Select Page

Το ταξίδι

Το ταξίδι

 

 

Ήταν πολύ γέρος πια. Κόντευε τα ενενήντα. Έβλεπε, άκουγε, περπάταγε. Όλα από λίγο. Αυτό που τον κρατούσε ζωντανό, του έδινε όρεξη για ζωή, ήταν ο περίπατος που έκανε τα δειλινά, βαδίζοντας αργά στο δρόμo για το λιμάνι. Εκεί καθόταν ώρες πολλές και αγνάντευε το πέλαγο με τα καράβια, τον κόσμο που πηγαινοερχόταν, τους γλάρους, τα ψαροκάικα που στέκονταν παράμερα, στα αριστερά της προκυμαίας, με τους ψαράδες που καθάριζαν τα δίχτυα τους.

Τα μάτια του σμίγανε με τους βράχους που κατέβαιναν ως την θάλασσα, που εκείνη την ώρα ήταν μεταξένια και μαβιά. Δεν έφτανε το βλέμμα του μακρύτερα, τα χρόνια τον βάραιναν, μα το μυαλό του ανήσυχο, αεικίνητο και καθαρό όπως πάντα, έκανε το γύρο του νησιού, σπιθαμή προς σπιθαμή.

Τρύπωνε στις γαλάζιες σπηλιές, έβγαινε στα ξέφωτα, χωνόταν μέσα στα καΐκια, βουτούσε στα τυρκουάζ νερά κι έβγαινε δελφίνι πίσω απ’ τα καράβια, πάνω στο φάρο, στις αυλές με τα γεράνια και τις κόκκινες μπουκαμβίλιες, χτύπαγε τις φτέρνες στα λιθόστρωτα δρομάκια, αντάμωνε τα γαϊδουράκια στο μικρό αλώνι, μέσα στ’ αμπέλια τρυγούσε τις ρόγες του μοσχάτου και γυρνώντας αποκαμωμένος, έδινε μια στο χοντρό σχοινί της καμπάνας και ζωντάνευε το λευκό ξωκλήσι.

Από εκεί ψηλά, όλο το νησί μια φλούδα γης που έλιωνε στον ήλιο, σα γλυκό σταφύλι γεμάτο χυμούς, περίμενε τη χούφτα του ν’ απλώσει να το αρπάξει.

Το δειλινό είχε μετρήσει πια τις ώρες του κι είχε το χρώμα το μελί, στο βάθος σκούρο καστανό, ίδιο και απαράλλακτό κεχριμπάρι που μόλις γέννησε η γη. Τα πεύκα σφράγισαν τις πληγές τους και το δειλινό με το άρωμα του ρετσινιού, παραδόθηκε στη νύχτα.

Ο μπαρμπα-Γιάννης πήρε το δρόμο του γυρισμού. Πάλι η ψυχή του ήταν γεμάτη. Μέχρι την πόρτα του σπιτιού του θυμήθηκε ακόμα κι εκείνον το νεαρό φοιτητή, που κάποια χρόνια πριν έκανε διακοπές στο νησί και νοίκιαζε το γειτονικό σπίτι.

Εκείνος του ‘χε πρωτοπεί πειράζοντας τον, για τις χαρές της ζωής που διάβαζε σε βιβλία με ποιήματα, για τον άνθρωπο που κυνηγώντας την ηδονή, πολλές φορές ξεστρατίζει. Ο μπαρμπα-Γιάννης με τη λέξη ηδονή, έφερνε στο νου του το αηδόνι που άκουγε στα νεανικά του νυχτέρια, όταν αυτό ζευγάρωνε στα πυκνά φυλλώματα και κελαηδούσε ασταμάτητα και μελωδικότατα και έτσι τα είχε ταιριασμένα στο μυαλό του. Ηδονή και αηδόνι, ένα.!

Τα βράδια προσπαθούσε να μιμηθεί τη φωνή του αηδονιού χωρίς επιτυχία, ωστόσο δεν τα παρατούσε. Μέσα από τα δόντια του έλεγε γελώντας: «Βρε, το άτιμο το μπιρμπίλι, πού τις βρίσκει τούτες τις νότες…» Όταν έλεγες στο νησί «μπαρμπα-Γιάννης από πίσω ακολουθούσε απολύτως φυσικά και το παρόνομα « μπιρμπίλης».

Από εκείνον το φοιτητή είχε ξεμείνει στο τέλος του καλοκαιριού, ένας χάρτης με όλες τις χώρες, τις θάλασσες και τα βουνά του κόσμου. Ο μπαρμπα-Γιάννης τον κρατούσε σαν ευαγγέλιο, πάντα καλοδιπλωμένο στην πίσω τσέπη του παντελονιού του και τις στιγμές που ο νους του γύρευε ταξίδια, τον άνοιγε, τον κοίταζε μ’ επιμονή – σχεδόν ευλαβικά – παρατηρούσε με θαυμασμό κάθε λεπτομέρεια και με τον δείκτη του χεριού του, έδειχνε και διάβαζε με λαχτάρα, χώρες, νησιά, λιμάνια, οροσειρές.

Η φωνή του έκανε ένα περίεργο σκαμπανέβασμα, όταν με την παλάμη του μετρούσε στο χάρτη την απόσταση που είχαν τα μακρινά λιμάνια από την Ελλάδα και το νησί του. Μασσαλία τέσσερις παλάμες, Ρότερνταμ πέντε, Αμβέρσα έξι, Πρίμορσκ οχτώ. Ατέλειωτος είναι ο κόσμος, τον μετρώ με την παλάμη αλλά ποτέ δε θα τον αδράξω, μονολογούσε και πάλι από την αρχή να ταξιδεύει με την χούφτα του και να γυρίζει τη γη.

Ο χάρτης από την ταλαιπωρία και από τη χρήση ξεθώριασε, οι θάλασσες και οι ωκεανοί έχασαν το βαθύ τους μπλε κι έσμιξαν με το πράσινο της γης. Κι όπως τον χιλιοδίπλωνε, έφτασε το γαλάζιο να μείνει σκόνη στα χέρια του και τριμμένα κομμάτια από πρωτεύουσες που μπερδεύτηκαν, κολλημένα στα δάχτυλά του!

Όμως, με πόση φροντίδα τον έβαζε στην τσέπη του σε κάθε γνέψιμο του καλοκαιριού, στον περίπατο κάτω στο λιμάνι… Νησιώτης είμαι, σκεφτόταν και από το νησί μου δεν έφυγα ποτέ όπως οι θαλασσινοί και γυρνούσε στο μόλο, στο φάρο, στους βράχους…

Και γελούσαν τα μάτια του, χρόνια ολόκληρα, γελούσαν κι έκανε σα μικρό παιδί στα πρώτα του βήματα, όταν έσερνε το δάκτυλο πάνω στη ζωγραφισμένη γη και πατώντας με δύναμη την αμυδρή κουκίδα που ξεχώριζε, έλεγε περήφανα: «Νάτος, τούτος εδώ, τούτος εδώ είναι ο τόπος μου!».

 

της Μαριάνθης Πλειώνη

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

4 Σχόλια

  1. Άννα Ρουμελιώτη

    Τι όμορφα με ταξιδέψατε Μαριάνθη εκεί στην προκυμαία με τον μπάρμπα-Γιάννη!!!!Ευχαριστώ!!!

    Απάντηση
  2. Μαριάνθη Πλειώνη

    Σας ευχαριστώ Άννα, για το σχόλιό σας.

    Απάντηση
  3. Άντωνιάδου Φανή

    Γλυκό καί συνάμα μελαγχολικό! Μού άρέσει!

    Απάντηση
  4. Νίκος Γιαννακάκης

    Όταν το τελείωσα, έμεινα για λίγη ώρα ακίνητος να το κοιτάζω…
    ….Ταξίδεψα. Υπέροχο!

    Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Εγγραφείτε στο newsletter

Ακολουθήστε μας!

Ακόλουθοι

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Έλληνες εκδότες

Έλληνες εκδότες

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!