Το ραντεβού των δέκα

30.01.2020

Η κυρά-Δέσποινα, όνομα και πράμα, όπως λέμε, κάθε πρωί θα βγει και θα ελέγξει τις γλάστρες της με τα πανέμορφα φυτά τους. Θα τις καμαρώσει μία προς μία, θα τους κουβεντιάσει και θα τις καθαρίσει από τα κιτρινισμένα φυλλαράκια τους. Μετά θα καθαρίσει και θα τακτοποιήσει το κλουβί με το καναρίνι της και θα το τοποθετήσει, όσο ο καιρός είναι καλός γιατί τον χειμώνα μένει μέσα, στην θέση του στο μπαλκόνι. Και κατά τις 10 περίπου έχουν σειρά οι δεκαοχτούρες της, τα τριγονάκια της, όπως τα λέει. Είναι δύο πανέμορφα γκρίζα πετούμενα, τα οποία έρχονται στο κάγκελο, έξω από την πόρτα της κουζίνας της και την περιμένουν, κοιτάζοντας προς τα μέσα. Εκείνη βγαίνει, τους ρίχνει τροφή πάνω στα κάγκελα και παραφυλάει μήπως κι έρθουν τα περιστέρια και τις διώξουν. Στα περιστέρια ρίχνει στο μπαλκόνι.

Έλα, έλα, φάτε… Δεν πρόκειται να σας πειράξει κανείς. Εγώ είμαι εδώ. Να, τους έριξα κάτω, να έρθουν κι εκείνα να φάνε… Ελάτε, ελάτε, λοιπόν…

Τους κουβεντιάζει, τα καμαρώνει, τους χαμογελάει και περιμένει υπομονετικά μέχρι να καθαρίσουν το κάγκελο. Αφού τακτοποιήσει και αυτά, τότε θα μπει στο σπίτι να κάνει τις δουλειές της, όπως κάθε καλή και παλιά νοικοκυρά!…

Γεννημένη στην Αθήνα, μεγαλωμένη στην Πλάκα, με μια γιαγιά που την λάτρευε και γι’ αυτό της παρείχε την μόρφωση που λίγα κορίτσια είχαν τα χρόνια εκείνα.  Από την γιαγιά έμαθε, και με τους δασκάλους και το σχολείο, για τις πόλεις και τους πολιτισμούς του κόσμου. Ίσως αυτή ήταν κι η αιτία, που αντάμα με την αγαπημένη της ξαδέλφη, είχαν γυρίσει όλη την Ευρώπη. Δεν προλάβαινε να διοργανωθεί εκδρομή και οι δυο τους είχαν την πρώτη θέση.

Πάντοτε με το θέατρο, το βιβλίο, την μουσική και αργότερα, όταν πια δεν μπορούσε να περπατήσει, να βγει από το σπίτι, με την τηλεόραση να παρακολουθεί ντοκιμαντέρ και παλιές ταινίες.

Κοσμογυρισμένη η Κυρία Δέσποινα ακόμη και όταν παντρεύτηκε. Ο Στέλιος της δεν της χαλούσε χατήρι. Ήξερε την αγάπη της για τα ταξίδια, αλλά και την αδυναμία της στα έργα τέχνης, ειδικά τις πορσελάνες που δεν έχανε ευκαιρία να αγοράζει και στη συνέχεια να φροντίζει με περίσσεια αγάπη. 

Έτσι γαλουχήθηκε και η κόρη τους, αλλά και ο γιος τους, στον οποίο είχε και αδυναμία, αφού ήταν το στερνοπαίδι της.

Αυτή η γυναίκα τον τελευταίο καιρό βρέθηκε κατάκοιτη και το μέλημά της από την πρώτη μέρα ήταν να μην μείνουν νηστικά τα τριγονάκια της. Και η κόρη της, λαμπάδα αναμμένη δίπλα της όλα τα χρόνια, μαζί με την δική της κόρη, ανέλαβαν  τις “υποχρεώσεις” της ανήμπορης κυρά-Δέσποινας.

Αχάραγα σηκώνεται η θυγατέρα κι αφού φροντίσει και τακτοποιήσει την μητέρα της, βγαίνει στο μπαλκόνι να ταΐσει της δεκαοχτούρες, οι οποίες βρίσκονται στα κάγκελα, κάθε μέρα, την ίδια ώρα, στην ίδια θέση και περιμένουν.

Είναι άξιο απορίας πως από τότε που δεν βγαίνει η κυρά-Δέσποινα στο μπαλκόνι της, τα άλλα περιστέρια δεν πλησιάζουν να “κλέψουν” τροφή. Αντίθετα, έχουν πλησιάσει κάποιοι λιλιπούτειοι προσκεκλημένοι…

Κάθε πρωί, λοιπόν, βγαίνει η κόρη στις δέκα να ταΐσει τους ιπτάμενους γκριζωπούς φίλους, που αντίθετα με τους ανθρώπους, είναι τόσο καλοσυνάτοι. Την κοιτάζουν κατάματα, σαν να την ευχαριστούν, σαν να ρωτάνε για την φιλενάδα τους, σαν να θέλουν να πουν τόσα…

Και η πρωινή αυτή εικόνα συμπληρώνεται από τα σπουργίτια, τα οποία έρχονται στο μαρμάρινο περβάζι του μπαλκονιού, για να καθαρίσουν ό,τι ξεπέφτει από εκείνες…!!!

Η Κυρία Δέσποινα “αποφάσισε” να ταξιδέψει, μόνο που τούτη τη φορά το εισιτήριό της δεν έχει επιστροφή και οι δύο “κόρες” της προσπαθούν να αναλάβουν τις υποχρεώσεις της, όπως τα λουλούδια και τα “τριγονάκια” της… Μάλιστα, λίγες μέρες μετά που έφυγε, το ένα από τα δύο τρύπωσε στο σπίτι, πήγε στο δωμάτιό της και με πολλή προσοχή και δάκρυα στα μάτια, η κόρη το βοήθησε να βγει πάλι στο μπαλκόνι. Ίσως ήθελε να βεβαιωθεί πως η φιλενάδα της δεν είναι πια εδώ…
Στο καλό, Κυρία Δέσποινα… Εσύ που δεν ασχολήθηκες ποτέ με το τι κάνει ο καθένας, εσύ που όπου μπορούσες έκανες το καλό, εσύ που αγάπησες τόσο πολύ την ομορφιά… Στο καλό!…

 

_

γράφει η Αθηνά Μαραβέγια

Ακολουθήστε μας!

Οι προσφορές των εφημερίδων

Οδηγός ιστοσελίδας

Αρχείο

Διαβάστε κι αυτά

Ο λαθροκυνηγός

Ο λαθροκυνηγός

“Τώρα βρήκε να μας κλείσει μέσα η καταραμένη καραντίνα; Τώρα που τα καλύτερα θηράματα βγαίνουν να βοσκίσουν το φρέσκο χορτάρι και τα αγριολούλουδα;” είπε θυμωμένος. Εδώ και τρεις μήνες, έβγαζε τακτικά τα κυνηγητικά του όπλα και τα περιποιούνταν αναλόγως. Τα έλυνε με...

Η δίψα

Η δίψα

-Μαμά, γιατί εγώ δεν πάω σχολείο σαν όλα τα παιδιά; -Σε ποιο σχολείο; -Να, εδώ που είμαστε τώρα. Βλέπω κάθε μέρα τα παιδιά με τις τσάντες τους που πάνε και θα ήθελα να πάω κι εγώ. -Δεν σε καταλαβαίνω... Άσε τις κουβέντες να δούμε πώς θα περάσει κι η σημερινή μέρα. Και...

Χειροπιαστά όνειρα

Χειροπιαστά όνειρα

Το δωμάτιο άδειο. Δυο πολυθρόνες ορφανές, αντικριστά. Τα παράθυρα χωρίς κουρτίνες, οι τοίχοι δίχως κάδρα. Γκρι τοίχοι, σπατουλαρισμένοι. Κανένα ψεγάδι πάνω τους. Και τα παράθυρα με τζάμια τόσο καθαρά που περιμένεις τον αέρα ή την κάψα. Τα κανάτια κλειστά αφήνουν...

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβολή σχολίου