Στέκομαι εδώ σε μια γωνιά
σε έναν δρόμο με θέα
την πολιτιστική κληρονομιά
στέκομαι εδώ παρατηρώ
μήνας γλυκός ετούτος ο φθινοπωρινός
σαν να΄ναι Άνοιξη πως μοιάζει
σαν να έχει γίνει κάποια περίεργη συμφωνία
και κατά γράμμα θέλει
να την τηρήσει ο καιρός.
Μέρα πολύβουη κυλάει
μέσα απ΄ τις ηλιαχτίδες του φωτός
μπερδεύονται οι άνθρωποι
σε μια εγρήγορση πως πρέπει
σύντομα η μέρα να περνάει
κι αυτή η πόλη κάτω απ΄τον ήλιο μα ξεχασμένη
στέκει μες στα συντρίμμια της μαραζωμένη
σε απομεινάρια ντουβαριών παραδομένη
ζέχνει τη φρίκη και τον τρόμο της
κι από τις φυλλωσιές ακόμη εγκαταλελειμμένη.
Ένας κισσός στενάχωρα την αγναντεύει
καθώς ψηλά αγωνίζεται την πρασινάδα του να υψώσει
όλο και πιο ψηλά να πορεύεται
έχει αντοχή και πείσμα ένα μικρό κομμάτι
του ανέμου να το δώσει.
Στέκομαι εδώ σε μια γωνιά
στο δρόμο ξεδιπλώνονται φωνές και βουητά.
Παραμιλάει άπραγος ο κόσμος
και αγκομαχάει σιωπηλός και νοσταλγεί
κάτι που αμυδρά στη θύμηση λυγάει
και αναρωτιέται πότε θα αλλάξει ο καιρός.

 

_

γράφει η Άννα Ρουμελιώτη