Select Page

Τώρα θα γράψω ένα βιβλίο

Τώρα θα γράψω ένα βιβλίο

Ονομάζομαι Ευτύχιος Ρεμπλάκας, του Φανουρίου και της Παρασκευής. Ετών 60. Διαζευγμένος. Και σας δηλώνω ότι επιθυμώ να γράψω ένα βιβλίο. Τώρα που είμαι ελεύθερος, θα γράψω το βιβλίο που από πολλά χρόνια είχα στο μυαλό μου. Οι λέξεις, επιτέλους, θα μπουν σε σειρά και θα δημιουργήσουν μια ιστορία. Μετά το θάνατο των γονιών μου και το διαζύγιό μου από εκείνη με την οποία, κάποτε ανταλλάξαμε όρκους αιώνιας πίστης και αγάπης, επέστρεψα στο χωριό μου. Ασχολούμαι με τα λίγα στρέμματα γης που μ’ άφησε κληρονομιά ο γέρος μου. Κι είμαι μόνος, ολομόναχος και το απολαμβάνω. Γιατί η τέχνη της γραφής αποζητά μοναξιά κι αυτοσυγκέντρωση.

Θα γράψω ένα βιβλίο που θα ‘χει για ήρωα έναν άνθρωπο μόνο που θα κοιτά τη θάλασσα και θα συλλογιέται αυτά που έζησε κι εκείνα που ακόμα ονειρεύεται.

Στους γονιούς μου στάθηκα ως το τέλος, ήμουνα πλάι τους να τους κλείσω τα μάτια, να μη φύγουν μονάχοι όπως μονάχοι πάντα έζησαν. Καλοί άνθρωποι, πράοι, βαθιά θρησκευόμενοι, λιγόλογοι και αξιοπρεπείς.

Ο γέρος μου ήταν κομμάτι πιο κλειστός, σπάνια άνοιγε κουβέντα μεγάλη για να αποφύγει να ξύνει πληγές. Ήξερε ότι βαθιά μέσα μου πονούσα πολύ και δεν ήθελε να ρίξει αλάτι στην πληγή.

Η μάνα μου, η κυρά της καρδιάς μου, με κοίταγε πάντα με μάτια υγρά. Κι όλο μου χάιδευε τα μαλλιά. Σαν κι εκείνο το τελευταίο

 βράδυ, στο θάλαμο του νοσοκομείου, πριν ξεψυχήσει. Όλο μου χάιδευε τα μαλλιά, λες κι όλη μου η δυστυχία ήταν συγκεντρωμένη εκεί, στα μισοχιονισμένα τοπία του κεφαλιού μου. Και μου ‘δώσε ευχή και θάρρος. "Σήκω και φύγε απ’ τη γυναίκα σου αγόρι μου. Αρκετό κακό σου 'χει κάνει. Φύγε και ζήσε για σένα. Όσο προλαβαίνεις. Γύρνα και μείνε στο σπίτι μας στο χωριό ή ταξίδεψε να γνωρίσεις τον κόσμο. Αλλά φύγε, παράτα την. Και συγχώρα με που δεν σου το ‘πα τόσα χρόνια, συγχώρα με που δε μίλαγα. Κάνε τώρα ό,τι δεν έκανες, κυνήγα τα όνειρά σου. Ξέρω πως ούτε εγώ ούτε ο πατέρας σου καταφέραμε να πάρουμε θάρρος να σηκώσουμε ανάστημα, λέγαμε ζευγάρι είναι, θα τα βρουν. Συγχώρα μας Ευτύχη μου που μπήκαμε εμπόδιο στο δρόμο σου. Άλλα ζήταγε εσένα η ψυχή σου ψυχή μου. Κι εμείς, με τα δικά μας… 'τρέξε, κάνε, φτιάξε, βοήθα, διάβασε, σπούδασε, παντρέψου'… σου φτιάξαμε μια ζωή φυλακή", όλο έλεγε κι έλεγε κι εγώ την καθησύχαζα.

Τέλος Α' μέρους

 

_

γράφει ο Γιάννης Δρούγος 

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!

Επιμέλεια κειμένου

Υποβολή σχολίου

Ακολουθήστε μας!

Follows

Κερδίστε τα!

Εγγραφείτε στο newsletter

Αθήνα Παγκόσμια Πρωτεύουσα Βιβλίου

Ακολουθήστε μας στο Twitter

Υποβολή συμμετοχής!

Αρχείο

Είσοδος