Select Page

Το πιο φωτεινό αστέρι

Το πιο φωτεινό αστέρι

 

 

Ο Λευτέρης είναι ένα χαρούμενο παιδί. Συνέχεια γελάει. Γελάει με τον γατούλη του τον Μελένιο που κάνει ακροβατικά πάνω στα κάγκελα, γελάει με τις κότες της γιαγιάς που τον κοιτάζουν όλο απορία, γελάει με την μπέμπα τους που του γελάει κι αυτή. Οι μεγάλοι του λένε «Φτάνει πια βρε Λευτέρη, δεν είναι όλα αστεία!»

Και όμως! Δεν γελάει επειδή του φαίνονται όλα αστεία, γελάει επειδή είναι χαρούμενος κι ευτυχισμένος. Οι μεγάλοι στεναχωριούνται με το παραμικρό. Ειδικά τώρα τελευταία, όλο συζητούν μυστικά από αυτόν και όλο και πιο στεναχωρημένοι φαίνονται.

Ο Λευτέρης πηγαίνει συχνά στον κήπο, πίσω από το σπίτι τους. Είναι ένας μικρός αλλά πολύ χαριτωμένος κήπος, με φυτά όλων των ειδών. Τον περιποιείται η γιαγιά του και την βοηθάει και αυτός. Ποτίζει με το λάστιχο και τα βοηθάει να μεγαλώσουν. Και ήλιο χρειάζονται τα φυτά για να μεγαλώσουν, το έμαθαν στο σχολείο. Φέτος πάει στην 1η δημοτικού, είναι μεγάλος πια, τα ξέρει αυτά!

Σε μια γωνίτσα, στην άκρη του κήπου, βρίσκεται το τριαντάφυλλό του. Είναι ένα πολύ όμορφο τριαντάφυλλο, αλλά η γιαγιά δεν ξέρει να του εξηγήσει γιατί φύτρωσε μόνο του και όχι μαζί με τα άλλα. Αυτό το τριαντάφυλλο έχει ένα μυστικό που το καταλαβαίνει μόνο ο Λευτέρης. Μπορεί και μιλάει! Αλλά μόνο μαζί του. Οι μεγάλοι δεν το καταλαβαίνουν και όταν πήγε να το πει όλο χαρά στην μαμά αυτή του φώναξε «Πήγαινε να διαβάσεις τα μαθήματά σου Λευτέρη κι άσε τις ομιλίες με τα τριαντάφυλλα!»

Η μαμά λοιπόν δεν τον πίστεψε, στην μπέμπα δεν μπορούσε να το πει γιατί δεν καταλάβαινε, όμως το είπε στην γιαγιά. Και τον πίστεψε!

«Φυσικά και μπορείς να μιλάς στο τριαντάφυλλο. Αλλά μόνο εσύ μπορείς. Ούτε εγώ, ούτε κανένας άλλος. Και ξέρεις γιατί; Γιατί εσύ είσαι ο πρώτος που το βρήκε εκεί στην γωνίτσα του κήπου, που το πότισε και το φρόντισε. Είσαι πια υπεύθυνος για το τριαντάφυλλό σου, και το ξέρει κι αυτό, γι’ αυτό σου μιλάει. Να το προσέχεις. Τα τριαντάφυλλα είναι περήφανα λουλούδια»

Αυτά του είπε η αγαπημένη του γιαγιά και τον καθησύχασε.

 

«Όμως τώρα η γιαγιά κάτι έχει τριανταφυλλάκι μου, και δεν μου λέει κανείς τίποτα» ψιθύρισε ο Λευτέρης στο λουλούδι. «Όλο στο κρεβάτι είναι και έτσι πρέπει να φροντίζω μόνος μου τον κήπο. Ούτε να περπατήσει δεν μπορεί!»

«Μην γκρινιάζεις Λευτέρη! Ξέρεις πόση χαρά της δίνεις που φροντίζεις μόνος σου τον κήπο τώρα που αυτή δεν μπορεί; Έτσι της δείχνεις πως την αγαπάς καλύτερα κι αν της έλεγες ‘’Σ’ αγαπώ’’ όλη μέρα!» είπε το τριαντάφυλλο κοιτάζοντάς τον έντονα.

«Αλήθεια; Δηλαδή η μαμά μου που λέει πως με αγαπάει, δεν το εννοεί;»

«Φυσικά και το εννοεί! Αλλά για σκέψου, πότε νιώθεις περισσότερο την αγάπη της; Όταν σου το λέει ή όταν σε φροντίζει όταν είσαι άρρωστος;»

«Νομίζω πως όταν είμαι άρρωστος νιώθω την αγάπη της ακόμα και στον αέρα γύρω μου! Και όταν μου λέει τότε πως με αγαπάει, νιώθω πως με αγαπάει δύο φορές!»

«Έτσι είναι. Αν σου έλεγε πως σε αγαπάει, χωρίς όμως να σε φροντίζει καθόλου θα αισθανόσουν την αγάπη της;»

«Δεν νομίζω. Δεν θα την πίστευα γιατί θα έλεγε ψέματα.»

«Είδες λοιπόν; Η πραγματική αγάπη σημαίνει να βοηθάς αυτόν που αγαπάς, όχι μόνο να του το λες. Άμα θες μπορείς και να του το πεις, αλλά αυτός ήδη θα το ξέρει. Και η γιαγιά σου το ξέρει πως την αγαπάς γιατί την βοηθάς με τον κήπο. Όταν φροντίζεις τον κήπο, είναι σαν να φροντίζεις και την ίδια. Είχα κι εγώ ένα αγοράκι που με φρόντιζε και με αγαπούσε. Δεν μου το είπε ποτέ, αλλά το ήξερα γιατί όταν έφυγε στεναχωρήθηκε πολύ που έπρεπε να με αφήσει. Κι εγώ στεναχωρήθηκα, αλλά τον άφησα να φύγει. Όταν αγαπάς κάποιον πάρα πολύ πρέπει να τον αφήνεις να φύγει άν το θέλει και είναι για το καλό του»

«Και πού πήγε το αγοράκι;»

«Ένα πεφταστέρι μου είπε πως τον είδε εδώ στην Γη. Έτσι κι εγώ, καβάλησα το πεφταστέρι και ήρθα και φύτρωσα εδώ, για να είμαι κοντά στον αγαπημένο μου πρίγκιπα. Ήταν σπουδαίος πρίγκιπας αλλά ο πλανήτης μας ήταν πολύ μικρός. Γι’ αυτό και έφυγε. Ήθελε να εξερευνήσει κι άλλους πλανήτες. Η Γη όμως είναι τεράστια, δεν ξέρω αν θα τον βρω ποτέ»

«Καημένο μου τριανταφυλλάκι, πρέπει να στεναχωριέσαι πολύ. Φοβάμαι πως και η γιαγιά μου θα φύγει. Φοβάμαι πως θα πάει στον ουρανό και δεν θα την ξανά δω ποτέ πια»

«Σκέψου πως ίσως βρει τον μικρό μου πλανήτη που είναι έρημος πια. Θα είναι ο δικός της, ολόδικός της πλανήτης! Θα περνάει υπέροχα, στο υπόσχομαι! Μην στεναχωριέσαι γι’ αυτήν. Αν την αγαπάς, πρέπει να την αφήσεις να φύγει. Ούτε εγώ στεναχωριέμαι για τον μικρό μου πρίγκιπα. Να σου πω την αλήθεια» είπε το τριαντάφυλλο σκεφτικό κι έσκυψε πιο πολύ προς το μέρος του Λευτέρη «νομίζω πως τον βρήκα»

«Τον βρήκες; Μα η γη είναι τεράστια! Μπορεί να είναι στην Αμερική ή στην Κίνα. Πώς είσαι τόσο σίγουρη;»

« Νιώθω την αγάπη του»

«Και ποιος είναι; Δείξε μου τον!»

«Αυτό πρέπει να το ανακαλύψεις μόνος σου» είπε το τριαντάφυλλο κι έγειρε τα πέταλά του. «Τώρα όμως θέλω να ξεκουραστώ. Πήγαινε στην γιαγιά σου, μπορεί να σε χρειάζεται»

Ο Λευτέρης σηκώθηκε από το χώμα, τίναξε τα ρούχα του και έτρεξε στην γιαγιά. Στο δωμάτιό της όμως, βρίσκονταν ένα σωρό άνθρωποι ντυμένοι στα μαύρα. Τρόμαξε. Δεν μπορούσε να δει την γιαγιά με τόσο κόσμο. Ένα χέρι τον ακούμπησε τρυφερά στον ώμο και τον τράβηξε έξω από τον δωμάτιο. Ήταν η μαμά. Κι αυτή ντυμένη στα μαύρα. Τα μάτια της ήταν κόκκινα, και τα χέρια της έτρεμαν λίγο.

«Μαμά είσαι άρρωστη;» την ρώτησε τρομαγμένος ο Λευτέρης.

«Όχι παιδί μου» του χαμογέλασε τρυφερά. «Θυμάσαι όμως που η γιαγιά ήταν άρρωστη;»

«Ναι, τώρα ερχόμουν να την δω»

«Η γιαγιά πήγε στον ουρανό για να μην πονάει πια. Είναι ευτυχισμένη τώρα, αλλά εμείς δεν θα μπορέσουμε να την ξανάδούμε. Δεν θέλω όμως να στεναχωριέσαι»

«Δεν στεναχωριέμαι μαμά, το τριαντάφυλλο μου είπε πως όταν αγαπάμε κάποιον πρέπει να τον αφήνουμε να φύγει αν το θέλει. Η γιαγιά ήθελε να φύγει για να μην πονάει κι εγώ είμαι χαρούμενος γι’ αυτήν, αν και στεναχωριέμαι λίγο που δεν θα την ξανά δω»

Η μαμά έβαλε τα κλάματα και τον αγκάλιασε λέγοντάς του «Ονειροπόλο μου παιδάκι!»

 

Πολύ παράξενοι οι μεγάλοι. Μόνο την γιαγιά του καταλάβαινε και τον καταλάβαινε κι αυτή. Ξαφνικά ένιωσε μεγάλη θλίψη. Δεν θα την ξανά έβλεπε ποτέ, δεν θα της ξαναμιλούσε. Με το ζόρι κρατιόταν να μην βάλει τα κλάματα. Έτρεξε στο τριαντάφυλλο. Το βρήκε να κοιμάται. Τα δάκρυά του έσταζαν πάνω στα πέταλα του λουλουδιού και αυτό σιγά-σιγά άρχισε να ξυπνάει. Άνοιξε νυσταγμένο τα μάτια του και κοίταξε το κλαμένο πρόσωπο του Λευτέρη.

« Έφυγε;» Τον ρώτησε ήρεμα.

«Ναι… Είναι στον ουρανό τώρα. Μακάρι να βρει τον πλανήτη σου και να μείνει εκεί. Αλλά μου λείπει πολύ»

«Όσο την αγαπάς, θα είναι μαζί σου. Μπορεί να μην την βλέπεις αλλά αυτή από εκεί πάνω σε βλέπει και σε προσέχει. Το βράδυ, έλα πάλι στον κήπο να σου δείξω κάτι»

«Και ο μικρός πρίγκιπας; Δεν μπορώ να βρω ποιος είναι»

«Ο μικρός πρίγκιπας με φρόντιζε και με αγαπούσε, όπως έκανε και με τον υπόλοιπο πλανήτη του. Εσύ με φροντίζεις και με αγαπάς, όπως κάνεις και με τον κήπο, που τον νιώθεις σαν έναν μικρό δικό σου πλανήτη. Εσύ είσαι ο μικρός μου πρίγκιπας»

«Μα εγώ δεν σε θυμάμαι, δεν θυμάμαι να έχω ζήσει σε άλλον πλανήτη»

«Δεν πειράζει, θυμάμαι εγώ την αγάπη σου και τώρα νιώθω να με αγαπάς ακριβώς το ίδιο. Επιτέλους σε βρήκα και μπορώ να στο πω. Σ’ αγαπώ και σ’ ευχαριστώ για όλα. Έλα πάλι το βράδυ»

 

Ο Λευτέρης έφυγε συγκινημένος. Το τριαντάφυλλο τον έδιωχνε γιατί δεν ήθελε να το δει να κλαίει. Από χαρά ή από λύπη; Μάλλον και από τα δύο. Χαρά που επιτέλους τον βρήκε, λύπη που έφυγε η γιαγιά που τόσο το φρόντιζε κι αυτή. Τα τριαντάφυλλα είναι περήφανα λουλούδια, του είχε πει η γιαγιά. Και είχε δίκιο.

Το βράδυ πήγε πάλι στον κήπο. Το τριαντάφυλλο τον περίμενε.

«Καλώς τον. Κάθισε δίπλα μου και κοίταξε προσεκτικά τον ουρανό. Πες μου τι βλέπεις»

«Βλέπω το φεγγάρι και τα αστέρια»

«Μήπως βλέπεις κάτι περίεργο;»

« Όχι… Μόνο που, να, αυτό το αστέρι λάμπει περισσότερο από τ’ άλλα. Κοίτα το! Είναι τόσο όμορφο»

«Αυτό το αστέρι είναι ο πλανήτης μου» είπε συγκινημένο το τριαντάφυλλο.

«Όταν φύγαμε και οι δύο, έπαψε να λάμπει. Ήμασταν οι μοναδικοί ζωντανοί οργανισμοί που τον φροντίζαμε. Σήμερα, έλαμψε ξανά μετά από πολύ καιρό. Κάποιος είναι εκεί. Και νομίζω ξέρω ποιος»

«Η γιαγιά μου!» φώναξε χαρούμενος ο Λευτέρης. «Μα πώς βρήκε τον δρόμο;»

«Η γιαγιά σου ήξερε την ιστορία μου, κι ας μην μπορούσε να μου μιλήσει. Έτσι, τώρα που δεν κουβαλάει πια το σώμα της ήταν πιο εύκολο γι’ αυτήν να ταξιδέψει στον πλανήτη μας. Ακόμα και τώρα, από μακριά, φροντίζει για εμάς. Ίσως κάποια μέρα να γυρίσουμε πίσω και να της κάνουμε παρέα» είπε το τριαντάφυλλο καθώς κοιτούσε το λαμπερό αστέρι με ένα ονειροπόλο βλέμμα.

Ο Λευτέρης ξάπλωσε δίπλα του κι έκλεισε τα μάτια.

«Καληνύχτα γιαγιά» ψιθύρισε. «Κάποια μέρα θα σε δω ξανά»

Η μαμά βγήκε στον κήπο περπατώντας αθόρυβα για να μην ξυπνήσει τον Λευτέρη. Τον σήκωσε στην αγκαλιά της , τον φίλησε στο μέτωπο και διέσχισε τον κήπο για να τον πάει στο κρεβάτι του. Αυτό που δεν πρόσεξε ήταν ένα μικρό κόκκινο τριαντάφυλλο να τους κοιτάει τρυφερά κι έπειτα να κλείνει τα πέταλά του και να ψιθυρίζει

«Καληνύχτα γιαγιά. Μην ανησυχείς, θα προσέχω εγώ τον μικρό μας πρίγκιπα»

 

_

γράφει η Χριστίνα Κωνσταντουδάκη

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

4 Σχόλια

  1. Μάχη Τζουγανάκη

    Γλυκεια Χριστίνα, παντρέψατε το αγαπημένο μου παραμύθι με μια αθώα συνέχεια αγάπης. Η γιαγιά θα χαζεύει από ψηλά ένα σωρό ηλιοβασιλεματα και μπορεί τον κήπο της να τον φροντίζει ο Λευτέρης, αλλά κι εκείνη έχει να κλαδευσει πολλά μπαομπαμπ!

    Η αγάπη ανακυκλωνεται… !
    Καλώς ορίσατε

    Απάντηση
    • Χριστίνα Κωνσταντουδάκη

      Καλώς σας βρήκα και σας ευχαριστώ πολύ!
      Ο μικρός πρίγκιπας είναι και το δικό μου αγαπημένο παραμύθι… Κάθε νύχτα ο Λευτέρης θα κοιτάζει ψηλά και θα νιώθει την γιαγιά του να του χαμογελά. Τι πιο όμορφο από αυτό; Η αγάπη δεν χάνεται.

      Απάντηση
  2. Άννα Ρουμελιώτη

    Υπέροχο το παραμύθι σας!!Καλώς ήλθατε!!

    Απάντηση
    • Χριστίνα Κωνσταντουδάκη

      Σας ευχαριστώ πολύ! Καλώς σας βρήκα!

      Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Εγγραφείτε στο newsletter

Έλληνες εκδότες

Έλληνες εκδότες

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος