Φεγγάρι ολόγιομο
ήρθε κι ακούμπησε στο παραθύρι 
φέρνοντας τα όνειρα
εκείνων των ανθρώπων
που ξαγρυπνούν περιπλανώμενοι
σε δρόμους διάφανους 
ανάμεσα στ’ αστέρια
Ξεδιάντροπα κυλίστηκε
στο πληγωμένο μου κρεββάτι
ανασκαλεύοντας στις μνήμες
αγγίγματα  και μυρωδιές
κορμιά και στόματα
χέρια φυλακισμένα σ΄ άλλα χέρια
Κι ύστερα
μ΄ ένα υποχθόνιο χαμόγελο
γλίστρησε έξω απ’ το δωμάτιο
μαζί του παίρνοντας
τους ήχους της ανάσας
τις γεύσεις των φιλιών
τους ψίθυρους του πόθου
Αγέρωχο ξεστόλισε
το φως από τους τοίχους
και κάρφωσε 
στο πέτο τ΄ ουρανού
χρυσή καρφίτσα τη θωριά του
Απόμακρο
στέκει παρέα αδιάφορη
στα όνειρα
εκείνων των ανθρώπων
που φυλάνε τις θύμησες
σε σκοτεινά δωμάτια
φαντασιώνοντας τις ψευδαισθήσεις
στο φεγγαρόφωτο

_

γράφει η Σοφία (Μπόρχες) Κοντογεώργου

Μην ξεχνάτε πως το σχόλιό σας είναι πολύτιμο!