Τσιγάρο ανάβω
το παίζω μοιραία
μα εντός,
ψυχή μου, λαθραία
ζητάς να προλάβω
να σώσω το σώμα
φοβάσαι ακόμα
μη μείνεις, ψυχή μου
εκτός.

Ζωή μου, σε πάω
σε βράδια ωραία
στο φως,
δειλά, φευγαλέα
τον Έρωτα αγγίζεις
στου Άδη το σύνορο
το σώμα ανήμπορο
και συ να ρωτάς
γιατί, πότε,
και πως.

Αδειάζει η πόλη
τα φύλλα στο χώμα,
μα εδώ
κι αν η νιότη τελειώνει
και τ' όνειρο χάνεται
στη σκέψη σου μόνο
ξανά τραγουδώ.

Καράβια αταξίδευτα
φλούδες σκουριά
στο βυθό,
άδειες στιγμές,
που ματώνουν τα δάχτυλα
κουρέλια κι απόψε
χρυσά θα ντυθώ.


Με ψεύτικους όρκους
ωροδείκτες γυρνάς,
μα παντού,
μια σκιά θ' αγκαλιάζεις
κι όλα τ' άστρα θα τάζεις
στα ταξίδια της μνήμης
και στους χάρτες του νου.

 

_

γράφει η Ζωή Δικταίου

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!