Select Page

Το Ταξίδι, του Δημήτρη Π. Μποσκαϊνου

Το Ταξίδι, του Δημήτρη Π. Μποσκαϊνου

sailboat

«Ένα Ταξίδι η Ζωή μικρέ μου»,  είπε ο Γέρος και ρούφηξε την πίπα του γεμίζοντας τολύπες καπνού το μικρό χαγιάτι. 

Καλοκαίρι στην Αλεξάνδρεια και τα βράδια δροσερά και υγρά, ό,τι έπρεπε για παραμύθια και θύμισες, φίλαγαν στοργικά την πυρωμένη πέτρα από το ανελέητο λιοπύρι της μέρας. Ο Κωνσταντίνος ακουμπούσε ληθαργικά το κεφάλι μέσα στις χούφτες του κι άκουγε τον Παππού του μαγεμένος.

«Ένα ταξίδι η Ζωή», ξανάπε βαρύθυμα και το βλέμμα του χάθηκε στη δίνη του χρόνου, καθώς σταμάτησε να κυλά τις κεχριμπαρένιες χάντρες από το κομπολόι του και τ’ άφησε να πέσει απαλά στο τραπέζι.

«Θα ‘μουν …να ...σαν εσένα καλή ώρα, εδώ σ’ αυτή την αυλή κι έπαιζα μ’ ένα αγόρι στην ηλικία μου, τον Αίαντα. Είμασταν φίλοι καρδιακοί. Κάναμε τα πάντα μαζί. Όλη τη μέρα στη Θάλασσα και στον Ήλιο, μπάνιο ψάρεμα και το βράδυ με φανάρια για καβούρια στα βράχια. Τις Κυριακές Εκκλησία και μετά γραμμή στο Λιμάνι να δούμε τα Πλοία που έρχονταν. Κόσμος, χρώματα φασαρία...κι εμείς με παλιόρουχα να τρέχουμε σα χαμίνια απ’ εδώ κι από κει χωρίς να σκεφτόμαστε, μόνο να γελάμε. Να γελάμε και να ζούμε την κάθε στιγμή σα να ‘ταν η τελευταία μας».

Οι ρυτίδες στο γερασμένο του πρόσωπο μαλάκωσαν. Τα μάτια του έλαμπαν με ένα γαλανό του ουρανού, τόσο ζωντανά, που αν τα απομόνωνες από το υπόλοιπο πρόσωπο δεν θα μάντευες με τίποτα τα χρόνια που τον βάραιναν στην πλάτη.

«Τις Νύχτες που η Πόλη σώπαινε κι αφουγκραζόταν το τραγούδι της Νύχτας, κρυβόμασταν πίσω από το φράχτη μιας παλιάς ταβέρνας κι ακούγαμε έναν μουσικό που έπαιζε κιθάρα και διασκέδαζε τους θαμώνες του μαγαζιού. Έπαιζε και τραγουδούσε τόσο όμορφα και γλυκά, που σωπαίναμε για ώρες κι ακούγαμε. Τραγουδούσε σε πολλές γλώσσες. Γαλλικά, Ισπανικά, Αραβικά... δεν καταλαβαίναμε τα λόγια, μόνο ταξιδεύαμε από χώρα σε χώρα κι εμείς με όχημα τις νότες και τη φωνή του. Αγαπήσαμε τη μουσική και το τραγούδι εκείνο το Καλοκαίρι. Εκείνο το υπέροχο Καλοκαίρι που χαράκτηκε στην καρδιά μου τόσο βαθιά.

Ήταν βλέπεις το Καλοκαίρι που χάθηκε ο φίλος μου ο Αίαντας. Για πάντα.Τον βρήκε μια σπάνια αρρώστια και τον τσάκισε, όπως ο Άνεμος την ξερή καλαμιά. Έπεσε στο κρεβάτι για αρκετές εβδομάδες. Ο πυρετός τον έλιωνε και οι γιατροί δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα παρά να περιμένουν το Θαύμα.

Το βράδυ πριν φύγει, παρακάλεσα, θυμάμαι , το μουσικό να παίξει κάτι για κείνον.

Με άκουσε προσεκτικά. Χάιδεψε το κεφάλι μου και συγκινήθηκε, καταλαβαίνοντας πόσο τον αγαπούσα. Μετά την ταβέρνα τον πήρα και πήγαμε στου Αίαντα. Ο Πατέρας του μας κοίταξε περίεργα, ήταν και η ώρα περασμένη αλλά θα κατάλαβε κι αυτός και έκανε στην άκρη να περάσουμε. Ο Αίαντας ψηνόταν στο κρεβάτι του και δίπλα του υπήρχε ένα βάζο με λίγα λουλούδια και το αγαπημένο του βιβλίο για τη Θάλασσα. Είχε κλειστά τα μάτια του. Ίσως κοιμόταν.

Κάτσαμε σε δυο παλιές καρέκλες δίπλα στο κρεβάτι.

Αίαντα μ ακούς; Αίαντα σου έφερα το μουσικό να σου παίξει εκείνη την Ελληνική Καντάδα που αγαπάς. Έκανα νόημα στο μουσικό κι εκείνος άρχισε να χαϊδεύει απαλά και ηδονικά τις χορδές της κιθάρας του γεμίζοντας το δωμάτιο με υπέροχες μελωδίες».

 «Ξύπνα μικρό μου κι άκουσε

κάποιο Μινόρε της Αυγής…»

«Σιγοτραγουδούσα κι εγώ με την παιδική μου φωνή σφιγμένη για να μην κλάψω. Ίσως να ‘ταν ο ιδρώτας από τον πυρετό, ίσως και να το φαντάστηκα αλλά νομίζω ότι είδα τον Αίαντα να δακρύζει. Το άλλο πρωί η καμπάνα του χωριού χτύπησε πένθιμα. Κόσμος κινούταν βιαστικά με τα καλά του. Ο Αίαντας έφυγε. Όλοι ήταν ράθυμοι και σκεπτικοί μα εγώ ήμουν θυμωμένος. Θυμωμένος που μ’ άφηνε μόνο μου. Που θα ‘πρεπε να περπατήσω μόνος το Δρόμο μου χωρίς το φίλο μου, τα γέλια τις χαρές μας.

Ο μουσικός με είδε που αγαπούσα τις μελωδίες και μου πρότεινε να μου μάθει κιθάρα χωρίς αμοιβή. Η χαρά μου ήταν απερίγραπτη. Ξεκινήσαμε αμέσως μαθήματα κι από ό,τι έλεγε συχνά, το ‘χα μέσα μου το τραγούδι. Ζήτησα μια κιθάρα από τον Πατέρα μου που ‘τανε Ναυτικός κι έλειπε συνέχεια σε ταξίδια. Μια Πρωτοχρονιά γυρίζοντας από ένα ταξίδι στη Βόρεια Ευρώπη, μου έφερε ένα κιθαρόνι. Έμελλε να είναι η παρηγοριά μου για το χαμό του Αίαντα κι όλα τα Βάσανα της Ζωής που ακολούθησαν».

Τα μάτια του βούρκωσαν και η υπέροχη φωνή του χάιδευε τα’ αυτιά του μικρού Κωνσταντίνου.

«Η δόλια η μάνα μου ξενοδούλευε για να φέρει στο τραπέζι ένα πιάτο φαΐ. Κάποια χρόνια μετά, πάψαμε να ‘χουμε και νέα από τον Πατέρα. Ίσως χάθηκε, ίσως ξεμπάρκαρε κάπου κι έστησε νέα φαμίλια, ποιος ξέρει...

Εγώ ήμουν έφηβος πια κι άρχισα να παίζω μαζί με το μουσικό στην αρχή κι αργότερα μόνος μου ό,τι τραγούδια είχα μάθει εδώ κι εκεί. Πότε τραγουδούσα σε μαγαζιά στο Λιμάνι για τους Ναύτες, πότε πλανόδιος στην αγορά. Ο κόσμος αγαπούσε τη Μουσική και δε μου ‘λειψε ποτέ τίποτα. Βοηθούσα και τη μάνα μου που γερνούσε και δεν μπορούσε πια να καθαρίζει ξενοδούλι.

Κάποτε μπήκα μουσικός σ ένα μεγάλο Κρουαζιερόπλοιο και γνώρισα κι εγώ πολλούς όμορφους τόπους. Τόπους για τους οποίους μόνο άκουγα μέχρι τότε. Γνώρισα ανθρώπους από πολύ μακριά, έμαθα τα έθιμα και τα ήθη τους, έκανα φίλους. Σ’ ένα ταξίδι γνώρισα τη Γιαγιά σου , κοριτσάκι τότε συνόδευε σ’ ένα ταξίδι αναψυχής τους Γονείς της. Κατάγονταν από την Κωνσταντινούπολη. Όμορφη και καπάτσα με τα πιο όμορφα και ζωντανά μάτια που ‘χα δει ποτέ, Να, σαν τα δικά σου. Τραγουδούσαμε βράδια ολόκληρα κάτω από τ’ αστέρια στο κατάστρωμα.

Ήρθε μετά δυο μήνες και με βρήκε στην Αλεξάνδρεια. Παντρευτήκαμε κι έτσι γεννήθηκε η μητέρα σου, η Χαρίκλεια. Μικρή την κουρεύαμε κοντά κι όπως φορούσε και γυαλάκια ήταν σα μικρό αγοράκι. Σα να τη βλέπω τώρα που σε κοιτάω».

 Ο Κωνσταντίνος χάρισε στον Παππού του ένα ολόγλυκο χαμόγελο, αληθινής Αγάπης πίσω από τα μαύρα κοκάλινα γυαλάκια του. Ο Γερός τον χάιδεψε απαλά στο κεφάλι.

«Μικρέ μου Κωνσταντίνε, ίσως σε κούρασα με την παρλάτα μου. Ξεκίνησα από τότε που ‘μουνα παιδάκι σαν εσένα κι εγώ, σου ‘πα για τον Αίαντα, τη Μουσική, τη Θάλασσα την Αγάπη. Τα ταξίδια, την οικογένεια την Πατρίδα. Μα αν με ρωτήσεις ποια Χώρα ή τόπος μ’ άρεσε πιο πολύ, ποιος προορισμός χαράχτηκε για πάντα στη μνήμη μου, δεν ξέρω να σου πω.

Είναι τόσο θαμποί στο μυαλό μου, σα να μην έφτασα ποτέ πουθενά. Είναι το Ταξίδι που ‘χει αξία Κωνσταντίνε κι αυτά είναι που θυμάμαι τόσο καθάρια σα να γύρισα χτες από το καθένα χωριστά κι απ’ όλα μαζί.

Έτσι είναι κι η Ζωή, ένα Ταξίδι απ’ την Αρχή στο τέλος, που η πορεία μετρά και εκεί είναι όλη η αξία.

Έλα τώρα, πάμε για ύπνο , σε ξενύχτησα απόψε μα θαρρώ σαν άντρες που ‘μαστε πρέπει να το ρίχνουμε και λίγο έξω ε; Να ‘χουμε και κάτι να θυμόμαστε…το Ταξίδι που λέγαμε».

Ο Κωνσταντίνος βυθίστηκε σχεδόν αμέσως σε ένα βαθύ ύπνο. Ονειρεύτηκε. Κράταγε λέει μια βαλίτσα στο χέρι και περπατούσε σ’ ένα συννεφιασμένο τόπο φορώντας τα γυαλιά του και μια μακριά κρεμ καμπαρντίνα. Ένοιωθε να μην ξέρει που πηγαίνει. Δεν είχε σημασία. Ένοιωθε όμως τόσο γεμάτος, μ’ ό,τι αντίκριζε, ένοιωθε και μύριζε. Τον έτρεφε ο Δρόμος.

Χρόνια πολλά μετά, άνθρωπος των Γραμμάτων, σπουδαγμένος κι έμπειρος με τη Ζωή, αναπόλησε το χτες και θυμήθηκε το Γέρο Παππού του και τις ιστορίες του. Άνοιξε το σεκρετέρ του, έβγαλε μια κόλλα χαρτί, βούτηξε το φτερό στο μελάνι κι άρχισε να γράφει ένα ποίημα με τίτλο Ιθάκη, το οποίο και υπέγραψε στο τέλος:

Κωνσταντίνος Καβάφης 1911

 

 

_

γράφει ο Δημήτρης Π. Μποσκαΐνος

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Μάχη Τζουγανάκη

Δηλώνω τυπικά αρχισυντάκτρια της σελίδας. Άτυπα όμως και πιο γνήσια, δηλώνω μέλος μιας όμορφης ομάδας πολύ δεμένης που οι «τίτλοι» του καθενός είναι περιττοί. Δηλώνω επίσης συγγραφέας, ποιήτρια, ερασιτέχνης φωτογράφος, μουσικόφιλή, βιβλιόφιλη, θεατρόφιλη, σινεφίλ και ερωτευμένη με οτιδήποτε ξυπνά τη δημιουργικότητά μου. Τελικά όμως έμαθα… πως το να δηλώνει κανείς τι είναι και τι δεν είναι, είναι ένα μεγάλο παραμύθι, όχι από εκείνα που μου αρέσει να διαβάζω, αλλά από εκείνα που σου θέτουν όρια και σε στριμώχνουν σε καλούπια. Μα εγώ τις λέξεις «όρια» και «καλούπια» τις έχω αφαιρέσει από το λεξικό της ψυχής μου…

5 Σχόλια

  1. Μάχη Τζουγανάκη

    Δημήτρη θέλω να σου πω μέσα από την καρδιά μου συγχαρητήρια. Η γραφή σου έχει αυτό το ιδιαίτερο να χωρά παντού και να βγάζει μια διαφορετική γεύση. Σε αυτό σου το κείμενο ήρθες ένας άλλος Δημήτρης με λυρισμό, με ποίηση, με γλαφυρές και όμορφες εικόνες και παρουσίασες με μια νοσταλγική και όμορφη ματιά μια γλυκιά ιστορία ακολουθώντας τη γραμμή ενός μεγάλου ποιήματος που σε μένα προσωπικά ξεσηκώνει χρόνια εφηβείας μου τότε που κρατούσα παραμάσχαλα σχεδόν τα ποιήματα του Καβάφη..κι έκανα τις πρώτες μου εσωτερικές αναζητήσεις…

    σε όλα του υπέροχο το σημερινό σου ταξίδι…

    Απάντηση
    • Dimitris P. Boskainos

      τι όμορφα λόγια….και ποσο συγκινουμαι που καταφερνω να αγγιζω ψυχες….αυτο ονομαζεται ΕΥΤΥΧΙΑ και με βοηθατε να το κατακτω….ΠΟΣΟ ΣΑΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ

      Απάντηση
  2. Άννα Ρουμελιώτη

    Mε ταξίδεψες, με συγκίνησες, θαυμάσια η ιστορία σου, θαυμάσιο και το ταξίδι!!Να είσαι καλά Δημήτρη!!

    Απάντηση
  3. Σοφία Ντούπη

    Υπέροχες λέξεις, μαγικές οι εικόνες! Δεν έχει σημασία τελικά από ξεκινάς και που θα φτάσεις … σημασία έχει πόσους αγγίζουν οι λέξεις σου, πόσους ζεσταίνουν οι εικόνες σου!!!
    Υπέροχη η ιστορία σας Δημήτρη καλό σας βράδυ!

    Απάντηση
  4. Έλενα Σαλιγκάρα

    Υπέροχο! Τόσες εικόνες! Και πόσο μα πόσο συμφωνώ με αυτό το ταξίδι. Μπράβο σας!

    Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Κερδίστε τα!

Ημερολόγιο 2018

Εγγραφείτε στο newsletter

Εκδηλώσεις

Φόρτωση περισσότερων

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!