Διανύει την έκτη δεκαετία της ζωής της. Κάθεται σε μια γωνιά, στην κυριολεξία, για να μην ενοχλεί. Σέβεται τα «θέλω» και τις ανάγκες των άλλων κι όμως…
Πού πήγε η «ικανότητά» της να μπορεί να επικοινωνεί με όλους; Τι έγινε; Γέρασε κι έχασε αυτό το χάρισμα; Μέχρι και με Ρωσοεβραίο κωφό μπόρεσε να «επικοινωνήσει» όταν εργαζόταν. Από παιδί της άρεσε και της αρέσει να μπορεί να συνεννοείται με όλους τους ανθρώπους, από μωρά ημερών μέχρι παππούδια που πλησιάζουν τον αιώνα, από ανθρώπους που έχουν σώας τας φρένας, όπως λένε, μέχρι και ανοιακούς. Και τώρα αδυνατεί να επικοινωνήσει με αυτούς που αγαπά πολύ, που είναι κομμάτι του «είναι» της, κομμάτι της ύπαρξής της. Σαν να εκπέμπουν σε διαφορετικό μήκος κύματος, σαν να χάνονται στο δρόμο τα σήματα, οι λέξεις, τα συναισθήματα…
Η αλήθεια είναι πως είχε έναν μαγικό και μοναδικό τρόπο να εκμαιεύει το χαμόγελο ενός μωρού, το «μυστικό» αυτού που κάθεται κατάμονος στο παγκάκι, το χαμόγελο και το πρόβλημα μαζί τού φίλου ή του γνωστού, ακόμα και του άγνωστου. Δεν δίσταζε να απλώσει το χέρι, να αγγίξει, να πιάσει, σαν να βλέπει κάποιον πολύ δικό της, έναν ανοιακό και όχι μόνο. Μα η κορωνίδα όλων ήταν και είναι η αγκαλιά των παιδιών με τα οποία συναναστρέφεται, άλλοτε βοηθώντας τα στα μαθήματα ή και στα πρώτα τους καρδιοχτύπια· στις ελεύθερες ώρες της, όταν ήταν νέα και πριν αποκτήσει δική της οικογένεια, βοηθούσε παιδιά του δημοτικού στην μελέτη και προετοιμασία για το σχολείο.
Τώρα έχει κλειστεί στο εαυτό της. Τον μαστιγώνει γιατί πιστεύει πως το λάθος είναι δικό της. Όσο κι αν προσπαθεί, καταλαβαίνει πως δεν υπάρχει σημείο επαφής. Σαν να είναι μια ξένη ή ακόμα, εκείνη που τους έχει κάνει το μεγαλύτερο κακό. Και δεν μιλά σε κανένα. Όλο αυτό το κρατά για τον εαυτό της. Δεν θέλει να στενοχωρήσει κανέναν. Δεν θέλει να γίνεται βάρος σε κανέναν. Κι αν τύχει και συναντηθεί με κάποιον γνωστό ή φίλο ή και ξένο, φορά το πλατύ της χαμόγελο, που βγαίνει από τα σωθικά της, και ξεγελά και τον εαυτό της πως όλα είναι ρόδινα, όλα βαίνουν καλώς, όπως έλεγε παλιά… Και περιμένει σε μια ακρούλα, απόμερα, μέσα στο ίδιο της το σπίτι, να της κάνουν ένα νεύμα, να της ρίξουν ένα αγαπησιάρικο βλέμμα, για να απλώσει τα χέρια της, την ψυχή της, στα πόδια τους.
Κάθε που συνειδητοποιεί την απέραντη μοναξιά της, προστρέχει σ’ εκείνους που την αγάπησαν χωρίς αντάλλαγμα, που όμως δεν είναι πια μαζί της. Μιλά στις φωτογραφίες τους και ζητά την συμβουλή και την συμπαράστασή τους· άδικος κόπος και το ξέρει.
Πολλά τα προβλήματα, τόσο στον δικό της μικρόκοσμο, μα πιότερο στην οικουμένη ολάκερη. Κάτι οι πολιτικο-οικονομικές καταστάσεις, λίγο η ανασφάλεια και η ανεργία, ήρθε και το πλήγμα του κορωνοϊού με τις απαγορεύσεις, να το χάσμα της επικοινωνίας που τείνει να γίνει μεγαλύτερο. Όταν βλέπει γύρω-τριγύρω την δυστυχία και πλακώνεται η ψυχή της, πού να επικεντρωθεί στο γιατί την αρνούνται οι δικοί της άνθρωποι; Αφού δεν μπορεί ν’ αγκαλιάσει όλον τον κόσμο και προπάντων όλα αυτά τα παιδιά που σφαγιάζονται. Αφού δεν μπορεί να προστατέψει όλους αυτούς τους ανήμπορους που πασχίζουν για ένα καλύτερο αύριο, που έχουν διωχθεί από τις οικογένειες, τις χώρες και τις ζωές τους μέχρι πριν λίγο, τι την νοιάζει αν την κοιτούν με «μισό μάτι»; Μπορεί να μην είχε και ποτέ αυτό το «χάρισμα» της επικοινωνίας και ήταν μια φούσκα που έσπασε στον δυνατό αγέρα της ζωής.
Πόσο θα ήθελε να μπορούσε να πατήσει ένα κουμπί, να συνετίσει όλους αυτούς τους «μεγάλους» που πλουτίζουν από τους πολέμους και να σταματήσουν να ξεσπιτώνονται οικογένειες ολόκληρες ή και μέλη που απέμειναν… Πόσο θα ήθελε να βλέπει χαμογελαστά πρόσωπα και ειδικά των παιδιών όλου του κόσμου…
Τότε και μόνο τότε θα παραδεχόταν πως μπορεί και να είχε και να εξακολουθεί να έχει το «χάρισμα»…
_
γράφει η Αθηνά Μαραβέγια
0 Σχόλια