Το υγρό στοιχείο στην λογοτεχνία

11.12.2019

γράφει η Βάλια Καραμάνου

Το στοιχείο του νερού στην λογοτεχνία -είτε με την μορφή της θάλασσας είτε του ποταμού- διαδραματίζει συχνά κυρίαρχο ρόλο. Πρόκειται για αρχέτυπο σύμβολο που απεικονίζει ένα από τα πιο ισχυρά δίπολα της ανθρώπινης ύπαρξης: αυτό της ζωής και του θανάτου. Αν μάλιστα συνυπολογίσουμε την σημασία της θάλασσας για την Ελλάδα (αλιεία/ναυτιλία) θα λέγαμε πως επάξια το υγρό στοιχείο διακατέχει εξέχουσα θέση στον χώρο της λογοτεχνικής παραγωγής.

Το νερό λοιπόν, στην φωτεινή του εκδοχή, συμβολίζει τον έρωτα, την πηγή ζωής. Συχνά δεν πρόκειται απλά για ένα σκηνικό στο οποίο διαδραματίζεται η υπόθεση και κινούνται οι ήρωες, αλλά αποκτά και το ίδιο ύπαρξη, τους καθοδηγεί και τους ενώνει στις πιο κορυφαίες ερωτικές σκηνές. Ενδεικτικά αναφέρω απόσπασμα από το «Όνειρο στο κύμα» του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη (ένα από τα διηγήματα της Αγάπης της δεύτερης περιόδου 1899-1910, του οποίου ο τίτλος από μόνος του αποδίδει τον θετικό συμβολισμό του υγρού στοιχείου). Ο βασικός ήρωας – δικηγόρος πλέον εργαζόμενος σε ένα ασφυκτικό περιβάλλον- αναπολεί τα χρόνια της νιότης του, που πέρασε ως ελεύθερο και ευτυχισμένο βοσκόπουλο στην Σκιάθο. Εκεί γνωρίζει το πρώτο του ερωτικό σκίρτημα στο πρόσωπο της νεαρής Μοσχούλας. Η ένωση των δύο νέων- που ωστόσο δεν θα ολοκληρωθεί ποτέ ως ερωτική πράξη- κορυφώνεται στην σκηνή, κατά την οποία η κοπέλα πνίγεται και το αγόρι ρίχνεται στην θάλασσα για να την διασώσει. Προηγουμένως, το βοσκόπουλο κρυμμένο πίσω από έναν βράχο παρακολουθεί με ένοχη ηδονή την βουτιά της κοπέλας στο νερό: «Ήτον απόλαυσις, όνειρον, θαύμα. Είχεν απομακρυνθή ως πέντε οργυιάς από το άντρον, και έπλεε, κ’ έβλεπε τώρα προς ανατολάς, στρέφουσα τα νώτα προς το μέρος μου. Έβλεπα την αμαυράν και όμως χρυσίζουσαν αμυδρώς κόμην της, τον τράχηλόν της τον εύγραμμον, τας λεύκας ως γάλα ωμοπλάτας, τους βραχίονας τους τορνευτούς, όλα συγχεόμενα, μελιχρά και ονειρώδη εις το φέγγος της σελήνης», «ησθάνθην ότι προσεκολλάτο το πλάσμα επάνω μου, ήθελε την ζωήν της… Ήτο όνειρον, πλάνη, γοητεία. Και οπόσον διέφερεν από όλας τας ιδιοτελείς περιπτύξεις, από όλας τας λυκοφιλίας και τους κυνέρωτας του κόσμου η εκλεκτή, η αιθέριος εκείνη επαφή! Δεν ήτο βάρος εκείνο, το φορτίον το ευάγκαλον, αλλ’ ήτο ανακούφισις και αναψυχή. Ποτέ δεν ησθάνθην τον εαυτόν μου ελαφρότερον ή εφ’ όσον εβάσταζον το βάρος εκείνο… Ήμην ο άνθρωπος, όστις κατώρθωσε να συλλάβη με τας χείρας του προς στιγμήν εν όνειρον, το ίδιον όνειρον του…»

Μια παρόμοια ιστορία εκτυλίσσεται στην Σκάλα Συκαμινιάς της Μυτιλήνης στο έργο του Στράτη Μυριβήλη «Η Παναγιά η Γοργόνα» (πρώτη έκδοση σε βιβλίο έγινε τον Δεκέμβριο του 1949 από τις εκδόσεις «Οι φίλοι του βιβλίου», δεύτερη το 1955 από τις εκδόσεις «Βιβλιοπωλείο της Εστίας»). Εδώ βασική ηρωίδα είναι η Σμαραγδή, μια νέα κοπέλα που η σπάνια ομορφιά της και ο φυσικός δυναμισμός της ηλικίας της συνδυάζονται με την ηθική ανωτερότητα, τα πλούσια συναισθήματα και την ευφυΐα, λαμβάνοντας έτσι την υπερφυσική διάσταση της νεράιδας. Η ίδια ωστόσο αντιμετωπίζει την σκληρότητα της στενής κοινωνίας, μια και βρίσκεται εκεί ως πρόσφυγας, που φτάνει ως την σεξουαλική κακοποίηση. Ως εκ τούτου, αποτελεί αντικείμενο πόθου όλων των αντρών και φθόνου των γυναικών. Επιπρόσθετα, με έναν παράδοξο τρόπο, όλοι οι νεαροί άντρες που την πολιορκούν καταλήγουν πνιγμένοι. Ακόμα και ο νεαρός ψαράς που την διασώζει, ο Λάμπης, (σε μια ερωτική σκηνή που θυμίζει αρκετά αυτήν του Παπαδιαμάντη, με επιθετικές ωστόσο αντιδράσεις εκ μέρους της Σμαραγδής, λόγω της κακοποίησης που έχει υποστεί) κατά την διάρκεια του νυχτερινού της μπάνιου στην θάλασσα: «Προχωρούσε με απλωτές κ’ ένιωθε ευτυχισμένη. Κολυμπούσε ήρεμα, ξεκούραστα, χωρίς να νιώθει πια το βάρος του κορμιού. Όλα ήταν τόσο ανάλαφρα και δροσερά, σα να πετούσε στον αέρα. Κάποτε σταματούσε, γύριζε στη ράχη, κι άφηνε την ανάσα της θάλασσας να την ανασηκώνει και να την κουναρίζει αβρά…Της φάνηκε πως βούλιαζε ο νους της, πως ένα φωσάκι έλιωνε σιγά, πως έχανε τον κόσμο για πάντα.

Την ίδια στιγμή ο διακαμός ενός ανθρώπου τινάχτηκε από ψηλά μες από τα σκίνα της ράχης κι έπεσε με χλαπαταγή στα νερά. Χάθηκε με τη βουτιά, και σαν ξενέρισε, κολυμπούσε με μεγάλες απλωτές προς τη Σμαραγδή. Την πρόφτασε να χτυπιέται ζαλισμένη και να καταπίνει θάλασσες. Την άρπαξε απ’ τα μαλλιά, και πλέβοντας με τα πόδια και με το ‘να χέρι, την έσυρε στα ρηχά κατά τη βάρκα. Τότες, λαχανιασμένος από τον αγώνα, στάθηκε όρθιος στη ραχοπατιά. Έσκυψε και πήρε στην αγκαλιά τη γυμνή κοπέλα να την αποθέσει στη βάρκα… εκείνη πιάστηκε από το σκοινί της βάρκας, χώθηκε στο νερό, πολεμούσε να κρύψει πίσω απ’ το τιμόνι τους κόρφους της που γυάλιζαν- Στα κομμάτια να τραβήξεις! του’πε. – Θα πνιγόσουνα, Σμαραγδή! – Να πνιγόμουνα… τι θα κάνεις εσύ; – Εγώ θα σκοτωθώ…». Αλλά και μόνο ο τίτλος του έργου («Παναγιά η Γοργόνα») προδιαθέτει για μια διαφορετική και ξεχωριστή Παναγιά («Κατάμπροστα στο ψαραδολίμανο, μέσα στο μάτι του πουνέντη, ορθώνεται πάνω σε θεώρατη θαλασσοβραχιά το ξωκλήσι της Παναγιάς της Γοργόνας. Τούτο τον όγκο της πέτρας τόνε κράζουν οι χωριανοί «της Παναγιάς τα Ράχτα»).

Στο μυθιστόρημά του «Η Δασκάλα με τα χρυσά μάτια» (1933) η θάλασσα είναι ξανά κυρίαρχη, καθώς κυκλώνει την Μυτιλήνη αλλά και τους δυο βασικούς ήρωες, τον Λεωνή και την Σαπφώ. Το υγρό στοιχείο είναι αυτό που θα τους ενώσει- παρά της αντιξοότητες-, καθώς προηγούνται διάφορες σκηνές προοικονομίας αυτού του ζευγαρώματος: αρχικά ο Λεωνής θα την ονειρευτεί κι έπειτα θα την αντικρίσει κρυφά στο μπάνιο της «ντυμένη με την θεϊκή της γύμνια», ενώ και ο ίδιος θα εκτονώσει τις ορμές του στην θάλασσα: «Έπαιζε με τη θάλασσα σα με μια γυναίκα. Τη χάιδευε, την προκαλούσε, την παίδευε. Κυλιότανε πάνω της σαν πάνω σ’ ένα πελώριο ζό, σπαργωμένο από ακατέλυτα νιάτα. Την έσπρωχνε με τούς γερούς ώμους του, που να του γλείφει τις πλάτες, να ξεχειλά μπροστά από τα λαιμά του και να του μουρμουρίζει πίσω από τ’ αυτιά.», «Η Σαπφώ. Κολυμπούσε ξένιαστη. Δε το ξαιρε πως κάποιος είναι και την παραφυλάει, και σέρνει τη ματιά του πάνω της, κρυμμένος κάπου. Είταν ολόγυμνη, κι απορούσε ο Δρίβας πως έγινε κ’ ήξαιρε καταλεπτώς όλες τις μυστικές λεπτομέρειες αυτού του κορμιού.»

 

Στον αντίποδα αυτών των αποσπασμάτων, το παντοδύναμο υγρό στοιχείο από πηγή ζωής μπορεί να μετατραπεί σε αμείλικτη παγίδα θανάτου. Χαρακτηριστικό δείγμα αποτελεί η «Φόνισσα» του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη (δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στο περιοδικό «Παναθήναια» σε συνέχειες από τον Ιανουάριο ως τον Ιούνιο του 1903). Η Φραγκογιαννού, μια υποταγμένη γυναίκα της Σκιάθου, οδηγείται σταδιακά σε μια προσωπική «εξέγερση» σκοτώνοντας όλα τα μικρά κορίτσια του νησιού, κάνοντας την αρχή με την νεογέννητη εγγονή της, σε μια απέλπιδα προσπάθεια να τα «γλιτώσει» από την σκληρή μοίρα τους. Στην τελευταία σκηνή της νουβέλας, ενώ καταδιώκεται από δυο άντρες, αφήνει την τελευταία της πνοή μέσα στα γνώριμα κύματα κάτω από το προικώο της κτήμα, λίγο πριν την εκκλησία του Άη Σώστη: «Η Φραγκογιαννού απείχεν ακόμη ως δέκα βήματα από τον Αϊ-Σώστην. Δεν είχε πλέον έδαφος να πατήση, εγονάτισεν. Εις το στόμα της εισήρχετο το αλμυρόν και πικρόν ύδωρ. Τα κύματα εφούσκωσαν αγρίως, ως να είχον πάθος. Εκάλυψαν τους μυκτήρας και τα ώτα της. Την στιγμήν εκείνην το βλέμμα τη Φραγκογιαννούς αντίκρυσε το Μποστάνι, την έρημον βορειοδυτικήν ακτήν, όπου της είχον δώσει ως προίκα ένα αγρόν, όταν νεανίδα την υπάνδρευσαν και την εκουκούλωσαν, και την έκαμαν νύφην οι γονείς της.

— Ω! να το προικιό μου! είπε.

Αυταί υπήρξαν αι τελευταίαι λέξεις της. Η γραία Χαδούλα εύρε τον θάνατο εις το πέραμα του Αγίου Σώστη, εις τον λαιμόν τον ενώνοντα τον βράχον του ερημητηρίου με την ξηράν, εις το ήμισυ του δρόμου, μεταξύ της θείας και της ανθρωπίνης δικαιοσύνης.»

Το ίδιο μοτίβο υπάρχει και σε μεταγενέστερους συγγραφείς, όπως στο έργο του Μ. Καραγάτση «Η μεγάλη Χίμαιρρα» (1953). Η Μαρίνα, μια εντυπωσιακή γαλλίδα, ερωτεύεται παράφορα τον νεαρό καπετάνιο Γιάννη και τον ακολουθεί στο νησί του, την Σύρα. Εκεί ξεδιπλώνεται η ζωή των ναυτικών γενικότερα με τον πλούτο που παρείχε σε όσους ασχολούνταν με την ναυτιλία, αλλά και τον θάνατο και τις πίκρες που μοίραζε αβίαστα στους αδικοχαμένους ναυτικούς και στις οικογένειές τους. Το υγρό στοιχείο είναι αυτό που θα στιγματίσει τον έρωτα των δύο ηρώων, η θάλασσα βρίσκεται πάντα εκεί για ν’ αφυπνίσει ερωτικά το σώμα της Μαρίνας και να γιατρέψει τα παιδικά ψυχικά της τραύματα. Η ίδια η θάλασσα ωστόσο είναι αυτή που θα την κατακερματίσει, καταπίνοντας το καράβι τους την «Χίμαιρα» και οδηγώντας την οικογένειά της σταδιακά στην προδοσία και στον όλεθρο. Το έργο κλείνει με την καταπονημένη Μαρίνα ν’ αντικρίζει από μακριά τον άντρα της, που επέστρεφε επιτέλους στο νησί. Καθώς δεν επρόκειτο να τον ξαναδεί, εφόσον τα γεγονότα την οδήγησαν σε αυτοεξορία, σε μια ύστατη λαχτάρα σκαρφαλώνει στον βράχο για να τον αντικρίσει για τελευταία φορά: «- Γιάννη! Γιάννη! Σώσε με! Γλίτωσέ με! Αυτό μονάχα μπόρεσε να πει. Με την ελπίδα που μόνο ο απελπισμένος βρίσκει μέσα του και ορμάει προς τα εμπρός… προς τον γκρεμό. – Σώσε με! Τα κεφαλόπουλα σκόρπισαν τρομαγμένα. Τρύπωσαν οι γωβιοί μες στα θαλάμια τους. Η πέρκα έκανε σαν παλαβή. Μονάχα ο κάβουρας κατέβηκε απ’ τον βράχο του αργοπερπατώντας, σαν να μη γίνηκε τίποτα. Και με δαγκάνες ανοιχτές στραβοδρόμησε προς την καινούργια του τροφή».

 

Η θάλασσα λοιπόν σημάδευε ανέκαθεν την ελληνική ζωή και κατ’ επέκταση κάθε μορφή καλλιτεχνικής δημιουργίας. Η σημασία της ξεπερνά τα σύνορα και εμπλέκεται στην ιστορία πολλών λαών. Είναι αυτό το υγρό στοιχείο που απλόχερα δίνει ζωή και ταυτόχρονα τόσο αμείλικτα την παίρνει πίσω.

«Πιες με

να με στερέψεις

 

Αγάπησέ με

Θα σε συντρέξω να πνιγείς»

 

(ΙΒΑΝ ΓΚΟΛ, Μαλαισιανά τραγούδια XVII)

Ακολουθήστε μας!

Οι προσφορές των εφημερίδων

Οδηγός ιστοσελίδας

Αρχείο

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβολή σχολίου