ΤΟ ΦΩΣ ΤΟΥ ΜΕΛΕΑΓΡΟΥ

20.08.2015

 

 

Το ξέρω τώρα πια ότι η λέξη δεν είναι για μένα παρηγοριά.

Στέρεψε η ψυχή μου τον Τοξέα και τον Πλέξιππο όταν φόνευσα.

Μα πως μπόρεσε αλήθεια του Μελέαγρου η μάνα

το δαυλί που φώτιζε το δρόμο του από εκδίκηση να κάψει;

Τον προικοδότησαν οι μοίρες καθώς αιωρείτο στην κούνια του,

μα μία εξ’ αυτών ορμήνευσε το χαμό του από την καιόμενη δάδα

που ανάβλυζε μυρωμένο- σαν από επιθανάτιο λιβάνι –καπνό.

Σαν παραμύθι από ιδεογράμματα

έφτασε στων ανθρώπων τα μάτια η ζωή του.

Ένα παραμύθι που ψιθύριζαν τα ποικιλόθερμα ερπετά-

για μια ζωή βουλιαγμένη στις στάκτες της αστερόσκονης και του γκρίζου κονιορτού-

ξαπλωμένα στις θερμές πέτρες του αυγουστιάτικου χωραφιού με τα στάρια

που σκέπαζαν την ακτογραμμή της θάλασσας

με τα κυκλαδίτικα, λευκά σπίτια

και τους σκυφτούς ψαράδες του Αιγαίου.

 

Γνώρισα κι εγώ κάποτε ένα Μελέαγρο.

Αφημένο στη ζωώδη του φύση

συνήθιζε να σκαρφαλώνει σε κεραμίδια ετοιμόρροπων σκεπών

για να αρπάξει με τα ακονισμένα νύχια λίγο φως από τον ήλιο.

Τα βράδια ακροβατούσε με τις μεμβράνες της νυχτερίδας στην πλάτη.

Κάθε δειλινό άφηνε τη γλώσσα του να χορεύει στους ρυθμούς του αέρα

με μια ψυχή που σύντομα θα δινόταν στο επέκεινα.

Συνήθιζε να σπέρνει τη θάλασσα των ονείρων

στους κυματοθραύστες της μεσημβρινής ξηρασίας

και να μαγεύει των ανθρώπων τη φαντασία

με τα λικνίσματα του σώματος του.

Τώρα αναπαύεται κοιμώμενος στη γη βαθιά

με έναν κάκτο φυτεμένο στο στέρνο του

και το καύκαλο της χελώνας του μύθου για προσκεφάλι.

Σπαρμένοι στο σώμα του αχινοί αφαιμάσσουν το αίμα τουž

όσο απέμεινε στις φλέβες.

Πριν αυτές διανοιχθούν και ποτίσουν το λιόγερμα

ήσαν όργανο έγχορδο και μελωδικό

και το σώμα του μια λευκή από ελεφαντόδοντο άρπα.

 

Το λαβωμένο δέρμα του καλυδώνιου κάπρου

την Αταλάντη έπρεπε να στολίζει.

Η μητρική, όμως, της Αλθαίας κατάρα το Μελέαγρο πέτρωσε.

Λεηλατημένα των Αιτωλών τα ανάκτορα απ’ των Κουρητών τη μανία.

Μα του Οινέα ο γιος φοβούμενος τις Μοίρες σωπαίνει.

Την Αταλάντη θέλησα κι εγώ λεκτικά να ντύσω.

Μ’ ένα φως αιώνιο σαν κι αυτό που γέννησε τη λύρα.

Αδύνατο, όμως, για μένα πια την Αταλάντη να αγγίξω.

Το δέρμα της ψυχής που έντυνε τη σάρκα αγκάθινο είναι.

 

Κοιτάω το Μελέαγρο βυθισμένο στο σκότος

να κρατάει το σβησμένο δαυλό.

Η τελευταία φλόγα φώτισε το μονοπάτι στο μακρύ του θανάτου δρόμο.

Ο Εωσφόρος, τη δάδα σου με το αιώνιο φως

θα μπορούσε να πυρώσει.

Δέσμιος, όμως, στον Καύκασο καθώς είναι

άφησε τα μάτια του φωλιά για τα αρπακτικά να γίνουν.

Ζητάω από τον Άτλαντα τον ουρανό να σηκώσω.

Μα πριν τα χέρια απλώσω τα αστέρια μού καίνε τα μάτια.

Δεν είχα γνωρίσει το φως.

Θυμάμαι μικρός ότι είχα ακούσει κάποιο γέροντα να μιλάει γι’ αυτό.

Τον θάψαμε με μια του φωτός αχτίδα.

 

_

γράφει ο Αντρέας Πολυκάρπου

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Ακολουθήστε μας

Σείριος

Σείριος

Σε είδα σήμερα Μυστική μου ερωμένη. Μικρή μελαγχολική απροστάτευτη με έψαχνες χωρίς να ξέρεις το γιατί σε έψαχνα σε έβρισκα σε έχανα. Και ήσουν παντού δεν ήθελα να σου μιλώ να σε αρπάξω ήθελα να καταστρέψω τη εύθραυστη ηρεμία σου Να σου γυμνώσω τα στήθη Να τα δαγκώσω...

Το φως δεν επαιτεί…

Το φως δεν επαιτεί…

- γράφει η Θεοδοσία Αργυράκη - Ασαργιωτάκη - Με αλαζονεία λεηλατήθηκε, δε νικήθηκε  ότι αναστήθηκε στο φως είναι εκεί  στις παγωμένες αίθουσες κραυγάζει με τέχνης ρωμαλέα, αιώνια φωνή. __Δεν σου ανήκω, δεν είμαι εδώ θρηνούν τα ακρωτηριασμένα μέλη μου  με το ρυθμό της...

Ο Γέρος και η Θάλασσα

Ο Γέρος και η Θάλασσα

Πού να ’ξερες γέρο Έρνεστ πως θα γινόμασταν συμμαθητές   στην Αίθουσα του Ανοιχτού Ορίζοντα μαζί να έρπουμε με μάτια δακρυσμένα   Και εγώ σαν ένας από σένα να βλέπω, να μιλώ και  να απορώ Τι Λάθος Έκανα  όταν ξεκίνησα να Ζω και να Aγαπώ τη Θάλασσα   Ω!...

Μοναχικά Χριστούγεννα

Μοναχικά Χριστούγεννα

Έστρωσε το πιο όμορφο, χριστουγεννιάτικο τραπέζι  το γέμισε με καλούδια, τίποτα να μην λείπει έβαλε και την μουσική, στη διαπασών να παίζει να μην ακούγονται τόσο πολύ, της μοναξιάς οι χτύποι.   Γέμισε τα ποτήρια μέχρι πάνω, με κρασί κι ελπίζει πως κάποιος απόψε...

Κάθε Δεκέμβρη

Κάθε Δεκέμβρη

Περπατούσες κι εσύ στο στενό εκείνο δρόμο το Δεκέμβρη, με τα μάτια σου ανοικτά.  Ονειροπολώντας ένα κατευθυνόμενο χρωματιστό Χριστουγεννιάτικο μέλλον. Διατάζοντας, την ευτυχία που περιμένεις, κάθε Δεκέμβρη. Όλα τα σχέδια σου συσκευασμένα, τυλιγμένα με το γυαλιστερό...

Ακολουθήστε μας στο Google News

Ακολουθήστε μας στο Google News

Διαβάστε κι αυτά

Κάθε Δεκέμβρη

Κάθε Δεκέμβρη

Περπατούσες κι εσύ στο στενό εκείνο δρόμο το Δεκέμβρη, με τα μάτια σου ανοικτά.  Ονειροπολώντας ένα κατευθυνόμενο χρωματιστό Χριστουγεννιάτικο μέλλον. Διατάζοντας, την ευτυχία που περιμένεις, κάθε Δεκέμβρη. Όλα τα σχέδια σου συσκευασμένα, τυλιγμένα με το γυαλιστερό...

Ωδή στο κτήνος / Κτηνωδία

Ωδή στο κτήνος / Κτηνωδία

Τίνος λες να ‘ναι το κτήνος Που γρατσουνάει το μέσα σου κι ανοίγει κουφάλες στην καρδιά σου Που στο κοπιαστικό χαμόγελό σου κεντάει μια Ατέρμονη γραμμή Που τα χέρια σου διπλώνει σαν να ‘σαι μαριονέτα ανήμπορη. Τίνος λες να ‘ναι το κτήνος Που –σαν αλλοτινό τσογλάνι της...

Έρως

Έρως

Από την πλούσια γενιά του πατρός σου  Στην μίζερη μεριά της μητρός σου...   Πώς γίνεται να κάνεις τέτοιο σαματά  Όταν μπαίνεις στην ψυχή βαθιά, Να χτυπάς βαριά την καρδιά και το μυαλό  Το μόνο που μ΄ αφήνεις· τον αναστεναγμό.   Να τρέμω σαν το ψάρι, να...

4 σχόλια

4 Σχόλια

    • ΑΝΤΡΕΑΣ ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΥ

      Ευχαριστω πολυ

      Απάντηση
    • ΑΝΤΡΕΑΣ ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΥ

      Ευχαριστω πολυ

      Απάντηση

Υποβολή σχολίου