Select Page

Τριάντα τρία δάκρυα για εφτά ευχές

Τριάντα τρία δάκρυα για εφτά ευχές

 

Σαν να΄ ταν η πορεία της ζωής της προδιαγεγραμμένη τη βάφτισαν Άννα. Έτσι έλεγαν και τη γιαγιά της. Απ΄ αυτήν κληρονόμησε ένα κτηματάκι στο χωριό και την τύχη της. Βασανισμένη γυναίκα εκείνη από μικρή θα μπορούσε να είναι ηρωίδα σε μελό ασπρόμαυρη ταινία. Αναπόφευκτα λοιπόν η Άννα κουβαλάει στο γονιδίωμά της σαν ανεξίτηλη σφραγίδα τα μισά κεφάλαια της οικογενειακής ιστορίας.

          Η Άννα βασανίζεται από τα “αν” που ΄χουν κατασκηνώσει στο μυαλό της μαζί με τα “πρέπει” και τα “μη” σαν σε υπερεγωτική παρτούζα. Και είναι και κείνο το “αν” στην αρχή του ονόματός της σαν μια επίμονη υπενθύμιση της αδράνειάς της. Χρόνια να κάνει υποθέσεις καθηλώθηκε στο φαντασιακό της.

          “Ήσυχη κοπέλα”, λένε όλοι στη δουλειά της και ας κοντεύει τα σαράντα πέντε. Δουλεύει σε μια αλυσίδα fastfood. Καθαρίζει τ΄ απομεινάρια της απόλαυσης ξανά και ξανά αλλά δεν παραπονιέται. Ξύνει τα ξεραμένα κέτσαπ, τρίβει τους λεκέδες και είναι πάντα πολύ προσεκτική με τα ψίχουλα. Από αυτή τη δουλειά φορτώθηκε και καμιά δεκαριά παραπανίσια κιλά που έκαναν το σήμα της εταιρίας να φαίνεται διπλάσιο στο μπλουζάκι της.

          Κάθε βράδυ γυρίζει το διαμερισματάκι της με τη βέσπα- αυτό είναι το μόνο δίπλωμα που κατάφερε να πάρει στη ζωή της- κρατώντας τη χάρτινη σακούλα με το γεύμα της και ένα ματσάκι ανεμώνες. Τρώει με πλήρη γευστική απάθεια μπροστά στην τηλεόραση κάνοντας ζάπινγκ με ιλιγγιώδη ταχύτητα μέσα στις φθαρμένες πιτζάμες της με τ΄ αρκουδάκια. Το τηλέφωνό της χτυπάει σπάνια. Φίλες δεν έχει. Η μάνα της μόνο την παίρνει απ΄ το χωριό να δει αν έφτασε καλά, αν έφαγε, αν βρήκε κανένα καλό παιδί να φτιάξει τη ζωή της. Και εκείνη κοιτώντας τ΄ αρκουδάκια τής πιτζάμας, τ΄ αρκουδάκια από τα παιδικά γεύματα της αλυσίδας fastfood, που παίρνει δήθεν για το ανιψάκι της, χαμογελάει στραβά και σκέφτεται ότι είναι πολύ μικρή για παντρειά.

          Ο καθρέφτης όμως που είναι κρεμασμένος στο δυαράκι τής θυμίζει τις δυο ρυτίδες ένθεν και ένθεν της στραβής της μύτης τις δυο ρυτίδες απορίας -και αν;- ανάμεσα στα άβγαλτα φρύδια της και τις δυο άσπρες τρίχες που ξεπρόβαλαν ξαφνικά πριν από λίγους μήνες. Και σκέφτεται -κάπου εκεί ανάμεσα στο ερωτικό τρίγωνο των εγκεφαλικών φρουρών της- πως αυτά είναι τα μόνα διπλά που έχει στη ζωή της και ότι είναι μόνη· αυτή και τα ψίχουλα στον πάτο των απορριμμάτων.

          Κάθε βράδυ ανοίγει τον υπολογιστή της. Απόδειξη ότι είναι ενεργή μέσα στην απραξία της το πράσινο κουκκιδάκι δίπλα απ΄ το όνομά της. Διαβάζει άρθρα για δίαιτες, τα κουτσομπολιά της ζωής των άλλων, χαζά ανέκδοτα και στάτους ακούγοντας την αγαπημένη της εκπομπή στο ραδιόφωνο. Ο τίτλος εξάλλου της ταιριάζει ·είναι και αυτή βαθιά νυχτωμένη.

          Πού και πού ανατρέχει στις φωτογραφίες που έχει αραδιάσει στο ηλεκτρονικό της αποτύπωμα. Φωτογραφίες της παιδικές με χαμόγελα, που τώρα θα ράγιζαν το γύψινο προσωπείο της· φωτογραφίες από το χωριό, το σχολείο, τα πανηγύρια. Της αρέσει ιδιαίτερα να χαζεύει εικόνες απ΄ το άλμπουμ “γενέθλια”.

          Μα εχθές είχε το λόγο της. Σε δυο μέρες έχει τα γενέθλια της και έτσι ξεκίνησε το ταξίδι στο δικό της πλανητικό τεντωμένο σκοινί. Κλικ, κλικ, κλικ... Σαράντα τέσσερις φωτογραφίες. Οι τελευταίες είναι αυτοφωτογραφίες με φόντο μια τούρτα φράουλας και τη Μίνι, τη γάτα της, που της έφυγε ένα βράδυ μην αντέχοντας τη μοναξιά. Κλικ κλικ, κλικ και τα χαμόγελα φθίνουν. Κλικ κλικ κλικ και το πρόσωπο παγώνει. Κλικ κλικ κλικ και όλο λιγότεροι οι καλεσμένοι. Κλικ, κλικ, κλικ... και ο υπολογιστής ζέσταινε τα πόδια της βουλιαγμένα καθώς ήταν στον καναπέ.

          Και τις έβλεπε ξανά και ξανά να εμπεδώσει τη φθορά του χρόνου και της απώλειας. Μα στάθηκε σε μια φωτογραφία. Μέτρησε δώδεκα κεράκια πάνω στην τούρτα με γλάσο φράουλας και ένα στραβωμένο εφηβικό χαμόγελο. Γύρω της μερικοί συμμαθητές· η κολλητή της, ο πρώτος της έρωτας και καναδυό άλλοι που δε θυμάται πια τα ονόματά τους. Στον καναπέ βρίσκονται πεταμένα τα δώρα της. Ποτέ δεν της άρεσε να της κάνουν δώρα ούτε να κάνει εκείνη. Διακρίνει “Το ημερολόγιο της Άννας Φρανκ” και ένα ημερολόγιο σε σχήμα καρδιάς με ένα λουκετάκι.

          Το θυμόταν εκείνο το ημερολόγιο. Σηκώθηκε και ανασκάλεψε το σεντουκάκι της. Εκεί βάζει όλα τα ενθύμια από τότε που ήταν παιδί. Τα καλύπτει με ένα βελούδινο κόκκινο πανί, κομμένο από ένα παιδικό της φόρεμα. Βρήκε το ημερολόγιο στον πάτο με την κλειδαρίτσα του σκουριασμένη και το κλειδάκι επάνω. Το χάιδεψε σαν να ΄χε συναντήσει φίλο μετά από τριάντα τρία χρόνια. Πήρε το κλειδάκι και το άνοιξε. “Στην αγαπημένη μου φίλη Άννα με την ευχή κάθε της επιθυμία να γίνει πραγματικότητα. Με αγάπη, η φίλη σου Αφροδίτη”, διάβασε στην αφιέρωση και αμέσως της ήρθαν εικόνες με την Αφροδίτη· τα παιχνίδια και τα μυστικά, οι βόλτες και τα γέλια.

          Άνοιξε την πρώτη σελίδα- η ημερομηνία φιγούραρε ανελέητα: 11 Νοεμβρίου 1981- και άρχισε να διαβάζει. “Αγαπητό μου ημερολόγιο, σήμερα έχω τα γενέθλια μου και είσαι ένα από τα δώρα μου. Θα σου λέω τα μυστικά μου. Ε εντάξει! όχι μόνο σε σένα και στην Αφροδίτη. Η Αφροδίτη μου έγραψε να γίνουν οι επιθυμίες μου πραγματικότητα. Αυτές λέω να σου πω. Λοιπόν:

1. Να τα φτιάξω με τον Αλέξη (τι ωραίος που είναι!)

2. Να πάρω το δίπλωμα στ΄ αγγλικά μου (ένα χρόνο παιδεύομαι...)

3. Να φύγω απ΄ το χωριό (να πάω στην πόλη)

4.Να ταξιδέψω σ΄ όλο τον κόσμο (στο Παρίσι πρώτα!)

5. Να γίνω δασκάλα (καλή σαν την κυρία Ελένη)

6. Να κάνω τέσσερα παιδιά (πολλά είναι; ε καλά... τρία τότε)

Αυτά!Αααααα!!!!! και

7. Να πάρω ένα σκυλάκι.

          Τα δάκρυά της θόλωναν την όρασή της. Τριάντα τρία δάκρυα για εφτά ευχές, ένα για κάθε χρονιά που πέρασε, ένα για κάθε προδοσία των ονείρων της, ένα για κάθε αναβολή της επιθυμίας της, ένα για κάθε συνουσία των “αν”, των “πρέπει” και των “μη”. Άναψε τσιγάρο και το ρούφηξε βαθιά, έτσι όπως δε ρούφηξε ποτέ τη ζωή. Πήρε εφτά βαθιές ανάσες και σαν να αντιστράφηκαν πάλι τα “αν” σε κείνα τα εφηβικά τα “να”.

          Πήρε το κλειδάκι και το πέρασε στο μπρελόκ της. Έφυγε από το σπίτι με το βεσπάκι της και πήγε στο Λυκαβηττό να δει την ανατολή του ηλίου. Του υποσχέθηκε, σ΄ αυτόν και στην καινούρια μέρα, πως τα “αν” δε θα στοιχειώνουν πια τη ζωή της.

 

της Βίκης Κοσμοπούλου

 

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

9 Σχόλια

  1. Άννα Ρουμελιώτη

    Αυτά τα “αν” που φρέναραν τη ζωή …..ας γίνουν “να”!!!!!Συγχαρητήρια!!!

    Απάντηση
  2. Ανώνυμος

    σας ευχαριστώ πολύ!!!

    Απάντηση
  3. Ανώνυμος

    Τέλειο Βίκυ

    Απάντηση
  4. Ανώνυμος

    Πάρα πολύ ωραιο!!!

    Απάντηση
  5. Ανώνυμος

    Εξαιρετικο!!Συγχαρητηρια!

    Απάντηση
  6. Ανώνυμος

    Απλά τέλειο… Συγχαρητήρια!

    Απάντηση
  7. Ανώνυμος

    Bίκυ είναι υπέροχο !!! Συνέχισε έτσι !!! Το ΄χεις !!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!

    Απάντηση
  8. Ανώνυμος

    Ομορφο, ταξιδιαρικο, δυνατο…συνεχισε!!! Συγχαρητηρια Βικυ!!! Ματινα.

    Απάντηση
  9. Βάσω Αποστολοπούλου-Αναστασίου

    “Σαράντα τέσσερις φωτογραφίες. Οι τελευταίες είναι αυτοφωτογραφίες με φόντο μια τούρτα φράουλας και τη Μίνι, τη γάτα της, που της έφυγε ένα βράδυ μην αντέχοντας τη μοναξιά. Κλικ κλικ, κλικ και τα χαμόγελα φθίνουν. Κλικ κλικ κλικ και το πρόσωπο παγώνει. Κλικ κλικ κλικ και όλο λιγότεροι οι καλεσμένοι.”

    Πόση μοναξιά… πόση ερημιά… τι αδιέξοδο…
    Εξαιρετικό, φίλη μου Βίκυ!

    Απάντηση

Υποβολή σχολίου

Ερωτηματολόγιο 2017

Βοηθήστε μας να γίνουμε καλύτεροι!

Εγγραφείτε στο newsletter

Έλληνες εκδότες

Έλληνες εκδότες

Υποβολή συμμετοχής!

Ακολουθήστε μας!

Ακόλουθοι

Αρχείο

Είσοδος

Pin It on Pinterest

Αν σας άρεσε...

κοινοποιήστε το στους φίλους σας!