλλος Αρχιμήδης. Κυρ Αριστείδη τα λέμε, ευχαριστώ για το καφέ και συγνώμη, είπε κι έφυγε σβέλτα για το χωριό.

Ποτέ, κανείς απ' τους ντόπιους, δεν διήνυσε σε μικρότερο χρόνο την απόσταση μεταξύ ΔΕΗ – χωριό. Ο Ξενοφών έτρεξε πιο γρήγορα κι από τον Φειδιππίδη, και με το που έφτασε στην πλατεία έπεσε πάνω στον Παπά.

-Τι τρέχεις έτσι τέκνον Ξενοφώντα; του είπε φωναχτά ο παπάς, γιατί στο μεταξύ αποκαταστάθηκε το ρεύμα και γινόταν χαλασμός.

-Πάτερ τι να στα λέω απάντησε, στον ίδιο τόνο, αυτός. Το κουμπί έγινε κόκκινο και το πάτησε.

-Τι λες ρε Ξενοφών, πετάχτηκε ο γουναράς που στο μεταξύ πλησίασε κι αυτός όπως κι άλλοι.

-Ο κύριος Αριστείδης σας λέω, ήμουνα στη ΔΕΗ, έφτιαξε καφέ και το κουμπί έγινε κόκκινο.

-Πότε έγινε αυτό ρε Ξενοφών, ρώτησε πάλι ο γουναράς.

-Δεν είδαμε πότε άναψε αλλά όταν το πάτησε ήταν 6 και 30μ.μ. περασμένες.

-Έξι και 30μ.μ. περασμένες, ρώτησε ο δάσκαλος σκεπτικός. Ρε Ξενοφών είσαι σίγουρος; επανέλαβε. 

-Σίγουρος σου λέω και βέβαια είμαι σίγουρος, ήμουν εκεί, καταλαβαίνεις;

Ναι, ο δάσκαλος προσπαθούσε να καταλάβει. Το γεγονός αυτό είχε το μέγεθος μιας φιλοσοφικής σπαζοκεφαλιάς, σαν να επρόκειτο για την τάξη του σύμπαντος, ένα είδος ισορροπίας στο οποίο στηρίζονται θεατρικά δράματα, διατυπωμένο απλά αλλ' απροσδόκητα στο πλαίσιο ενός αλλιώτικου, κατά τα άλλα, απογεύματος.

Κατά τις 8μμ ο κύριος Αριστείδης έφυγε από τη ΔΕΗ για να γυρίσει στο χωριό. Ήξερε ότι θα περνούσε μια δύσκολη νύχτα, γιατί θα καθόταν σπίτι αλλά θα ήταν αδύνατο να κοιμηθεί μ’ όλο αυτό το θόρυβο και τις μουσικές από το πανηγύρι. Σκεφτότανε λοιπόν πώς να το παρακάμψει, αν κι από περιέργεια θα ήθελε να δει τι γίνεται, έστω κι από μακριά. Όταν όμως έμπαινε στο χωριό δεν άκουσε μουσικές και ήχους πανηγυριού. Επικρατούσε απόλυτη ησυχία. Πήγε προς την πλατεία δυσπιστώντας. Ήτανε στολισμένη αλλά έρημη, τα κάρβουνα στις ψησταριές αναμμένα, αλλά τα λαμπιόνια σβηστά. Και η πλατεία άδεια σαν όλοι οι κάτοικοι να έφυγαν ξαφνικά. Απ’ το μυαλό του πέρασαν σκηνές με αλλόκοσμα αερόπλοια που απαγάγουν γήινους. Κοντοστάθηκε στο έμπα της πλατείας. Τσιμπήθηκε να δει αν είναι ξύπνιος. Τι διάολο… Τώρα τελευταία όλο πρωτόγνωρα γεγονότα στη ζωή του. Ξεθάρρεψε και βάλθηκε να τη διασχίσει. Με το που έκανε μερικά βήματα άναψαν τα λαμπιόνια και η πλατεία φωταγωγήθηκε. Μουσικές άρχισαν απ΄τα χάλκινα και όλο το χωριό έπεσε επάνω του. Τον σήκωσαν στα χέρια κι υστέρα τον απίθωσαν πρώτο τραπέζι πίστα, δίπλα στον παπά, το δάσκαλο, τον αγροφύλακα και τη Γκίτσα τη γυναίκα του. Τον χτυπούσαν στη πλάτη, τον κερνούσαν και του έσφιγγαν το χέρι. Μόνο ο κοινοτάρχης ήτανε τσατισμένος. Τριγύριζε έξαλλος φωνάζοντας:

-Συνωμοσία συγχωριανοί, συνωμοσία. Πλεκτάνη του κεφαλαίου. Τι σαχλαμάρες είναι αυτές με το κουμπί. Δεν γίνονται αυτά στην εποχή μας. Άκου πάτησε το κουμπί και ήρθε το ηλεκτρικό. Τι νομίζει η αντίδραση, ότι το κίνημα τρώγει κουτόχορτο;

-Ποιο το περίεργο; τον ρώτησε ο γουναράς. Εδώ πατάνε το κουμπί και φεύγει για τη σελήνη το διαστημόπλοιο, πατάνε το κουμπί και πέφτει βόμβα στη Χιροσίμα.

-Τι θες να πεις ρε βλάκα συναγωνιστή; Ότι την Κυριακή των εκλογών, το κίνημα θα γίνει Χιροσίμα; Διαγράφεσαι ρε μαλάκα, απολύεσαι από γραμματέας κι από σύντροφος, γδάρτη, ε γδάρτη!

Μπορεί κανείς να μην έβγαλε λόγο εκείνο το βράδυ, αλλά το γλέντι ήταν απερίγραπτο κι ο κύριος Αριστείδης έσερνε το χορό με την κυρία Γκίτσα από πίσω, και πιο πίσω οι γνωστοί μας άγνωστοι. (Το χορευτικό συγκρότημα επιδόθηκε σε διαγωνισμό τσιπουρογνωσίας.) Όταν γύρισαν σπίτι το συζυγικό κρεβάτι περίμενε τον κύριο Αριστείδη, στρωμένο όπως και την πρώτη νύχτα του γάμου τους.

Αγαπητέ αναγνώστη, φτάσαμε επιτέλους στο φινάλε της μεγαλειώδους όπερας. Ενώ ο κύριος Αριστείδης απολάμβανε όλα τα προνόμια της «πρώτης νύχτας» συμπεριλαμβανομένων και των ρετσιτατίβο της σοπράνο κυρίας Γκίτσας, στην πλατεία το «εξαιρετική ποιότις» ντόπιο τσίπουρο - 45 βαθμοί και βάλε - ροκάνιζε τις αντιθέσεις. Ο ιερέας αγκαλιά με τον κοινοτάρχη σολάρανε στην άρια «Έτσι ειν' η ζωή, και πως να την αλλάξεις», και οι παρατρεχάμενοι συμμετείχαν ως χορός με άναρθρα φωνητικά. Ταυτόχρονα ύπουλες σκέψεις αναδύονταν στις τρικυμισμένες θάλασσες των μεθυσμένων συνειδήσεων. Ο μεν ιερέας σκέφτονταν ότι «οι ζωές μας, - τι είναι οι ζωές μας τελικά; - είναι ιστορίες για αγρίους. Ζούμε με την αγωνία του κατεπείγοντος ενώ είναι πιθανόν στην άλλη μεριά να μην βρίσκεται κανείς. Η έστω, είναι κάποιος, που όμως δυστυχώς για μας, ψάχνει για κάτι άλλο». Ο δε κοινοτάρχης σκεφτόταν ότι «ο κόσμος θα συνεχίσει να υφίσταται εδώ έξω και ως εκ τούτου κάνεις δεν είναι αναντικατάστατος, ούτε κι ο κόσμος είναι».

Το γλέντι ξέφτισε προς τα ξημερώματα, αφήνοντας πίσω του βαριές απώλειες. Τουλάχιστον οι μισοί από τους κατοίκους θα ζούσαν την επόμενη εβδομάδα στον αστερισμό του πονοκέφαλου. Και μην τολμήσετε να με ρωτήσετε τι απέγινε το χορευτικό συγκρότημα. 

 

Υστερόγραφο: Η ιστορία αυτή αφιερώνεται στον ταξιτζή Κώστα Τεφτίκη, από τα Ασπρόγεια Φλωρίνης.

 

_

γράφει ο Νίκος Γιαννόπουλος

 

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Μάχη Τζουγανάκη

Δηλώνω τυπικά αρχισυντάκτρια της σελίδας. Άτυπα όμως και πιο γνήσια, δηλώνω μέλος μιας όμορφης ομάδας πολύ δεμένης που οι «τίτλοι» του καθενός είναι περιττοί. Δηλώνω επίσης συγγραφέας, ποιήτρια, ερασιτέχνης φωτογράφος, μουσικόφιλή, βιβλιόφιλη, θεατρόφιλη, σινεφίλ και ερωτευμένη με οτιδήποτε ξυπνά τη δημιουργικότητά μου. Τελικά όμως έμαθα… πως το να δηλώνει κανείς τι είναι και τι δεν είναι, είναι ένα μεγάλο παραμύθι, όχι από εκείνα που μου αρέσει να διαβάζω, αλλά από εκείνα που σου θέτουν όρια και σε στριμώχνουν σε καλούπια. Μα εγώ τις λέξεις «όρια» και «καλούπια» τις έχω αφαιρέσει από το λεξιλόγιο της ψυχής μου...

12 Σχόλια

  1. Μάχη Τζουγανάκη

    Είχα τη χαρά αλλά και την τιμή να διαβάσω αλλά και να επιμεληθώ αυτό το υπέροχο σε όλα του κείμενο! Εξαιρετική ιστορία, πάρα πολύ καλές περιγραφές των ηρώων, ολοζώντανοι μπροστά στον αναγνώστη και γνώριμοι….σε πολλούς από εμάς! Ξεσηκώσατε ένα ολόκληρο χωριό, χρησιμοποιήσατε ένα απλό κουμπί για να αποδώσετε με ευστροφία τον τρόπο που λειτουργεί μια μικρή κοινωνία (και όχι μόνο).

    Τα συγχαρητήριά μου και το θαυμασμό μου για την υπέροχη πένα σας. Καλές γιορτές!

    Απάντηση
    • Ανώνυμος

      Ευχαριστώ πολύ….Σας εύχομαι ΚΑΛΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ ΚΑΙ ΚΑΛΥΤΕΡΟ 2016

      Απάντηση
  2. Λένα Μαυρουδή Μούλιου

    Έχω διαβάσει πολλά κείμενά σας . Τούτο εδώ είναι το καλύτερο μακράν. Μπράβο σας

    Απάντηση
    • Ανώνυμος

      Ευχαριστώ πολύ….Σας εύχομαι ΚΑΛΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ ΚΑΙ ΚΑΛΥΤΕΡΟ 2016

      Απάντηση
    • Ανώνυμος

      Ευχαριστώ πολύ….Σας εύχομαι ΚΑΛΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ ΚΑΙ ΚΑΛΥΤΕΡΟ 2016

      Απάντηση
  3. evangeloukissa

    Τί εξαιρετικό κείμενο ήταν αυτό που διάβασα; Είχα πολύ καιρό να διαβάσω κάτι ανάλογου ύφους και θέματος. Τα θερμά μου συγχαρητήρια!

    Απάντηση
    • Ανώνυμος

      Ευχαριστώ πολύ….Σας εύχομαι ΚΑΛΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ ΚΑΙ ΚΑΛΥΤΕΡΟ 2016

      Απάντηση
  4. Σοφία Ντούπη

    Πολύ όμορφο το κείμενο σας μου άρεσε πάρα-πολύ … μπράβο σας!!!

    Απάντηση
  5. Έλενα Σαλιγκάρα

    Μου άρεσε πολύ η αμεσότητα και η απλότητα στον τρόπο γραφής καθώς και τα στοιχεία της αθάνατης ελληνικής κοινωνίας. Συγχαρητήρια!

    Απάντηση
  6. Κατερινα Λαζιδου

    Συγχαρητηρια! Υπεροχη γραφη!

    Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Εγγραφείτε στο newsletter

Ακολουθήστε μας!

Ακόλουθοι

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Έλληνες εκδότες

Έλληνες εκδότες

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!