Από νωρίς το απόγευμα είχε αρχίσει να ετοιμάζεται. Και πώς να μην το κάνει άλλωστε αφού σήμερα ήταν η μέρα τους, η μέρα του έρωτα. Δυσκολεύτηκε να αποφασίσει τι να φορέσει. Κάτι απλό; Ή μήπως κάτι πιο επίσημο; Μπλουζάκι και τζιν ή ένα λευκό πουκάμισο; Τι κι αν ήταν άνδρας, εκείνη την στιγμή οι ανασφάλειες και οι αμφιβολίες δεν τον άφηναν να ανασάνει.

Καθώς οδηγούσε για να φτάσει στο σημείο συνάντησης τους, που τύχαινε να είναι και το σημείο της πρώτης τους γνωριμίας πριν από χρόνια βέβαια, ανυπομονούσε όλο και περισσότερο. Έσφιγγε στα χέρια του το τιμόνι και η μορφή της περνούσε διαρκώς μπροστά απ’ τα μάτια του. Τα πράσινα μάτια της, τα χείλη της που συνήθιζε να βάφει κόκκινα.. Πόσο ήθελε να την κρατήσει στην αγκαλιά του…

Έφτασε στο επικείμενο ραντεβού τους νωρίτερα κρατώντας ένα μπουκέτο κόκκινα τριαντάφυλλα. Άναψε τσιγάρο και κοίταξε για εκατοστή φορά μέσα στη μέρα το ρολόι του. Αναστέναξε. Έπρεπε να πιέσει τον εαυτό του να ηρεμήσει, ένα απλό ραντεβού ήταν τέλος πάντων.

Κι όμως για εκείνον δεν ήταν μόνο ένα ραντεβού. Ήταν πολλά περισσότερα. Μέρες είχε να κοιμηθεί κανονικά, μια βδομάδα περίπου, από όταν δέχτηκε να βγει μαζί του την ημέρα του Αγίου Βαλεντίνου. Εκείνη, μάλιστα, ήταν που επέμενε να βγουν αυτή την μέρα, δεν μπορεί να ήταν τυχαίο.

Για άλλη μια φορά ξεκίνησε αυθόρμητα να παίζει στο μυαλό του καρέ-καρέ το ραντεβού τους. Είχε σκεφτεί τα πάντα. Κάθε μαγαζί που θα της άρεσε, κάθε πιθανή συζήτηση τους, κάθε άγγιγμα που σκόπευε να επιδιώξει. Μπορεί να γνωριζόταν πάνω από πέντε χρόνια αλλά τώρα τα πράγματα ήταν διαφορετικά μεταξύ τους. Τώρα δεν θα έβγαιναν ως φίλοι αλλά ως κάτι παραπάνω. Γι’ αυτό έπρεπε όλα να είναι τέλεια και σε αυτό δεν χωρούσε να καμία αμφιβολία.

Στο προηγούμενο ραντεβού τους είχε διστάσει να κάνει κίνηση και αυτό ακόμη δεν μπορούσε να το συγχωρέσει στον εαυτό του. Πώς είναι δυνατόν ένας άνδρας να μην φιλήσει την κοπέλα στο πρώτο επίσημο ραντεβού τους σαν κανένας ερωτευμένος έφηβος που έβγαινε τα πρώτα του ρομαντικά ραντεβουδάκια; Το έκανε όμως –ή μάλλον δεν το έκανε.

Αυτή την φορά, δεν θα έκανε τέτοιο λάθος. Θα τα πόνταρε όλα και ας είχε τόσα πολλά να χάσει με κυριότερο την φιλία τους. Δεν μπορεί, έλεγε και ξανά έλεγε στον εαυτό του, δεν μπορεί να είχε ερμηνεύσει τόσο λάθος τα σημάδια που του έδειχνε τις τελευταίες εβδομάδες. Όλα έδειχναν ότι ενδιαφερόταν για εκείνον περισσότερο απ’ ότι μια γυναίκα για έναν άνδρα που θεωρεί φίλο της. Κάθε φορά που την σκεφτόταν κατέληγε σε ένα μόνο συμπέρασμα. Έπρεπε να την γοητεύσει και σήμερα ήταν η μεγαλύτερη ευκαιρία του.

Και τότε την είδε να έρχεται. Τότε ήταν που όλα του τα όνειρα έπαιρναν επιτέλους σάρκα και οστά. Όσο τον πλησίαζε, όσο την έβλεπε να έρχεται κοντά του, όλο και περισσότερο ένιωθε την καρδιά του να προσπαθεί να ξεριζωθεί από το στήθος του.

Πήρε μια τελευταία τζούρα από το τσιγάρο του, το πέταξε στο πεζοδρόμιο και το έσβησε με το παπούτσι του. Ναι λοιπόν, πράγματι συνέβαινε. Ο έρωτας του ήταν εκεί, ακριβώς μπροστά του. Την κοίταξε και της χαμογέλασε…

_

γράφει η Χριστίνα Παπαβασιλείου

Μην ξεχνάτε ότι το σχόλιο σας είναι πολύτιμο!