old_ball

Είχε μέρες τώρα που ο βοριάς δεν έλεγε να κοπάσει και το κρύο ήτανε τόσο τσουχτερό, που έμπαινε μέσα στα ρούχα του κοσμάκη, όσο βαριά κι αν ήταν κι έφτανε ως το κόκαλο. Η Περσεφόνη παρακολουθούσε όλο αυτό που γινόταν έξω, μέσα από τη γλυκιά θαλπωρή του σπιτιού της. Η κυρία Τασία που είχαν στη δούλεψη τους οι γονείς της και της την είχανε δώσει μαζί της όταν παντρεύτηκε, φρόντιζε πάντα να ανάβει τα τζάκια και τις μαντεμένες1 σόμπες του σπιτιού από νωρίς. Σηκωνόταν αχάραγα, πριν ακόμη προλάβουν να ξυπνήσουν οι νοικοκυραίοι του κι η πρώτη της δουλειά ήταν να βάνει φωτιά και να ζεσταίνει το σπίτι.

Πλούσιο και μεγάλο το σπιτικό τους. Αρχοντικό το λέγανε οι δούλες των υπόλοιπων νοικοκυριών μα κι οι περαστικοί σαν τύχαινε να διαβούν μπροστά από το κατώφλι του. Όχι πως δεν είχε η πόλη τους άλλα τέτοια σπίτια. Μα να, το δικό τους ήταν κομμάτι παραπάνω από τα άλλα.

Ασταμάτητος κι ο κύρης του σπιτιού, ο Αλέξανδρος Σέκερης. Μεγάλος και τρανός έμπορος της πόλης τους, μα και της ευρύτερης περιοχής. Που δεν σταμάταγε να στέλνει με τα παραπαίδια του στο σπίτι και την κυρά του, ό,τι καλό είχε στην πατρίδα τους. Αλλά κι από άλλες πατρίδες κι άλλες χώρες. Μιας κι η χάρη του και το εμπορικό δαιμόνιο που είχε μέσα του, τον έφτανε από την Οδησσό ίσα με τους Φράγκους κι από τους Φράγκους ως τη Σμύρνη την Πόλη και τους άγιους τόπους. Έτσι η ζωή τους έμοιαζε με παραμύθι και κύλαγε γλύκα σα το τσέρκι των παιδιών που έπαιζαν ανέμελα στους δρόμους της πόλης τους.

Άσε που την αγάπαγε τη γυναίκα του και την είχε κορόνα στο κεφάλι του, από την πρώτη στιγμή που την αντάμωσε. Έλεγε «Φώνη μου» και κόλλαγαν τα χείλη του και δεν έφταιγε για αυτό ούτε το επίθετό του, ούτε ο ζαχαροπλάστης προπάππος του που τους το κληροδότησε.

Μα και εκείνη τον αγάπαγε με μιαν αγάπη πιο γλυκιά κι από τη ζάχαρη, πιο γλυκιά και από το μέλι που χρησιμοποιούσαν εκείνοι οι μακρινοί του πρόγονοι. Το μόνο κακό, το μόνο μελανό σημείο που είχε τούτο το ζευγάρι ήτανε πως τα ‘χε φέρει έτσι η μοίρα κι είχε μείνει άκληρο. Και καλά στην αρχή, τότε στα είκοσί τους που παντρεύτηκαν. Μα τώρα κι όσο πέρναγε ο καιρός, κι ο καιρός τσουλάει γρήγορα είπαμε- σαν το τσέρκι. Και γεννούσαν οι συγκινείς κι οι φίλοι τους και μεγάλωναν τα μικρά τους κι από μωρά γίνονταν παιδάκια που πήγαιναν στο σχολείο κι ύστερα έφηβοι στο γυμνάσιο. Κι όσο γρήγορα μεγάλωναν και θέριευαν εκείνα, τόσο πιο έρημοι, άτυχοι και δυστυχισμένοι ένιωθαν ετούτοι.

Κι όσο πέρναγαν τα χρόνια κι έφευγε μακριά και για περισσότερο χρόνο πια ο Αλέξανδρός της, τόσο μόνη μπρος το παράθυρο έστεκε η Περσεφόνη του. Που καρτέραγε και καρτέραγε και με τα χρόνια είχε μπερδευτεί και τον περίμενε ακόμη κι όταν ήταν εκεί, δίπλα της, και φουμάριζε ήσυχα ήσυχα το σιγαρέτο του.

Μια τέτοια μέρα ήτανε και η σημερινή. Είχε πιάσει εκείνη θέση από νωρίς στο παράθυρο κι έριχνε πασιέντζες αυτός δίπλα της, κοιτώντας την που και που στενοχωρημένος.

«Φώνη κυρά μου, έλα να καθίσεις λίγο δίπλα μου», της είπε κάποια στιγμή και μάζεψε την τράπουλα.

Η γυναίκα του γύρισε και τον κοίταξε. Το ίδιο κοίταγμα με την ίδια λατρεία εδώ και είκοσι χρόνια.

«Μ’ αρέσει να στέκομαι στο παράθυρο», του απάντησε τρυφερά κι έσιαξε λίγο την κουρτίνα.

«Το ξέρω κυρά μου κι εμένα μου αρέσει όταν γυρνώ από τα ταξίδια μου να σε βρίσκω εκεί. Θαρρείς πως μπαίνει η καρδιά μου στη θέση της! Με το που σε βλέπω στο παραθύρι, μπαίνει η καρδιά μου στη θέση της!», συνέχισε ο άντρας της, όμως εκείνη έδειχνε πως δεν τον άκουγε πια. Κάτι είχε τραβήξει ξαφνικά την προσοχή της που το κοίταγε με ενδιαφέρον τραβώντας ακόμη πιο πολύ την κουρτίνα στο πλάι.

«Τι είναι;» Ρώτησε ο Αλέξανδρος και πήγε δίπλα της.

Έξω είχε αρχίσει να χιονίζει και λίγο πιο κάτω από την είσοδο του σπιτιού τους, μια οικογένεια κοιτούσε ταραγμένη το κάρο της με την σπασμένη του ρόδα και το φτωχικό και λιγοστό βίος τους που είχε γύρει κι αυτό κι είχε σκορπιστεί καταμεσής του πλακόστρωτου δρόμου.

Τα παιδάκια που έστεκαν γύρω από το ζευγάρι, που έδειχνε να είναι οι ιδιοκτήτες του κάρου μα και γονείς τους, ήτανε πέντε. Τα δύο από αυτά έκλαιγαν απαρηγόρητα και τα μεγαλύτερα προσπαθούσαν με τον τρόπο τους να τα παρηγορήσουν.

«Έσπασε ο άξονας κι η ρόδα...»είπε ο Αλέξανδρος σκεφτικός κι ανήσυχος. «Κι όπου να ‘ναι θα βραδιάσει. Άσε που έτσι όπως χιονίζει, σε λίγο θα το έχει στρώσει για τα καλά.

«Τασία» φώναξε δυνατά κι άνοιξε την πόρτα της σάλας για να ακουστεί.

«Ορίστε κύριε Αλέξανδρε» του απάντησε η γυναίκα κι έτρεξε προς το μέρος του.

«Τασία, κάτω δίπλα από την είσοδο μας, έσπασε η ρόδα από έναν αραμπά. Στείλε τον Βλαδίμηρο να δει αν μπορεί να τη φτιάξει. Και βάλε μέσα την οικογένεια για να ζεσταθεί. Ύστερα, όρισε το Μαρικάκι να ανάψει τη φωτιά στο σπιτάκι του κήπου και στρώστε τους εκεί, για να βγάλουν τη νύχτα. Τάισέ τους όμως πρώτα. Και τα ζώα. Μην ξεχάσετε να ταΐσετε και τα ζώα.

Έτσι μπήκαν στη ζωή τους η οικογένεια του Γιώργη και της Σοφίας Παυλίδη. Πρόσφυγες από το Ασλάνι2 της ανατολικής Θράκης, που με την ανταλλαγή του πληθυσμού το είκοσι-δύο, είχανε περάσει στη Βουλγαρία. Κι από εκεί, δύο χρόνια αργότερα, πήρανε την απόφαση να κατηφορίσουν για την πατρίδα. Είχανε κάποιους μακρινούς συγγενείς που δούλευαν σε μια Εβραϊκή οικογένεια κάπου στη Θεσσαλονίκη, στη συνοικία Κάμπελ3 και θα πήγαιναν δίπλα τους για να βολευτούν. Στην αρχή πέρασαν μέσα στο σπίτι διστακτικοί κι αμίλητοι ίσα για να ζεσταθούν, δεν είχαν δει βλέπεις ποτέ ίσα με τώρα τέτοιο αρχοντικό και δεν ήξεραν πώς να σταθούν.

Ο Γιώργης μάλιστα, καθότι κομματάκι περήφανος, δεν έκανε τον κόπο ούτε μέσα να περάσει, ξεπέζεψε μόνο τα ζώα του και βάλθηκε μες το χιονιά να φτιάξει το κάρο του για να τους ξαναφορτώσει και να συνεχίσουν το ταξίδι τους. Όμως ο καιρός όλο κι αγρίευε και το χιόνι έτσι πυκνό και παγωμένο που έπεφτε, δεν άργησε να του σβήσει κάθε δισταγμό και στο τέλος πέρασε μέσα κι εκείνος.

Η κουζίνα του σπιτιού ζεστή, φιλόξενη και γεμάτη μυρωδιές αλλιώτικες από κείνες που είχανε συνηθίσει στο φτωχικό τους, αλλά και σε όσες προσφυγικές συνοικίες είχανε σταθεί και ζήσει ίσα με τώρα. Σε λίγες μέρες θα είχανε Χριστούγεννα κι η μυρουδιά από τα κανελογαρύφαλα και το φρέσκο λιωμένο βούτυρο, ξεχείλιζε στο ζεστό και μεγάλο μαγειρειό του, γαργαλώντας τους ηδονικά την όσφρηση.

Τα μικρά ζεστάθηκαν, τα στοματάκια τους άνοιξαν κι ανάμεσα από λέξεις τουρκικές, βουλγάρικες και ελληνικές τους έδειχναν την ευγνωμοσύνη και τη χαρά τους. Η Περσεφόνη κι ο Αλέξανδρος είχανε μείνει σχεδόν άλαλοι με τη βιασύνη που άδειαζαν όλοι τα πιάτα τους. Κι όταν απόσωσαν και την τελευταία λέξη ευχαριστίας και μάζεψαν και το τελευταίο ψίχουλο από το τραπέζι για να μην πάει ζιάνι4 και μετά και τις διαβεβαιώσεις του Βλαδίμηρου ότι το κάρο τους ήθελε τουλάχιστον δυο μέρες για να φτιαχτεί αποσύρθηκαν στο μικρό σπιτάκι του κήπου.

Η χαρά τους μεγαλύτερη ακόμη κι απ’ το μέγεθος του αρχοντικού, γέμισε και ξεχείλισε από το μικρό σπιτάκι, σαν αρωματικό κανελογαρύφαλο. Έγινε τραγούδι από βαριά ανδρική φωνή, μουσική από τον κεμεντζέ5 και τα ζήλια6 που έπαιζαν τα μεγαλύτερα αγόρια και γέλια κι ανάκατες κουβέντες φτιαγμένες από τρεις γλώσσες από τα μικρότερα που έπαιζαν με τη μάνα τους κι ένα πάνινο τόπι. Έτσι πέρασε η πρώτη νύχτα. Μια νύχτα διαφορετική για όλους τους. Ακόμη κι η Περσεφόνη ένιωθε μια περίεργη ευδαιμονία βαθιά μέσα της. Το πρωί με το που σηκώθηκε, για πρώτη φόρα μετά από πολλά χρόνια δεν έμεινε ούτε στο δωμάτιο της, μα ούτε μπροστά στο μεγάλο παράθυρο της σάλας. Παρά μόνο νίφτηκε και κατέβηκε βιαστική, πηγαίνοντας κατευθείαν στην κουζίνα.

«Τι είναι κυρά μου;» τη ρώτησε ευγενικά η Τασία. «Να σερβίρω το πρωινό σας στη σάλα ή θα το πάρετε στον οντά7 σας;»

«Ούτε στον όντα ούτε στη σάλα Τασία μου», απάντησε χαμογελαστή εκείνη. «Σήμερα λέω να πάρουμε το πρωινό μας εδώ στην κουζίνα, μαζί σας», συνέχισε στον ίδιο τόνο και κάθισε δίπλα της.

Μετά γύρισε προς το μέρος της νεόφερτης. «Σοφία, τα μικρά είναι καλά; Δεν τα βλέπω εδώ γύρω κι ανησύχησα!!!»

«Καλά είναι κυρά. Μα με τόσες ώρες παιχνίδι με το τόπι τους χθες βράδυ, κουράστηκαν και σηκωμό δεν έχουν».

«Τι τόπι είναι αυτό;», ρώτησε η Περσεφόνη με ενδιαφέρον.

«Τόπι κυρά, ένα απλό πάνινο τόπι. Μα είναι το αγαπημένο τους και το μοναδικό παιχνίδι που έφεραν μαζί τους από την πατρίδα. Φύγαμε τόσο βιαστικά τότε για να προλάβουμε να σωθούμε, που δεν μας έμεινε νους μα και τόπος στον αραμπά, για περισσότερα παιχνίδια. Τους το ‘χε χαρίσει η συχωρεμένη η μάνα μου, η νενέ8 τους και το ‘χουν σα θησαυρό, το φιλούν σαν να ‘ναι κειμήλιο».

«Κι ένα τόπι, γίνεται να φέρει ένα τόπι τόση χαρά και τόσο γέλιο;» ρώτησε η Περσεφόνη μα ήταν σαν να μονολογούσε και σαν να το ρωτούσε περισσότερο στον εαυτό της.

Όλη μέρα από κει και πέρα της έτρωγε το μυαλό τούτο το τόπι και σαν βράδιασε και πάλι και τους ματάκουσε να γελούν και να παίζουν με το μαγικό τους τόπι, δεν άντεξε και μοιράστηκε όσα ένιωθε με τον Αλέξανδρό της.

«Τι τόπι είναι αυτό άντρα μου;» του είπε. «Τι τόπι που φέρνει τόση χαρά και τόσο γέλιο σ’ αυτούς τους άμοιρους, σ’ αυτούς τους καταδιωγμένους;»

«Τι τόπι να ‘ναι κυρά μου;» της απάντησε εκείνος γελώντας. «Ότι και να είναι, όπως και να είναι, σίγουρα δεν θα φτάνει αυτό που θα σου φέρω εγώ το βράδυ».

Έτσι κι έγινε. Έλειψε όλη την επόμενη ημέρα ο κύρης της, μα το βράδυ σαν γύρισε πίσω, κράταγε μέσα σε ένα βελούδο κουτί ένα χρυσοστόλιστο τόπι.

Το ‘βαλαν τότε πάνω στο μεγάλο καρυδένιο τραπέζι τους και στάθηκαν να το καμαρώσουν σαν να ήταν το ομορφότερο πλάσμα του Θεού! Το σπουδαιότερο εύρημα όλης της οικουμένης! Μα σε λίγο η μαγεία της πρώτης στιγμής εξανεμίστηκε και τα μάτια τους δεν έβλεπαν πια μαγικά και λαμπερά πετράδια, μα απλά χρωματιστά και παγωμένα γυαλιά.

«Είναι αυτό χαρά;» Ρώτησε ξαφνικά η Περσεφόνη και τα μάτια της γέμισαν δάκρυα «Έχει αυτό ευτυχία;» και τα δάκρυα της έγιναν λυγμοί.

Ο Αλέξανδρος δεν μίλησε. Μόνο βγήκε από τη σάλα και κατέβηκε και στάθηκε έξω από το μικρό σπιτάκι του κήπου. Μετά, σίμωσε πιο κοντά κι αγνάντεψε τη χαρά μέσα από το μικρό του παραθυράκι.

Και τότε είδε. Είδε και κατάλαβε! Είδε, επτά νοματαίους μικρούς και μεγάλους να είναι στρωμένοι όλοι πάνω στα υφαντά στρωσίδια και να πετούν ο ένας στον άλλο το μικρό πάνινο ξεχαρβαλωμένο από το πολύ παιχνίδι, τόπι. Και να γελούν μαζί του, που άλλοτε έπεφτε στραβά κι άλλοτε έφτανε πάνω στα χαμογελαστά μουτράκια των μικρών. Και τότε κατάλαβε πως εκείνο το τόπι ήταν η ευτυχία κι η αγάπη που μπορούν να σου προσφέρουν μόνο τα παιδιά!

Ξαφνικά πήρε μιαν απόφαση, ανάσανε δυνατά και χτύπησε με θάρρος την πόρτα. Ο Θεός δεν του είχε χαρίσει δικά του παιδιά, μα του είχε στείλει στο κατώφλι του τούτα τα κατατρεγμένα προσφυγόπουλα, για να του δείξει κάτι! Κι αυτός το είχε δει και δεν ήταν διατεθειμένος να το αφήσει να χαθεί! Τούτο το πάνινο τόπι έπρεπε να το μοιραστούν και να παίξουν μαζί τους κι αυτός και η γυναίκα του.

 

Η πόρτα άνοιξε και…

«Η σάλα επάνω είναι μεγάλη για δύο ανθρώπους», είπε χαμογελώντας. «Λέω να πάρετε το τόπι σας και να έρθετε να παίξετε όλοι μαζί με την κυρά μου. Είμαι σίγουρος ότι θα της αρέσει πολύ τούτο το παιχνίδι. Κι εμείς Γιώργη μου να φουμάρουμε ήσυχα ήσυχα το σιγαρέτο μας και να μιλήσουμε για δουλειές. Ξέρεις, πρόσφατα έχασα τον καλύτερο υπάλληλό μου. Παντρεύτηκε μια κόρη με μπόλικους παράδες και μου ξενιτεύτηκε. Ήταν το δεξί μου χέρι και μου λείπει πολύ. Για τούτο το λόγο, ψάχνω έναν άξιο άντρα ώστε να του δώσω τη θέση του!»

 

_

γράφει η Σοφία Ντούπη

 

 

 

 

 

1  Μαντέμι= είναι κράμα σιδήρου με άνθρακα.

2  Ασλάνι = από την τουρκική λέξη aslan= Λιοντάρι ένα μικρό χωριό της ανατολικής Θράκης.

3  Κάμπελ = Η συνοικία του Κάμπελ ήταν μια εβραϊκή φτωχογειτονιά της Θεσσαλονίκης.

4  Ζιάνι =τούρκικη λέξη= στράφι

5  Κεμεντζές =Η Πολίτικη λύρα (τουρκ. Klasik kemençe (κλασικός κεμεντζές) ή Armudî kemençe (αχλαδόσχημος κεμεντζές))                      είναι λυροειδές χορδόφωνο μουσικό όργανο, το οποίο χρησιμοποιείται ευρύτατα στην κλασική Οθωμανική μουσική, καθώς και                στο Σμυρναίικο Ρεμπέτικο. Διαφέρει από την ποντιακή λύρα, τόσο προς το σχήμα της, όσο και προς το ρεπερτόριο που                            εξυπηρετεί.

6  ζήλια =ζίλ(λ)ια ή ζήλια είναι αρχαία ιδιόφωνα κρουστά όργανα.

7  οντάς = από την τούρκικη λέξη oda= δωμάτιο

8  νενέ= τούρκικη λέξη= υποκοριστικό-χαϊδευτικά τη γιαγιά.

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!