Select Page

Το τρένο, του Πάνου Τουρλή

Το τρένο, του Πάνου Τουρλή

 

 

 

«Βρέθηκα μετά τον χωρισμό

στον σταθμό, στο βαγόνι μου».

 

Κόσμος είχε κατακλύσει την κεντρική αποβάθρα του σιδηροδρομικού σταθμού. Τα στέγαστρα ήταν φορτωμένα με άφθονο κάτασπρο χιόνι. Λευκές νιφάδες συμμετείχαν στη συμφωνία σιωπής που διηύθυνε ο παγωμένος άνεμος και ξάπλωναν σε όποια επιφάνεια τις καλοδεχόταν. Ο ατμός από τις ρόδες των διερχόμενων αμαξοστοιχιών ανακατευόταν με τα παγωμένα χνώτα των επιβατών που περπατούσαν πάνω κάτω. Το μεγάλο ρολόι πάνω από το κεντρικό ταμείο έδειχνε ότι η ώρα είχε φτάσει στις 13:45. Από τα βαγόνια που δεν σταματούσαν το πηγαινέλα ανεβοκατέβαινε ασταμάτητα ένα ανθρώπινο μελίσσι που γέμιζε τον χώρο με χρώματα και φασαρία.

 Άνθρωποι κουρασμένοι από την πείνα και τη φτώχεια, οικονομικοί μετανάστες που έτρεμαν κάθε απότομη κίνηση, και πουλούσαν κάθε λογής πραμάτεια για να βγάλουν το μεροκάματό τους. Ένας ζητιάνος εκλιπαρούσε για λίγη ελεημοσύνη, νιώθοντας το τσουχτερό κρύο του Δεκέμβρη να τον περονιάζει ως το κόκαλο. Δίπλα του, στεκόταν ένα αγοράκι, ντυμένο με καφέ βαρύ παλτό. Κοιτούσε τον άγνωστο άνδρα και τον περιεργαζόταν με την υπεροψία της παιδικής ηλικίας. Το αγοράκι απορούσε που δεν είχε αυτός ο άντρας ρούχα να ντυθεί. Κάτι πήγε να ρωτήσει, όμως η μητέρα του τον πρόλαβε πριν προχωρήσει. Με μια μικρή υστερική κραυγή απομάκρυνε το βλαστάρι της από τον ζητιάνο και του υπενθύμισε να μην ξανακάνει κάτι τέτοιο. Έφυγε με το παιδί μουρμουρίζοντας κάτι για μιάσματα…

Το γκρίζο μεσημέρι ένιωθε το άγχος ή τη χαρά των ανθρώπων και διασκέδαζε με τα καμώματα του παιχνιδιάρη βοριά, ο οποίος ξεσήκωνε καπέλα από γυναικεία κεφάλια, σήκωνε τις πεταμένες παντού χαρτόκουτες ή ανακάτευε τα μαλλιά, αδιαφορώντας για τις περιουσίες και τις ώρες που ξοδεύτηκαν για να φτιαχτούν.

 

 «Μια ζωή σε μια αποσκευή

τα νεκρά όνειρά μου».

 

Εκείνη τη στιγμή έφτασε μια αμαξοστοιχία με κόκκινα και άσπρα βαγόνια και φρέναρε με έντονο αναστεναγμό στην αποβάθρα. Μόλις κατέβηκαν οι επιβάτες, το μεγάφωνο ανήγγειλε την άμεση αναχώρηση του τρένου για τον επόμενο προορισμό. Οι ζεστές αγκαλιές και τα καλωσορίσματα αντικαταστάθηκαν αμέσως από δάκρυα αποχωρισμού και γέλια που υπόσχονταν ένα αιωρούμενο «εις το επανιδείν».

Ένα ζευγάρι νέων ανθρώπων επιβιβάστηκε στο πρώτο βαγόνι μουδιασμένο από το κρύο και από την αγωνία του αύριο. Παραδίπλα μια παρέα από εικοσάχρονες κοπέλες ετοιμαζόταν γελώντας και φωνάζοντας γι’ αυτήν την εκδρομή που ετοίμαζαν να κάνουν από τη Β΄ Λυκείου. Μόλις τελείωσαν με τα διαβάσματα για τις επερχόμενες Πανελλήνιες εξετάσεις και ανυπομονούσαν να ξεφαντώσουν στη δεκεμβριανή Έδεσσα. Το αβέβαιο βλέμμα μιας γυναίκας ερχόταν σε αντίθεση με το γερό σφίξιμο που ένιωθε στο χέρι της. Ο άντρας της στεκόταν πλάι της, στητός και σε στάση άμυνας, λες και πολεμούσε από τώρα κάθε αναποδιά που θα συναντούσαν στη νέα τους ζωή, μακριά από την πόλη αυτήν. Μια μητέρα αποχαιρετούσε τον γιο της, που, φορτωμένος σάκους και ρούχα σε χρώμα χακί, ξεκινούσε για μια ζωή που θα τον έριχνε σε κώμα 365 ημερών. Ένα ψηλό παλικάρι, που θα χαμογελούσε ξανά τον επόμενο χρόνο.

 

«Ξάφνου εκεί, μες στο συνωστισμό…»

 

Κανείς δεν έδωσε σημασία σε μια ψηλή γυναικεία φιγούρα που σηκώθηκε από το κοντινό, γκρίζο παγκάκι. Ήταν μια όμορφη κοπέλα, με χαρακτηριστικά τολμηρά αλλά και συνεσταλμένα. Τα χείλη της είχαν ενωθεί σε μια ευθεία γραμμή όταν σηκώθηκε και πλησίασε το τραίνο. Περπατούσε σκεπτικά, αφηρημένα, σαν να μην ήταν σίγουρη για αυτό που έκανε. Το σώμα της διαγραφόταν δυνατό, σφιχτό, κάτω από την καμπαρτίνα που το τύλιγε. Τα χέρια της ήταν μικρά και περιποιημένα και στο μεσαίο δάχτυλο του δεξιού χεριού άστραφτε, παρά τη μουντάδα του καιρού, μια χρυσή βέρα.

Η κοπέλα σήκωσε τη βαλίτσα της και κοίταξε γύρω. Πλησίασε στο τρένο, έψαξε για το βαγόνι της και κατευθύνθηκε προς το τέλος του συρμού. Βρήκε τη θέση της, ανέβασε τη βαλίτσα και στάθηκε δίπλα στην πόρτα. Το κρύο ήταν τσουχτερό και χάιδευε το πρόσωπό της. Η ψηλή φιγούρα κρατούσε σφιχτά το εισιτήριο επιβίβασης, σα να φοβόταν πως θα της το πάρουν. Η έκφρασή της ήταν αγέλαστη, το βλέμμα της κοιτούσε αδιάφορα αλλά και με λαχτάρα γύρω. Ήταν ξένη για όλον αυτόν τον κόσμο γύρω της. Ήθελε να σκεφτεί ξανά αυτήν την απόφασή της αλλά το μεγάφωνο ανήγγειλε την τελευταία ειδοποίηση πριν από την αναχώρηση. Τα συναισθήματα και οι εικόνες είχαν στήσει τρελό χορό στο μυαλό της. Με έναν στεναγμό ανέβηκε στο βαγόνι. Πριν κλείσει η πόρτα πίσω της της φάνηκε σαν να άκουσε κάποιον να φωνάζει το όνομά της. Κοίταξε την αποβάθρα που δεν είχε αδειάσει λεπτό από τον κόσμο και τις φωνές και μπήκε στο βαγόνι.

 

«…μια φωνή τόσο γνώριμη,

μια φωνή που γίνεται κραυγή

καθώς λέει τ’ όνομά μου».

 

Η μελαχρινή κοπέλα μπήκε στον στενό διάδρομο, ο οποίος είχε ήδη γεμίσει από βαλίτσες και από ανθρώπους που κάπνιζαν στα ανοιχτά παράθυρα αψηφώντας το κρύο. Ανέβασε τη βαλίτσα της στη σκάρα αποσκευών και κάθισε στο κουπέ της. Κοίταξε έξω τους τελευταίους ανθρώπους που επιβιβάζονταν στο τρένο. Κάτι της κίνησε την προσοχή. Κοίταξε καλύτερα. Ναι, ήταν αυτός. Όντως φώναζε κάποιος το όνομά της. Ήταν ο άντρας της.       Ο άντρας της είχε τρέξει στον σταθμό για να προλάβει την αμαξοστοιχία πριν αναχωρήσει. Γιατί; αναρωτήθηκε η κοπέλα. Τι άλλο ήθελε από τη ζωή της; Τελείωσαν, του το είχε ξεκαθαρίσει. Γιατί ήρθε από πίσω της; Πάντα κολλημένος πίσω της, πάντα ήθελε να έχει αυτός τον τελευταίο λόγο στην κουβέντα. Ποτέ δεν κατέθεσε τα όπλα, ποτέ δεν παραδέχτηκε ένα του λάθος.

Ο άντρας που στεκόταν στην αποβάθρα και φώναζε το όνομά της ήταν μετρίου αναστήματος, με καστανοκόκκινες τούφες στο μικρό κεφάλι του. Ήταν ντυμένος με ένα δερμάτινο πανωφόρι που έφτανε για να κρατήσει το σώμα του ζεστό. Η καρδιά του όμως ήταν παγωμένη. Κουνούσε αδέξια τα χέρια του για να τραβήξει την προσοχή της, φώναζε το όνομά της για να την προλάβει πριν επιβιβαστεί.

 

«Αχ, να μπορούσα μια ζωή

σε μια στιγμή να την αλλάξω».

 

Η κοπέλα έκλεισε τα μάτια και έγειρε πίσω στο κάθισμά της. Αν μπορούσε με μια ευχή της να εξαφανίσει αυτόν τον άνθρωπο από μπροστά της, από τη ζωή της… Δάκρυσε και έσφιξε τα χέρια της. Οι κόμποι της άσπρισαν. Φύγε, φύγε. Η κοπέλα άρχισε να κλαίει. Νόμιζε ότι δεν θα ξανάκλαιγε πια. Ό,τι είχε μέσα της είχε ξεσπάσει πριν από λίγη ώρα. Αυτός την είχε αναγκάσει να νιώσει πιο άσχημα από ποτέ και εκείνη έχασε κάθε έλεγχο των συναισθημάτων της. Πήρε τη βαλίτσα της με όσα πρόλαβε να μαζέψει, πράγματα, εικόνες, αισθήματα, κι έφυγε.

Ο άνδρας στην αποβάθρα πήγε να ανέβει στο τρένο, όμως αυτό είχε ήδη ξεκινήσει. Ο οδηγός και οι ελεγκτές αγνόησαν τις φωνές του κι ο άνδρας άρχισε να τρέχει απελπισμένα παράλληλα με την αμαξοστοιχία. Πρόλαβε να δει ξανά τη μορφή της στο παράθυρο και της φώναξε δυνατά «Σ’ αγαπώ, συγχώρα με». Η ανάσα του έβγαινε γοργή, λαχανιασμένη, ιδρωμένη. Πρέπει να της εξηγήσει, να της μιλήσει. Πρέπει…

 

«Και το τρένο ξεκίνησε

κι εσύ πάλι μακριά μου…»

 

Η κοπέλα, δακρυσμένη ακόμη, σηκώθηκε απότομα και προσπάθησε να ανοίξει το παράθυρο. Ένα χέρι τής έσφιξε το μπράτσο. Γύρισε ξαφνιασμένη και κοίταξε αυτόν που την εμπόδισε. Ήταν ένας ψηλός, γεροδεμένος τριαντάρης που την κοιτούσε αυστηρά.

- Δεν αξίζει, άστο. Μην κοιτάζεις πίσω.

Η κοπέλα κάθισε πάλι. Είχε ιδρώσει από την ένταση. Νόμιζε πως τα κατάφερε, πως θα το ξεπερνούσε. Δύναμη, είπε μέσα της, δύναμη. Ένιωσε ένα μικρό κλώτσημα στην κοιλιά της. Χαμογέλασε και ακούμπησε το στομάχι της.

- Ναι, αυτό είναι πια η δύναμή μου.

 

«Κι έγραψα το σ’ αγαπώ στο τζάμι

και μόλις σ’ είδα που δάκρυσες

έτρεχε το δάκρυ μου ποτάμι

γιατί, καρδιά μου, άργησες».

 

 

Ο άνδρας στην αποβάθρα έμεινε να κοιτάζει βουβός τα βαγόνια που χάνονταν μακριά. Ξεγλιστρούσαν λες μέσα από τα χέρια του. Τρέμοντας – από το κρύο; από το βάρος που ένιωθε μετά τα λάθη του;- έβγαλε το πορτοφόλι του και το άνοιξε. Τράβηξε από τη θήκη τη φωτογραφία της και τη φίλησε με λαχτάρα.

Ένα σκυλί ξέφυγε από τον ιδιοκτήτη του και άρχισε να παίζει χαρούμενο και ελεύθερο στο αφράτο χιόνι. Καθώς έτρεχε έτσι, έπεσε πάνω στον άνδρα που έκλαιγε και τον έριξε κάτω. Η φωτογραφία έφυγε από τα χέρια του άνδρα και πέταξε μακριά του, ακολουθώντας τον άνεμο. Τώρα ήταν μόνος.

 

«Και το τρένο πια χάνεται

σαν το φως μιας ημέρας».

 

_

γράφει ο Πάνος Τουρλής 

 

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

2 Σχόλια

  1. drmakspy

    Πολύ όμορφο Πάνο μου αλλά μου άφησε πολλή πίκρα… Ίσως…. Δεν ξέρω… Ίσως μια τελευταία ευκαιρία… Μα ακόμα και η φωτογραφία έπρεπε να ξεφύγει;;; Δεν ξέρω… Δεν ξέρω…

    Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Εγγραφείτε στο newsletter

Ακολουθήστε μας!

Ακόλουθοι

Διαγωνισμοί σε εξέλιξη

Έλληνες εκδότες

Έλληνες εκδότες

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!