Χαβιέρ Θέρκας: ‘‘Ο μονάρχης των σκιών’’

5.11.2020

σχόλια

 

«Ένα μυθιστόρημα είναι καλό

αν βγαίνει από τα σωθικά του συγγραφέα…»

 

Χαβιέρ Θέρκας 

‘‘Ο μονάρχης των σκιών’’

 

Από τις εκδόσεις ‘‘ΠΑΤΑΚΗ’’

 

 

«Την ιστορία την γράφουν οι νικητές.

Τους θρύλους τους δημιουργεί ο λαός.

Οι συγγραφείς επινοούν.

Βέβαιος είναι μονάχα ο θάνατος».

Ντανίλο Κις: «Η εγκυκλοπαίδεια των νεκρών»

Καστανιώτης, 2018

γράφει ο Άγγελος Πετρουλάκης

Ο Χαβιέρ Θερκάς είναι από τους σημαντικότερους Ισπανούς με αναγνωρισμένη αξία στον χώρο τής παγκόσμιας λογοτεχνίας.

Τον γνωρίσαμε, στην Ελλάδα, χάρη στις εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ και το μυθιστόρημά του «Στρατιώτες της Σαλαμίνας» (2002), με το οποίο βυθίζεται στην σκοτεινή ιστορία τής Ισπανίας στα χρόνια τού εμφυλίου της. Στο «Στρατιώτες της Σαλαμίνας» συμπυκνώνονται ιστορίες ανθρώπων που καθηλώνουν, ανατρέπουν τη λογική, επιβεβαιώνουν τη δύναμη της σκέψης και αποκαλύπτουν την κρυφή γοητεία των βιβλίων. Στο «Ο μονάρχης των σκιών» επανέρχεται στην σκληρή αυτή θεματολογία, παρατηρώντας τον Ισπανικό Εμφύλιο από άλλη οπτική, γιατί «η χώρα πρέπει επιτέλους να αποδεχτεί το παρελθόν της, όσο σκληρό και αν είναι, χωρίς να το απαλύνει, χωρίς να το φτιασιδώνει, ή να το κρύβει κάτω από το χαλί…»

 

Πρόκειται για ένα βαθιά ανθρώπινο, βαθιά αντιδεοντολογικό βιβλίο. Ικανό να κάνει τον αναγνώστη να χάσει την αίσθηση του χρόνου, καθώς βρίσκεται συνεχώς μπροστά στην ερώτηση: αν «…είναι δυνατόν να είναι κανείς ευγενής και αγνός, και ταυτόχρονα να αγωνίζεται για λάθος σκοπό;»

Είναι ένα βιβλίο που ανήκει στην μεγάλη λογοτεχνία, αυτή που είναι προορισμένη να ταξιδεύει στους αιώνες, έχοντας φορτωμένα τα αμπάρια της με όλες εκείνες τις ιδέες που διαποτίζουν τα ελεύθερα πνεύματα και δίνουν ξεχωριστή σαγήνη στην περιπέτεια της ανθρώπινης ζωής, καθώς αναζητά το βαθύτερο νόημά της.

Ο Θέρκας μπαίνει μπροστά στους ευρωπαίους συγγραφείς και χαράζει την πρωτοπορία, δείχνοντας πώς εθνικά θέματα μεταλλάσσονται σε παγκόσμια και πως ο άνθρωπος είναι προορισμένος να αναζητά την αλήθεια, όποιες και να είναι οι συνθήκες κάτω από τις οποίες ζει.

Η δράση τού μυθιστορήματος εξελίσσεται στην Ισπανία, σήμερα. Έχει όμως στον πυρήνα της τον εφιαλτικό εμφύλιο πόλεμο, που οδήγησε στην δικτατορία τού Φράνκο. Τότε που οι θηριωδίες ενός εμφύλιου πολέμου μετέτρεψαν την Ισπανία τής εποχής σε κολαστήριο. Η ανάγνωση της ανθρώπινης ψυχής περνάει μέσα από τον θάνατο, δημιουργώντας μια ατμόσφαιρα αυτοαναίρεσης κάθε δογματικής πίστης και ιδέας.

Το οπλοστάσιο του Θέρκας για την ερμηνεία των συμπεριφορών διαθέτει τρία βασικά στοιχεία: Το μυθιστόρημα του Ντίνο Μπουτζάττι «Η έρημος των Ταρτάρων», το μυθιστόρημα του Ντανίλο Κις: «Η εγκυκλοπαίδεια των νεκρών» και τον μυθικό Αχιλλέα της Ιλιάδας, ο οποίος, κατά τον συγγραφέα «αποτελεί το ηρωικό πρότυπο των Ελλήνων, εγγίζοντας τα όρια του υψηλού ήθους και τη μοναδική μορφή αθανασίας που μπορεί να κερδίσουν οι άνθρωποι σε τούτο τον κόσμο χωρίς Θεό, και η οποία άλλη δεν είναι από το να ζεις για πάντα στην ασταθή και πρόσκαιρη μνήμη των ανθρώπων, όπως συνέβη με τον Αχιλλέα. Για τους αρχαίους Έλληνες ο καλός θάνατος ήταν ο τέλειος θάνατος, το επιστέγασμα μιας τέλειας ζωής. Για τη μητέρα μου ο Μανουέλ Μένα ήταν ο Αχιλλέας».

Ποιος είναι ο Μανουέλ Μένα; Είναι ο κεντρικός άξονας του μυθιστορήματος, ένας 19χρονος ανθυπολοχαγός, που έχασε την ζωή του πολεμώντας ηρωικά στις 21/9/1938. Ο συγγραφέας, γόνος τής ίδιας οικογένειας, η οποία ανήκε στους φρανκιστές (και που δεν αισθάνεται καθόλου υπερήφανος για αυτό), ξεκινά την έρευνα για τον σύντομο βίο τού συγγενή του και τις συνθήκες τού θανάτου του, στην σκληρότερη μάχη τού Ισπανικού εμφύλιου. Το αξίζει το φωτοστέφανο της δικαίωσης ο 19χρονος ήρωας, που αγωνίστηκε, όμως, για την επικράτηση του φρανκισμού;

Το ότι η οικογένεια του συγγραφέα ανήκε στους φρανκιστές, αποτελεί για τον ίδιο ένα αγκάθι, μια ντροπή, που αδυνατεί να αποβάλει, έστω κι αν έχουν περάσει τόσα χρόνια και ο ίδιος δεν έχει καμιά ευθύνη για τις επιλογές τών προγόνων του: «…με τυραννούσε ένα όνειδος ή ένα αόριστο συναίσθημα ενοχής που δεν ήθελα να αναζητήσω τις ρίζες του, το όνειδος να ανήκω θεωρητικά σε μια οικογένεια της ανώτερης τάξης του χωριού, το όνειδος της πολιτικής καταγωγής της οικογένειάς μου και της στάσης της στον εμφύλιο πόλεμο και σ’ όλη την περίοδο του φρανκισμού…»

Μια φωτογραφία τού 19χρονου Μένα, με την επίσημη στολή τού ανθυπολοχαγού, καταδιώκει τη συνείδηση του συγγραφέα, ο οποίος το μόνο που γνωρίζει, πριν ξεκινήσει την έρευνά του, είναι πως το μικρό χωριό της καταγωγής του, εκείνα τα χρόνια «ζούσε πιο κοντά στον Μεσαίωνα, παρά στον 20ο αιώνα, πιθανότατα ακόμα να μην είχε βγει εντελώς από τον Μεσαίωνα».

 

Άραγε τι να γνώριζαν από ιδεολογίες οι κάτοικοι ενός τέτοιου χωριού; Αυτό το ερώτημα έχει απόλυτη σχέση και με τον Ελληνικό Εμφύλιο, που δέκα χρόνια μετά τον Ισπανικό, βύθισε στην κόλαση και την δική μας χώρα. Και στην δική μας χώρα, τα περισσότερα από τα ορεινά χωριά, τότε, ζούσαν πιο κοντά στον Μεσαίωνα, παρά στον 20ο αιώνα. Με αυτόν τον συλλογισμό, λέω, πως για τον Έλληνα αναγνώστη, το «Ο μονάρχης των σκιών» είναι πολύ πιο σημαντικό από τον Άγγλο, τον Γερμανό, τον Γάλλο ή όποιον άλλο Ευρωπαίο αναγνώστη, που η χώρα του δεν γνώρισε Εμφύλιο.

«Ο μονάρχης των σκιών» δεν είναι παρά ο Αχιλλέας τής Οδύσσειας, όχι ο Αχιλλέας τής Ιλιάδας. Είναι αυτός, που απαντά στον Οδυσσέα (όταν τον συναντά στον κάτω κόσμο τών νεκρών και του λέει πως «…ήταν ο μεγαλύτερος ήρωας και που νίκησε τον θάνατο με τον όμορφο θάνατό του, ο τέλειος άνθρωπος που τον θαύμαζαν όλοι, που στο φως της ζωής ήταν σαν τον ήλιο, τώρα θα είναι μονάρχης στο βασίλειο των σκιών και δεν θα πρέπει να θλίβεται για τη χαμένη του ύπαρξη), ότι προτιμούσε να ήταν ο τελευταίος μεταξύ τών ζωντανών, παρά ο πρώτος μεταξύ τών νεκρών. Προς το τέλος τού βιβλίου, ο Θέρκας ξεδιπλώνει κάποιες από τις σκέψεις του:

«…αναρωτιόμουν αν, σαν εκείνον (τον Αχιλλέα), ο Μανουέλ Μένα (ο Μανουέλ Μένα της μεταθανάτιας ζωής, αλλά επίσης ο Μανουέλ Μένα των τελευταίων του ημερών, ο λιγομίλητος, απορροφημένος στις σκέψεις, απογοητευμένος, ταπεινός, νηφάλιος και γερασμένος Μανουέλ Μένα, που είχε μπουχτίσει πια από τον πόλεμο), δεν θα προτιμούσε, κι ας ήταν σκλάβος ενός άλλου σκλάβου, κι όχι νεκρός και μονάρχης, καθώς αναρωτιόμουν αν στο βασίλειο των σκιών είχε κι εκείνος καταλάβει ότι δεν υπήρχε άλλη ζωή από τη ζωή των ζωντανών, ότι η πρόσκαιρη ζωή της μνήμης δεν είναι η αιώνια ζωή, αλλά απλώς ένας εφήμερος θρύλος, ένα κενό υποκατάστατο της ζωής, και ότι μονάχα ο θάνατος είναι βέβαιος».

 

Για την Ισπανία όλα άρχισαν στις 13 Απριλίου 1931, την επομένη των δημοτικών εκλογών. Όπως είχε δηλώσει τότε, ο τελευταίος πρωθυπουργός της «…η Ισπανία είχε πέσει για ύπνο μοναρχική και είχε ξυπνήσει δημοκρατική». Το αποτέλεσμα των εκλογών δεν γίνεται δεκτό απ’ όλους. Αντιδρούν οι ολιγάρχες, οι συντηρητικοί, οι εθνικιστές. Η ανώμαλη κατάσταση που δημιουργείται οδηγεί σε αδελφοκτόνο πόλεμο. Όμως, κατά βάθος δεν είναι μόνο σύγκρουση ιδεολογιών, κατά την οποία ο φασισμός αντιμάχεται τον κομμουνισμό. Περισσότερο απ’ τις ιδεολογίες εκφράζεται ένα εγχώριο μίσος με ποταπά κίνητρα. Είναι χαρακτηριστική μια απάντηση που δίνει ένας 94χρονος, όταν ο συγγραφέας τον ρωτά για ποιον λόγο σκότωσαν έναν συγχωριανό του: «Τότε σε σκότωναν για ψύλλου πήδημα… Από μνησικακία. Από ζήλια. Επειδή αντάλλαξες δυο λέξεις με έναν άλλον. Για οτιδήποτε. Έτσι ήταν ο εμφύλιος. Ο κόσμος τώρα λέει ότι ήταν για τα πολιτικά, αλλά δεν ήταν για τα πολιτικά. Όχι μόνο. Αν κάποιος έλεγε ότι αυτόν πρέπει να τον κανονίσουμε, τον κανόνιζαν. Τελεία και παύλα…»

 Για αυτούς που έδωσαν την ζωή τους στον εμφύλιο πόλεμο, ένας ακόμα μάρτυρας των γεγονότων θα αναρωτηθεί, αφού πρώτα χαρακτηρίσει τον εαυτό του, εκείνης της εποχής, ως αφελή: «Πώς να τα καταλάβαιναν αυτά οι άνθρωποι που έμεναν εδώ, αφού οι μισοί ήταν αναλφάβητοι και ο ορίζοντάς τους δεν ξεπερνούσε τα όρια του χωριού, αφού οι περισσότεροι δεν είχαν φύγει ποτέ από το χωριό…»

Και ο Μανουέλ Μένα; Γιατί πολέμησε κι έχασε την ζωή του στα 19 του; Σε μια αποστροφή των συλλογισμών του, ο συγγραφέας, αφού διατυπώνει την πικρή παρατήρηση πως τότε δεν «ήταν εύκολο να κάνεις την σωστή επιλογή, δεδομένων των συνθηκών», και πως ο ίδιος δεν είναι «τόσο επιπόλαιος ή τόσο εξυπνάκιας για να τους κρίνω τώρα, ογδόντα χρόνια αργότερα, με τα μυαλά και την ευχέρεια που έχουμε σήμερα και μάλιστα γνωρίζοντας την καταστροφή που ακολούθησε», αποφαίνεται: «Όχι μόνο πέθανε για έναν άδικο σκοπό, αλλά και ότι πέθανε παλεύοντας για συμφέροντα που δεν ήταν δικά του. Ούτε δικά του, ούτε της οικογενείας του. Και σκέφτηκα: Ότι πέθανε για το τίποτα…»

«Ο μονάρχης των σκιών», λοιπόν, πέθανε για το τίποτα. Ίσως αυτό και μόνο απαντά σε πολλά που περιχαρακώνουν την ανθρώπινη περιπέτεια, όπως αυτή βιώθηκε από ανθρώπους που βρέθηκαν στην κόλαση εμφυλίων πολέμων.

Ο Θέρκας ανατέμνει την ανθρώπινη μοίρα και μας καλεί να διατηρούμε στην μνήμη μας στοιχεία, που επιχείρησαν να δολοφονήσουν τις αξίες τής δημοκρατίας και τα ιδανικά τής ελευθερίας.

Ακολουθήστε μας!

Οδηγός ιστοσελίδας

Κερδίστε το!

Αρχείο

Επιμέλεια άρθρου Κώστας Θερμογιάννης

Επιμέλεια άρθρου

0 σχόλια

0 Σχόλια

Υποβολή σχολίου