Κάθε απόγευμα όλες οι φτερωτές κυρίες συγκεντρώνονταν στην αυλή της Χριστίνας της φτερότρανης ψηλής λιβελούλας. Τα παιδιά έπαιζαν στη γειτονιά ή στην πλατεία του χωριού ως που να νυχτώσει.

Μια φόρα, στη γειτονιά τής άλλης μικρής λιβελούλας, της Ανίτας, όλοι οι μικροί μας φίλοι, έπαιζαν, έτρεχαν, πετούσαν. Ο Τζακ με τα κίτρινα φτερά, κυνηγούσε την επίσης μικρή λιβελούλα Χαρούλα. Ήταν πολύ αγαπημένοι φίλοι. Πετούσαν με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Τραγουδούσαν, χόρευαν, πείραζε ο ένας τα φτερά του άλλου. Η Χαρούλα ήταν μπροστά. Ο Τζακ της μιλούσε. Σε μια στιγμή η Χαρούλα γύρισε για να του πει κάτι, αλλά δυστυχώς δεν πρόσεξε τον κορμό που ήταν μπροστά της. Ρίχτηκε με μεγάλη δύναμη πάνω του. Χτύπησε σοβαρά και έπεσε σαν τσουβάλι κάτω, δίχως να έχει αισθήσεις. Ο Τζακ πλησίασε το μάγουλό του στο στόμα της Χαρούλας για να δει αν αναπνέει κι ευτυχώς το ένιωσε κάπως ζεστό.

Η μικρή Χαρούλα μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο. Μετά από λίγες ώρες άνοιξε τα μάτια της. Είχε σπάσει το ένα της φτερό.

- Τι θα κάνω τώρα μαμά; Πού πήγε το φτερό μου; Δεν θα μπορώ να πετάω.

- Θα μπορείς να πετάξεις μικρή μου, απλά μ’ ένα φτερό λιγότερο. Άλλωστε δεν τα χρειαζόμαστε όλα τα φτερά. Μπορείς! Αρκεί να το φανταστείς.

Αυτά και άλλα παρηγορητικά της έλεγε η μαμά της για να την ενθαρρύνει.

Πέρασαν οι μέρες και η Χαρούλα ανάρρωσε πλήρως. Έλεγε στον εαυτό της συνέχεια “Μπορείς, αρκεί να το θελήσεις” και ξανά βγήκε αμέσως για παιχνίδι δίχως να χάσει χρόνο. Όμως τα υπόλοιπα παιδιά, ξαφνικά δεν της μιλούσαν και δεν την ήθελαν στην παρέα. Γελούσαν και την κορόιδευαν, καθώς της έλειπε ένα φτερό. Δεν της επέτρεπαν να συμμετέχει στο παιχνίδι. Έλεγαν, ότι τους θα καθυστερεί και ότι θα έχαναν. Την κοιτούσαν παράξενα. Πλέον δεν ήταν σαν κι αυτούς. Ήταν κάτι άλλο. Ήταν ξένη. Την λυπόντουσαν γιατί δεν μπορούσαν να είναι φίλοι με μια λιβελούλα που έχει τρία φτερά.

Η Χαρούλα έψαξε αμέσως να βρει τον αγαπημένο της φίλο Τζακ. Κοιτούσε μήπως διακρίνει τα κίτρινα φτερά του. Κάποια στιγμή τον είδε στο βάθος, πάνω σ' ένα ξερόκλαδο. Κατευθύνθηκε προς το μέρος του. Όμως εκείνος έκανε πως δεν την είδε και πέταξε μεγάλη ταχύτητα προς την αντίθετη κατεύθυνση. Η Χαρούλα προσπάθησε να τον ακολουθήσει, μα μάταια. Δεν μπορούσε να τον προσεγγίσει καθώς πετούσε πολύ πιο αργά απ' αυτόν.

Η μικρή λιβελούλα κάθισε στο κατώφλι μιας βελανιδιάς κοντά στο σπίτι της. Ήταν βαθιά στεναχωρημένη κι έκλαιγε με λυγμούς. Η μητέρα της την είδε καθώς γύριζε απ' τα ψώνια.

- Γιατί κλαις αστέρι μου; Τι έπαθες;

- Κανείς δεν με θέλει μαμά, έτσι όπως είμαι. Όλοι με αποφεύγουν και κανείς δεν θέλει να παίξει μαζί μου. Με κοιτάζουν, γελούν και με κοροϊδεύουν. Δεν θα βγω ξανά απ' το σπίτι.

- Αγάπη μου μην κλαις, όλα θα πάνε καλά! Πρέπει να είσαι περήφανη, διότι είσαι ξεχωριστή. Να πετάς με το κεφάλι ψηλά. Μην το βάζεις κάτω. Αν πιστέψεις εσύ ότι μπορείς, θα πεισθούν και οι άλλοι. Μπορείς! Αρκεί να το θελήσεις. Μπορείς!”

Η Χαρούλα ένιωσε καλύτερα και χαμογέλασε.

Μια μέρα έβρεχε πολύ και οι μικροί μας φίλοι έγιναν μούσκεμα. Τα φτερά τους βράχηκαν τόσο πολύ, που δεν μπορούσαν να πετάξουν.

Πέρασαν λίγες ώρες και ο ήλιος έκανε πάλι την εμφάνισή του. Οι μικρές λιβελούλες όμως, δεν μπορούσαν να ανυψωθούν, καθώς τα φτερά τους ήταν ακόμα βαριά από τη βροχή. Η Χαρούλα, είδε τον ήλιο και έλεγε συνεχώς στον εαυτό της: “Μπορείς... Μπορείς, ναι... Μπορείς!”.

Αποφάσισε λοιπόν να βγει, αφού τα δικά της φτερά δεν ήταν βρεγμένα. Ένιωθε πια δυνατή. Πετούσε, έκανε σβούρες, χαμογελούσε, δεν την ένοιαζε τίποτα, ένιωθε χαρούμενη όπως και πριν. Οι υπόλοιποι μικροί φτερωτοί φίλοι μας, την κοιτούσαν από χαμηλά να πετάει, να ελίσσεται, να τραγουδά, να κάνει περιστροφές στον αέρα. Μα εκείνοι δεν μπορούσαν να πετάξουν. Η Χαρούλα πλησίαζε και τους προσκαλούσε για παιχνίδι. Μα φυσικά με βρεγμένα φτερά δεν μπορούσαν. Αισθάνονταν ανήμποροι και εκείνη το ήξερε. Ένιωθε μια ικανοποίηση. Χαμογελούσε κι έλεγε “Τα πάντα αλλάζουν κι ανατρέπονται. Έτσι δεν είναι;”. Οι φίλοι της για πρώτη φορά, έστω και για λίγο, μπήκαν στη θέση της και κατανόησαν πως αισθανόταν εκείνη όλον αυτόν το καιρό. Ένιωσαν πολύ άσχημα για τον τρόπο που της είχαν φερθεί.

Ξαφνικά ακούστηκαν φωνές. Ο μικρός Τζακ είχε χτυπήσει σοβαρά το πόδι του. Περπατούσε γρήγορα για να ξεφύγει απ' τη βροχή, γλίστρησε κι έπεσε σε μια λακκούβα με λάσπες. Οι Χαρούλα είδε δυο λιβελούλες να τον κουβαλούν στους ώμους. Δίχως άλλη σκέψη βρέθηκε στο πλευρό του και τον ανέβασε πάνω της. Άνοιξε τα φτερά της και πέταξε με πολύ μεγάλη ορμή. Έτσι, που μέχρι τότε δεν είχε ξαναπετάξει. “Κρατήσου!” του φώναξε. Έφτασαν σύντομα στο νοσοκομείο. Ο Τζακ είχε σπάσει τον αστράγαλό του. Η Χαρούλα δεν έφυγε στιγμή από κοντά του.

- Συγγνώμη Χαρούλα!

- Δεν πειράζει Τζακ.

- Σου φέρθηκα άσχημα. Όλοι σου φερθήκαμε άσχημα. Δεν το άξιζες αυτό.

- Δεν ξέρω αν θα έλεγες το ίδιο, στη περίπτωση που σήμερα δεν συνέβαινε αυτό.

- Σ' ευχαριστώ!

- Μα Τζακ, θα το έκανα για οποιονδήποτε χρειαζόταν την βοήθειά μου.

Η Χαρούλα και ο Τζακ επέστρεψαν. Οι άλλες λιβελούλες τους αγκάλιασαν και τους υποδέχτηκαν με μουσική κι ένα μεγάλο τραπέζι γεμάτο με φαγητά και ποτά. Δεν σταμάτησαν ποτέ ξανά να κάνουν παρέα.

 

_

γράφει η Ελένη Ιωαννάτου

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!