Τώρα θα γράψω ένα βιβλίο

21.05.2018

Ονομάζομαι Ευτύχιος Ρεμπλάκας, του Φανουρίου και της Παρασκευής. Ετών 60. Διαζευγμένος. Και σας δηλώνω ότι επιθυμώ να γράψω ένα βιβλίο. Τώρα που είμαι ελεύθερος, θα γράψω το βιβλίο που από πολλά χρόνια είχα στο μυαλό μου. Οι λέξεις, επιτέλους, θα μπουν σε σειρά και θα δημιουργήσουν μια ιστορία. Μετά το θάνατο των γονιών μου και το διαζύγιό μου από εκείνη με την οποία, κάποτε ανταλλάξαμε όρκους αιώνιας πίστης και αγάπης, επέστρεψα στο χωριό μου. Ασχολούμαι με τα λίγα στρέμματα γης που μ’ άφησε κληρονομιά ο γέρος μου. Κι είμαι μόνος, ολομόναχος και το απολαμβάνω. Γιατί η τέχνη της γραφής αποζητά μοναξιά κι αυτοσυγκέντρωση.

Θα γράψω ένα βιβλίο που θα ‘χει για ήρωα έναν άνθρωπο μόνο που θα κοιτά τη θάλασσα και θα συλλογιέται αυτά που έζησε κι εκείνα που ακόμα ονειρεύεται.

Στους γονιούς μου στάθηκα ως το τέλος, ήμουνα πλάι τους να τους κλείσω τα μάτια, να μη φύγουν μονάχοι όπως μονάχοι πάντα έζησαν. Καλοί άνθρωποι, πράοι, βαθιά θρησκευόμενοι, λιγόλογοι και αξιοπρεπείς.

Ο γέρος μου ήταν κομμάτι πιο κλειστός, σπάνια άνοιγε κουβέντα μεγάλη για να αποφύγει να ξύνει πληγές. Ήξερε ότι βαθιά μέσα μου πονούσα πολύ και δεν ήθελε να ρίξει αλάτι στην πληγή.

Η μάνα μου, η κυρά της καρδιάς μου, με κοίταγε πάντα με μάτια υγρά. Κι όλο μου χάιδευε τα μαλλιά. Σαν κι εκείνο το τελευταίο

 βράδυ, στο θάλαμο του νοσοκομείου, πριν ξεψυχήσει. Όλο μου χάιδευε τα μαλλιά, λες κι όλη μου η δυστυχία ήταν συγκεντρωμένη εκεί, στα μισοχιονισμένα τοπία του κεφαλιού μου. Και μου ‘δώσε ευχή και θάρρος. "Σήκω και φύγε απ’ τη γυναίκα σου αγόρι μου. Αρκετό κακό σου 'χει κάνει. Φύγε και ζήσε για σένα. Όσο προλαβαίνεις. Γύρνα και μείνε στο σπίτι μας στο χωριό ή ταξίδεψε να γνωρίσεις τον κόσμο. Αλλά φύγε, παράτα την. Και συγχώρα με που δεν σου το ‘πα τόσα χρόνια, συγχώρα με που δε μίλαγα. Κάνε τώρα ό,τι δεν έκανες, κυνήγα τα όνειρά σου. Ξέρω πως ούτε εγώ ούτε ο πατέρας σου καταφέραμε να πάρουμε θάρρος να σηκώσουμε ανάστημα, λέγαμε ζευγάρι είναι, θα τα βρουν. Συγχώρα μας Ευτύχη μου που μπήκαμε εμπόδιο στο δρόμο σου. Άλλα ζήταγε εσένα η ψυχή σου ψυχή μου. Κι εμείς, με τα δικά μας… 'τρέξε, κάνε, φτιάξε, βοήθα, διάβασε, σπούδασε, παντρέψου'… σου φτιάξαμε μια ζωή φυλακή", όλο έλεγε κι έλεγε κι εγώ την καθησύχαζα.

Τέλος Α' μέρους

 

_

γράφει ο Γιάννης Δρούγος 

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Ακολουθήστε μας!

Οδηγός ιστοσελίδας

Αρχείο

Διαβάστε κι αυτά

Μεταφυσική συμπάθεια

Μεταφυσική συμπάθεια

Ήπιε την τελευταία γουλιά απ’ το ποτό της, σηκώθηκε απ’ το σκαμπό και προχώρησε προς τη μικρή πόρτα που βρισκόταν πίσω απ’ τη σκηνή. Ο Σωτήρης την βάστηξε απ’ το χέρι. -Πού πας; τη ρώτησε. -Πάω έξω για ένα τσιγάρο· θέλω να συγκεντρωθώ, απάντησε εκείνη. -Μην αργήσεις·...

Ο μοναχός και το νερό

Ο μοναχός και το νερό

Είχα μια φλόγα μέσα μου. Καθημερινά ξύπναγα και κοιμόμουν με αυτή τη φλόγα, είχε ριζώσει μέσα στην καρδιά. Ήθελα να μάθω το γιατί και το πως. Γιατί ο άνθρωπος περνάει τόσα, πως τα ξεπερνά και γιατί να συνεχίσει. Πως κινούμαστε και γιατί να αποδεχόμαστε την...

Ήρωες και δεδομένα

Ήρωες και δεδομένα

Τα βράδια όταν πέφτω να κοιμηθώ, όταν κουρασμένος από τις εμπειρίες της ημέρας ακουμπώ στο κρεβάτι, τότε είναι που έρχονται στην παρέα μου, οι ήρωες των παραμυθιών που διάβαζα μικρός. Ήρωες με μαγικές δυνάμεις, ήρωες τρανοί, αγέρωχοι μπρος στο χρόνο. Όταν ξαπλώσω,...

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβολή σχολίου