Select Page

Το τοτέμ του λύκου, του Ζιάνγκ Ρονγκ

Το τοτέμ του λύκου, του Ζιάνγκ Ρονγκ

Ένας νεαρός Κινέζος φοιτητής φεύγει από το Πεκίνο του 1967 για να ενσωματωθεί σε μια κοινότητα βοσκών και κυνηγών στα βουνά της Μογγολίας, συγκεκριμένα στο Ολόν Μπουλάνγκ. Εκεί η ζωή είναι δύσκολη για εκτροφή και νομαδική ζωή, μιας και οι αγέλες των λύκων καιροφυλακτούν για απρόσεκτα θηράματα. Το μυθιστόρημα διαπραγματεύεται τη ζωή του Τσεν Ζεν, που «…ανέπτυξε μια στάση φόβου, σεβασμού και λατρείας για το λύκο της Μογγολίας» (σελ. 25) σε μια περίοδο που «Ο κόσμος είχε απορροφηθεί τόσο πολύ με την Πολιτιστική Επανάσταση… ώστε η παραδοσιακή ζωή στα βοσκοτόπια… είχε έρθει τα πάνω κάτω» (σελ. 33). Μέσα από τις σελίδες του βιβλίου και αναρίθμητα παραδείγματα οικολογικού χαρακτήρα ο Τσεν Ζεν καταλαβαίνει γιατί οι Μογγόλοι «τιμούσαν ως πρόγονό τους το λύκο, ένα ζώο που μισούσαν τόσο οι Κινέζοι όσο και οι υπόλοιποι λαοί που καλλιεργούσαν τη γη» (σελ. 39).

Από το μυθιστόρημα, για το οποίο ο συγγραφέας συγκέντρωνε υλικό επί τριάντα χρόνια και το οποίο έγραψε σε έξι, ξεπηδάνε διαχρονικές παρατηρήσεις πάνω στην ανθρώπινη φύση, τις αρετές και την αρμονία που κυριαρχεί στο σύνολο της πλάσης, καθώς και παραλληλισμοί της στρατηγικής που ακολουθούν οι λύκοι όταν θέλουν να παγιδέψουν ένα ζώο με το μυαλό και τα τεχνάσματα του Τζένγκις Χαν, που διέλυσε μια ολόκληρη αυτοκρατορία με ελάχιστο αριθμητικά στρατό. Για τον Τσεν «…οι ώρες που αφιέρωσε παρατηρώντας τις υποδειγματικές τακτικές μάχης των λύκων είχαν αποδειχτεί πιο χρήσιμες από τα χρόνια που διάβαζε τα βιβλία του Σαν Τζου ή του Κλαούζεβιτς» (σελ. 52). Τη σύγκριση την ξεκαθαρίζει ένα υποδόριο χιούμορ: «Διαβάζετε ένα σωρό βιβλία μα το μόνο που σας προσφέρουν είναι λανθασμένα επιχειρήματα. Οι Κινέζοι γράφουν βιβλία για να υπερασπιστούν τους δικούς τους σκοπούς ενώ οι Μογγόλοι υποφέρουν γιατί δεν μπορούν να γράψουν βιβλία» (σελ. 76).

Ο ίδιος ο βοσκότοπος είχε μια καλά οργανωμένη ιεραρχία, «όπου ο κυνηγός κατατάσσεται ψηλότερα από το βοσκό» κι έτσι οι σπουδαστές από το Πεκίνο, που ζούσαν στις δικές τους γιούρτες μέσα σε αυτήν την ιδιότυπη κοινότητα «είχαν μάθει να φροντίζουν τα πρόβατα και τις αγελάδες μόνοι τους αλλά δεν ήταν ακόμα δεινοί στο κυνήγι και στη νομαδική ζωή των κατοίκων της κεντρικής και ανατολικής Εσωτερικής Μογγολίας» (σελ. 41). Ποιοι ήταν αυτοί οι φοιτητές; «…κατάγονταν από οικογένειες «που υποστήριζαν καπιταλιστικές συμμορίες» ή «είχαν αντιδραστικές ακαδημαϊκές αρχές»… Έτσι, τον χειμώνα του 1967 είπαν αντίο στο σαματά του Πεκίνου και ταξίδεψαν ως τους βοσκότοπους αναζητώντας μια πιο ήρεμη ζωή» (σελ. 42). Σημαντικό ρόλο στην πίστη των νομάδων παίζει ο Τένγκερ, ο Ουρανός δηλαδή, και ο Θεός του Βουνού, στους οποίους προσεύχονται αδιάλειπτα.

Το βουνό αποδίδεται ως ένα εξαιρετικά καλοκουρδισμένο οικοσύστημα, με τους νομάδες να σέβονται τις επιθυμίες του και τις αλλαγές του χρόνου στα βοσκοτόπια τους ενώ ταυτόχρονα θεωρούν τους λύκους κάτι σα θεματοφύλακες της περιοχής αφού μια στο τόσο χάρη σε απρόσεκτα κοπάδια που λοξοδρομούν διαπράττουν μια εκατόμβη θυμάτων, από την οποία βγαίνουν όλοι κερδισμένοι: οι λύκοι χορταίνουν και κάνουν προμήθειες για την άνοιξη, οι δε βοσκοί κερδίζουν κρέας και δέρματα.

680 σελίδες λοιπόν γεμάτες παραδείγματα επιβίωσης, καλά οργανωμένων κοινοτήτων (των λύκων και των νομάδων) και μέσα σε όλα αυτά ο Τσεν Ζεν να κάνει ένα μοιραίο λάθος: να απάγει ένα λυκόπουλο για να το μεγαλώσει μαζί του και να το παρατηρεί διεξοδικά, έχοντας την ψευδαίσθηση πως θα εξημερωθεί ακριβώς σαν τα σκυλιά. Θα προσπεράσω τα βασανιστήρια στα οποία το υποβάλλει εν είδει πειραματισμών, με χειρότερο όλων το λιμάρισμα των δοντιών του, σύντομα όμως η ίδια η φύση θα εκδικηθεί. Το δόλιο λυκόπουλο, όταν μεγαλώνει δίπλα στους ανθρώπους, αποκόβεται από την αγέλη του, με αποτέλεσμα, όταν το βρει επιτέλους η μάνα του, να μην το αναγνωρίζει και ο αρχηγός της αγέλης να μην το αποδέχεται. Μια ανθρώπινη χαζομάρα λοιπόν στοιχίζει σε ένα αθώο πλάσμα την ελευθερία του και κυρίως την ταυτότητά του.

«Το τοτέμ του λύκου» είναι ένα κείμενο γεμάτο ευαισθησία και σεβασμό απέναντι στη φύση και τον άψογο τρόπο λειτουργίας της, γεμάτο από την καθημερινότητα των βοσκών και των νομάδων στα υψίπεδα της Μογγολίας, χωρίς κάποια ιδιαίτερη λογοτεχνική γραφή ή συναρπαστικές ανατροπές ενώ παρατίθενται πολυσέλιδες περιγραφές σκηνικών που φέρνουν τον αναγνώστη κοντύτερα στους λύκους (το πιο ανατριχιαστικά έξυπνο ήταν ο τρόπος που κατάφεραν αυτά τα πανέξυπνα και αδικημένα στη λαογραφία τουλάχιστον του ελληνικού λαού ζώα να υπερπηδήσουν μια μάντρα για να φάνε τα σταβλισμένα ζώα!), στη σφαγή των γαζελών, στην καθημερινότητα και τους τρόπους επιβίωσης των βοσκών στα αφιλόξενα οροπέδια.

Είναι τόσο παραστατική και ρεαλιστική η καταγραφή συνηθειών, ηθών και εθίμων, συμπεριφορών, αντιλήψεων, στρατηγικών κινήσεων που παρασύρει τον αναγνώστη και του δίνει άφθονη τροφή για σκέψη, προειδοποιώντας όσους είναι ανοιχτόμυαλοι να αλλάξουν τη συμπεριφορά τους απέναντι στη φύση πριν να είναι αργά για όλους. Πολιτικό, κοινωνικό και ταυτόχρονα οικολογικό, με καίριες δεύτερες αναγνώσεις πίσω από τις γραμμές, το μυθιστόρημα με βοήθησε να κατανοήσω και να σεβαστώ περισσότερο την αλυσίδα που κρατάει το οικοσύστημα ακέραιο και τον τρόπο που η Φύση «τα πάντα εν σοφία εποίησε».

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Κερδίστε τα!

Εγγραφείτε στο newsletter

Αθήνα Παγκόσμια Πρωτεύουσα Βιβλίου

Ακολουθήστε μας στο Twitter

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος