pillow_bed

Δώδεκα παρά και η ίδια συνήθεια. Ένα άδειο μπουκάλι κρασί. Αγορασμένο πριν λίγο από την απέναντι κάβα. Φορώ και πάλι τα λόγια σου. Απάντησες με δυο τρεις λέξεις και μια έξυπνη ατάκα στις διαγώνιες σκέψεις μου και με καληνύχτισες. Κάποιο μπαράκι σε έχει φιγούρα χορευτική και ελκυστική. Κάποια αγκαλιά σε κρατά ανίδεα τυχερή. Δεν ξέρω πόσες φορές σε αρνήθηκα. Ούτε που θυμάμαι πια. Έφτιαξα τέλειους μονολόγους στους διαλόγους μας για να με πείσω και ύστερα να το βάλω σκοπό να πείσω και εσένα.

Δώδεκα παρά με το ίδιο σκηνικό. Τρεκλίζω για να βρω το διάδρομο. Το στομάχι μου διαμαρτύρεται όπως και η χαρά μου. Νηστικά και τα δύο. Ένα μαξιλάρι με περιμένει. «Άργησες» φωνάζει και απλώνει τα χέρια του. Το ίδιο σώμα πάντα, μικρές και λειψές οι αναλογίες αυτής της σχέσης. Το σφίγγω μα δεν καλύπτει το σώμα μου όσο και αν το πιέσω. Νιώθει άχρηστο και το ξέρω. Του αρχίζω την κουβέντα για να το μερέψω. Ίσως το ίδιο να έχω ανάγκη και εγώ. Θα μας πάρει ο ύπνος καλύπτοντας με αυτούς τους ήχους τα κενά μας. Θα μας βρει το ξημέρωμα αταίριαστα ταιριασμένους και διψασμένους από έναν έρωτα που δεν αφήσαμε ποτέ να ‘ρθει. Θα μύριζες στο σώμα μου, θα μύριζες στην κεντητή υφαντή μαξιλαροθήκη του. Θα κένταγε η βραδιά πάνω μας, σβήνοντας τα ανολοκλήρωτά μας.

Σηκώνομαι βιαστικά με τη ζαλάδα της νύχτας να με οδηγεί. Η μέρα αρχίζει και πάλι. Αρπάζω το κινητό. Τσεκάρω τα mail μου. «Καλημέρα μικρή. Καληνύχτα για μένα». Μου επισυνάπτεις και μια φωτογραφία. Ώρα αποστολής 06.30. Μια φωτογραφία αξημέρωτη σχεδόν. Έχεις φωτογραφίσει το χέρι σου αγκαλιά με ένα μπουκάλι μπύρας άδειο και ένα χέρι θηλυκό σαν φίδι το τυλίγει. Έτσι απλά με δυο ξενυχτισμένα χέρια στην οθόνη του κινητού, ξερνάω το χτεσινό μου κρασί. Πετάγομαι στο μπάνιο και ρίχνω νερό στο πρόσωπό μου. Ο καθρέφτης μου θυμίζει πως εγώ είμαι αυτή που λείπει από τη ζωή και τον σπάω με μια γροθιά. Με ματωμένο το χέρι πιάνω πάλι το κινητό και σου απαντώ με ένα χαμογελάκι. Ξέρεις, από εκείνα τα χαμόγελα που δε συμφωνούν με την ευτυχία που προβάλλουν, απλά την καμουφλάρουν για να μη βγει η δυστυχία από πάνω και νικήσει.

Το μαξιλάρι με ικετεύει να σταματήσω να το μουσκεύω κρύβοντας μέσα του, τους σιωπηλούς λυγμούς μου. Το θυμώνω, το ξέρω, μα δε μπορώ να κάνω αλλιώς. «Κάθε πρωί τα ίδια» μου λέει οργισμένο. «Δε βαρέθηκες πια!», φωνάζει και κλαίω περισσότερο. Μπήγω τα νύχια πιο δυνατά στο κορμί του και σιωπά. Να δεις που το είχε και εκείνο ανάγκη να πονέσει…

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!