Μη με κρατάς! Θέλω να πάω κοντά. Τυφλώνομαι απ’ την ομορφιά της. Πρέπει να την αγγίξω κι ας γίνω ανάμνηση στη δίνη της. Είναι η σωτηρία μου. Η αρχή και το τέλος των πάντων.

Καρδιά από πέτρα, χέρια και πόδια φτιαγμένα από χαλάζι. Τί να σου κάνουνε κι αυτά; Είναι γραμμένη η μοίρα του πάγου στο χιόνι. Μένει κάτασπρος και σκληρός για να θυμίζει πληγές που δεν κλείσανε ποτέ.

Θέλω να λιώσω. Να μπω μέσα της και να χορέψω ξυπόλητη φορώντας το κυριακάτικο φόρεμά μου. Να νιώσω τις φλόγες να γλύφουν τις φτέρνες μου σα θερμό καλωσόρισμα στο πιο εκλεκτό θήραμά τους. Κι ύστερα να γίνω ένα μαζί της. Να βαφτεί κόκκινος ο θάνατος της συνείδησης. Κόκκινος σαν τη πιο βαθιά αγάπη που συνδέει το κορμί με το νου του ανθρώπου. Ένα αλλιώτικο ξύπνημα της καρδιάς σαν τσίμπημα βίαιο στις πιο κρυφές επιθυμίες της ψυχής που’ναι για χρόνια ξεχασμένες στο συρτάρι.

Είναι γιορτή η λύτρωση. Έλα μαζί μου! Πιάσε το μαντήλι μου και ακολούθησέ με στο φως. Οι φλόγες μ’αγκαλιάζουν γλυκά. Τις αισθάνομαι ν’ανεβαίνουν στο στέρνο μου. Καίω ολόκληρη. Μια υγρή φωτιά η καρδιά μου. Στάζει στα χέρια μου που παίρνουν αμέσως ζωή. Τα κουνάω αριστερά και δεξιά σ’ένα τρελό χορό κι ας ξέρω πως το επόμενο λεπτό θα’χουν όλα τελειώσει. Ο καπνός δεν μ’αφήνει ν’αναπνεύσω πια. Φωλιάζει μέσα μου τσουρουφλίζοντας τα σωθικά μου. Τα μάτια κλείνουν για πάντα. Κι όμως, για μια στιγμή, γεννήθηκα ξανά.

 

_

γράφει η  Αγγελική Μαρία Ψωμαδέλλη