Κυκλικές φόρμουλες ανερμάτιστων παθών.
Πού είσαι; Σε ψάχνω. Στο τώρα, στο χθες, στο πάντα.
Σκέψου αυτά που σου λέω. Μην κοιτάς την κωφάλαλη κυρία
που ανεβαίνει νωχελικά τις σκάλες του λεωφορείου.
Φως μου. Σώσε με. Τι αποπνικτικοί που είναι οι άνθρωποι.
Είναι πραγματικοί. Κοιλιά τουμπανιασμένη από ξεφυλλισμένες
σκέψεις, όχι παστρικές.
Δεν θέλω να αισθάνομαι αποτυχημένος.
Δεν θέλω να είμαι αποτυχημένος.
Οι κρύες κομπρέσες εναλλάσσονται με αδιάφορα βλέμματα.
Τα κρασιά να γίνουν δύο. Πολύ πίνεις. Τι άγνοια.
Μιλούν την δική τους γλώσσα. Φοβάμαι τα σκυλιά. Περιμαζέψτε τα.
Τι οπτασίες ηδονής οι λιγδιασμένοι μασκοφόροι.
Μας θεώρησαν ξεχωριστούς, γι’ αυτό μας επέλεξαν.
Φάτσες ηλιθίων. Μόνο αυτά πήραμε, βιβλία είδατε;
Αναίρεση-αναίρεση, φόβος- φόβος. Σας μισώ.
Είμαι μια ηλίθια, μια ηλίθια, μια ηλίθια. Σε ευχαριστώ.
Κιτρινισμένα, αφυδατωμένα πρόσωπα. Δεν θέλω να καταλήξω
έτσι. Πόσο κάνουν;17Ο.
Μετράμε τις ώρες με το σταγονόμετρο. Μας πείραξε το κρασί.
Ξεγυμνώνεται ο άνθρωπος. Να τον καταδικάσω;
Τι ειρωνεία! Είμαι καλά. Τί συνέβη παιδιά;
Λαθρέμποροι αυταπατών κάνουν συγκέντρωση για αξιολόγηση
πωλήσεων. Εμπρός στο μπλόκο της ζωής.
Το χέρι σου ζεστό ανάμεσα στα σφριγηλά μου στήθη.
Είμαι ξοφλημένη. Είμαι παιδί. Πώς θα ζήσω; Πίκρα, πίκρα, πίκρα…
Δεν γνώρισες τίποτα. Διάσπαρτα τα κλασσικά έργα στη μνήμη μας και
τα τσιγάρα μας.
Για πότε η προσγείωση στην επόμενη συννεφούλα;

 

_

γράφει η Βασιλική Κουτσανδριά